...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Άγνωστες ιστορίες πίσω από οκτώ αγαπημένα ελληνικά τραγούδια

Άγνωστες ιστορίες πίσω από οκτώ αγαπημένα ελληνικά τραγούδια

 


Από τον Βαμβακάρη και τον Λοΐζο μέχρι το Σιδηρόπουλο, τον Άσιμο και τον Καλδάρα αφηγήσεις που συγκινούν και ταξιδεύουν.

 

Η μουσική είναι κάτι μαγικό. Ο δημιουργός της προσπαθεί να εξωτερικεύσει αυτό που έχει μέσα στο μυαλό και την ψυχή του. Και αυτό ακριβώς το σημείο είναι που πολλές φορές δημιουργεί παρεξηγήσεις σχετικά με τις προθέσεις του. Τι ακριβώς θέλει να πει; Πόσες και πόσες φορές που ακούμε ένα τραγούδι δεν έχουμε αναρωτηθεί για το ποιο είναι το μήνυμα που θέλει να περάσει ο δημιουργός ή κάτω από ποιες συνθήκες έγραψε ένα τραγούδι.

 

 

Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η Φραγκοσυριανή του

https://www.youtube.com/watch?v=EdJvHLKRgxk

 

Είναι σίγουρο πως όποιος έχει ακούσει τη «Φραγκοσυριανή» του… πατριάρχη του ρεμπέτικου, Μάρκου Βαμβακάρη, θα έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο δημιουργός μιλάει για κάποιον μεγάλο του έρωτα, κάποια γυναίκα που σημάδεψε τη ζωή του. Λογικό, αν διαβάσει κανείς τους στίχους. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι λίγο διαφορετική. Στην πραγματικότητα όλος αυτός ο ερωτικός ύμνος του μεγάλου ρεμπέτη γράφτηκε μετά από μια και μοναδική… ματιά! Ναι, ήταν αρκετή. Ο ίδιος ο Μάρκος ο Βαμβακάρης έχει αποκαλύψει το πως του είχε έρθει η έμπνευση. «Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν… Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα: Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά Λες και μου ‘χεις κάνει μάγια Φραγκοσυριανή γλυκιά… Ούτε και ξέρω πως την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι’ αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή».

 

 

Η στιχουργός του «όταν κοιτάς από ψηλά» και η χούντα

https://www.youtube.com/watch?v=pR240P9z5Zw

 

Αντιστασιακό τραγούδι το «όταν κοιτάς από ψηλά»; Ακούγεται περίεργο αλλά ναι. Στιχουργός του τραγουδιού που άψογα ερμήνευσε ο Κώστας Χατζής (που έχει γράψει τη μουσική) είναι η Σώτια Τσώτου η οποία εμπνεύστηκε όταν ήταν εν πτήσει από Αθήνα για Θεσσαλονίκη. Αιτία για αυτή την εσωτερική μετανάστευση της δημιουργού ήταν η επιβολή του πραξικοπήματος και το κλείσιμο από το καθεστώς της εφημερίδας «Ελευθερία» που δούλευε τότε η Τσώτου ως πολιτική ρεπόρτερ. Όντας άνεργη η νεαρή δημοσιογράφος αποφάσισε να φύγει από την Αθήνα για να ψάξει να βρει την τύχη της στη Θεσσαλονίκη, δουλεύοντας στο συγκρότημα Βελλίδη που εξέδιδε τις εφημερίδες Μακεδονία και Θεσσαλονίκη. Όταν έφτασε στο… στρατοκρατούμενο αεροδρόμιο του Ελληνικού, ωστόσο, την περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Συνελήφθη, πέρασε από εξονυχιστικό έλεγχο και στη συνέχεια υποβλήθηκε σε αυστηρότατη ανάκριση που κράτησε πολλές ώρες με αποτέλεσμα να χάσει την πτήση της. Όταν τα όργανα της χούντας δεν βρήκαν τίποτα επιβαρυντικό σε βάρος της, αφέθηκε ελεύθερη και πήρε το επόμενο αεροπλάνο.  Όταν αυτό απογειώθηκε, σχεδόν ήρεμη και ανακουφισμένη κοίταξε από το παράθυρο και σκέφτηκε πως αυτοί που πριν την ταλαιπώρησαν τώρα που τους κοιτάς από ψηλά «μοιάζουν με μυρμήγκια και τα σπίτια με σπιρτόκουτα»!

 

 

Το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» που λίγο έλειψε να πεταχτεί στα σκουπίδια

https://www.youtube.com/watch?v=ezttNgBoo8c

 

Οι πρώτες πενιές του θρυλικού ζεϊμπέκικου ακούστηκαν από τον τζουρά του παλιού ρεμπέτη Γιώργου Μουφλουζέλη. Ο Μάνος Λοϊζος, ωστόσο, ήθελε το κάτι παραπάνω. Πείθει τον Θανάση Πολυκανδριώτη να αφήσει το μπουζούκι του και να πάρει και αυτός έναν παλιό τζουρά και να συμμετάσχει. Εκείνο το όργανο, όμως, ήταν τόσο παλιό που πλέον δεν μπορούσε να κουρδιστεί και τα φάλτσα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Όλοι, λοιπόν, άρχισαν να τα παρατάνε και να λένε πως το τραγούδι δεν πρόκειται να «βγει» και πως καλό θα ήταν ο Λοϊζος να προχωρήσει στο επόμενο. Ο Πολυκανδριώτης παρατάει τον παλιό τζουρά και όλα δείχνουν να είναι στον αέρα. Ο Μάνος Λοϊζος, ωστόσο, δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Αποφασίζει με τη βοήθεια ενός τετρακάναλου που υπήρχε στο στούντιο να γράψει το τραγούδι κομμάτι- κομμάτι. Έγραφαν το τραγούδι όσο ο τζουράς ήταν κουρδισμένος. Όταν ξεκουρδιζόταν σταματούσαν. Τον ξανακούρδιζαν και συνέχιζαν. Έτσι το τραγούδι γράφτηκε επί της ουσίας με τη βοήθεια του… μοντάζ!

 

 

Ο μελαγχολικός «Αύγουστος» του Παπάζογλου και ο ανεκπλήρωτος έρωτας

https://www.youtube.com/watch?v=1YUhd9bTP2o

 

Στα τέλη Ιουνίου του 1978 σημειώθηκε ο φονικός σεισμός στη Θεσσαλονίκη. Πολλοί άνθρωποι, σκοτώθηκαν και άλλοι τόσοι έμειναν άστεγοι. Ένα από τα σπίτια που υπέστησαν ζημιές ήταν και εκείνο που έμενε ο Νίκος Παπάζογλου με την οικογένεια του. Αυτό σε συνδυασμό με την έντονη σεισμική ακολουθία ανάγκασαν τον Παπάζογλου να προτείνει στη γυναίκα του να πάρει τη νεογέννητη τότε κόρη τους και να πάνε να μείνουν σε συγγενείς τους στις ΗΠΑ  μέχρι να εκτονωθεί το φαινόμενο και ταυτόχρονα να κάνουν τις διακοπές τους. Ο ίδιος θα παρέμενε πίσω. Τον Αύγουστο ο Διονύσης Σαββόπουλος καλεί τον Παπάζογλου να περάσουν μερικές ημέρες χαλάρωσης στο εξοχικό του στο Πήλιο. Ο Παπάζογλου δέχεται. Εκεί ανάμεσα στους πολλούς φιλοξενούμενους του Νιόνιου υπήρχε και μια κοπέλα που τον «μάγεψε». Ο Παπάζογλου την ερωτεύτηκε αλλά οι τύψεις για τη γυναίκα του και το νεογέννητο παιδί τους δεν τον άφηναν να παραδοθεί στο πάθος του. Έτσι, αποφασίζει να φύγει από το Πήλιο και να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη, βάζοντας πάνω από έναν δυνατό έρωτα, την οικογένεια του. Στο δρόμο της επιστροφής οι σκέψεις και η μελαγχολία για έναν έρωτα που ήταν καταδικασμένος να μείνει ανεκπλήρωτος είχαν πλημμυρίσει το μυαλό του. Η… μαγιά είχε ήδη βρεθεί: «Σ’ αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω, κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος, λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ, ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος»!

 

 

Ο Παύλος, οι έρωτες, τα τραγούδια και η ηρωίνη

https://www.youtube.com/watch?v=_ZsszdmfJH0

 

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος έγραψε το τραγούδι «στην Κ» για την Κάθυ, έναν από τους μεγάλους έρωτες της ζωής του. Όταν χώρισαν, ερωτεύτηκε και έκανε σχέση με τη Γιόλα. Φίλη και συμμαθήτρια της Κάθυ. Οι δυο τους βαδίζουν ερωτευμένοι μαζί μέχρι τη στιγμή που η Γιολα ανακοινώνει στην Παύλο πως φεύγει για σπουδές στο Παρίσι και πως θα πρέπει να χωρίσουν. Ο Σιδηρόπουλος δέχεται ένα δυνατό χαστούκι. Εκείνη την ημέρα γράφει το «μου πες θα φύγω». Είναι τόσο χάλια, όμως, που ξεχνάει τους στίχους σε ένα συρτάρι. Τελικά ηχογραφεί το τραγούδι πολλά χρόνια αργότερα. Σε ότι αφορά τη σχέση του με τη Γιόλα αυτή είχε δραματική εξέλιξη. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα ήταν και πάλι μαζί. Λέγεται πως εκείνη ήταν που τον μύησε στους σκοτεινούς δρόμους της ηρωίνης στην οποία είχε βυθιστεί και εκείνη. Η ηρωίνη, τελικά, ήταν αυτή που τους χώρισε…

 

 

Η τραγική ιστορία πίσω από ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του Καλδάρα

https://www.youtube.com/watch?v=7VqjK3OQXqw

 

Είναι η εποχή που ο Απόστολος Καλδάρας δημιουργεί τη μία επιτυχία μετά την άλλη. Μια σοβαρή ασθένεια που ταλαιπωρούσε την κόρη του (αργότερα αυτή η αρρώστια θα της στερήσει τη ζωή), ωστόσο, δεν αφήνει τον συνθέτη να «καθαρίσει» το μυαλό του. Μαζί με την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου έχουν βάλει τις βάσεις ώστε να γράψουν το «λίγο- λίγο θα με συνηθίσεις». Ο Καλδάρας έχει στα χέρια του ένα εξαιρετικά δυνατό κουπλέ αλλά του λείπει ένα -αντίστοιχης δυναμικής- ρεφρέν. Το μυαλό του, ωστόσο, έχει κολλήσει. Μαζί με τον Μιχάλη Μενιδιάτη που αργότερα θα το τραγουδήσει προσπαθούσαν να βρουν το κατάλληλο. Ξαφνικά ο Καλδάρας γυρνάει στον Μενιδιάτη και του λέει «το βρήκα». Λίγες στιγμές αργότερα του τραγουδάει: «τι θα γίνω μες τη ζωή, αν ξυπνήσω ένα πρωί και κοιτάξω την αγκαλιά μου από μέσα να λείπεις εσύ…»! Ο συγκεκριμένος στίχος ακόμα και σήμερα τραγουδιέται ως ένας από τους πλέον ερωτικούς. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως ο Καλδάρας τον έγραψε έχοντας στο μυαλό του πως είναι πιθανόν να χάσει το παιδί του.

 

 

Το «παπάκι» του Άσιμου που ηχογραφήθηκε «μυστικά»

https://www.youtube.com/watch?v=JU5zq6ZGaRI

 

Ένα από τα πιο ευαίσθητα ελληνικά τραγούδια, έχει γραφτεί από έναν από τους πιο ευαίσθητους καλλιτέχνες. Για την ακρίβεια δεν είναι τραγούδι αλλά νανούρισμα. Αυτό, όμως, είναι μάλλον γνωστό για το συγκινητικό «έχω ένα παπάκι» του Νικόλα του Άσιμου. Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό είναι το ότι ηχογραφήθηκε… «μυστικά»! Το νανούρισμα, αυτό, λοιπόν, το τραγουδούσε ο Άσιμος στην κόρη του όταν την κοίμιζε στο θρυλικό υπόγειο της Αραχώβης 41 στα Εξάρχεια. Δεν είχε σκοπό να το ηχογραφήσει. Η Χάρις Αλεξίου ήταν αυτή που τον παρακάλεσε να το κάνει πρόβα στο στούντιο. Ο Άσιμος δέχθηκε και ο ηχολήπτης άρχισε να το γράφει… διακριτικά. Ο Άσιμος μαγεύτηκε από την ερμηνεία της Αλεξίου, άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα στον χώρο της ηχογράφησης και άρχισε να περπατάει πίσω από την Αλεξίου. Ξαφνικά άρχισε να την συνοδεύει, βουρκωμένος. Δακρυσμένη ήταν και η Χαρούλα Αλεξίου και με τον μαγικό αυτό τρόπο η «αυθαιρεσία» του ηχολήπτη πέρασε στην ιστορία ως ένα από τα πιο συγκινητικά ελληνικά τραγούδια.

 

 

«Στης Λαρίσης το ποτάμι» και το χαρτί υγείας

https://www.youtube.com/watch?v=8SMOyXwL-vg

 

Ίσως η πιο αστεία ιστορία είναι αυτή που περιγράφει τον τρόπο που ο Γιώργος Μητσάκης εμπνεύστηκε και κυρίως κατέγραψε, αρχές της δεκαετίας του 1960, το τραγούδι «στης λαρίσης το ποτάμι»! Ο λαϊκός συνθέτης βρίσκεται με τη σύντροφό του στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και μιλάνε περί ανέμων και υδάτων. Η συζήτηση κάποια στιγμή φτάνει στη Λάρισα και τον Πηνείο. Με την πάροδο του χρόνου ο Μητσάκης ζητάει συγγνώμη από τη συνοδό του και πάει στην τουαλέτα. Εκεί του έρχεται η έμπνευση. Χαρτί όμως δεν υπάρχει. Όχι από αυτά που συνήθως γράφουμε, τέλος πάντων. Ο Μητσάκης δεν χάνει την ψυχραιμία του και παίρνει ένα κομμάτι από το χαρτί υγείας. Εκεί γράφει τους βασικούς στίχους (ρεφρέν και κουπλέ) και χαρούμενος βγαίνει από τη τουαλέτα! Δείχνει τη δημιουργία του στη σύντροφό του και εκείνη γελώντας του λέει «εκεί πού ήσουν, τι άλλο θα μπορούσες να γράψεις»; Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1963 και παρά τις ομολογουμένος περίεργες συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε έγινε μεγάλη επιτυχία.

 

Πηγή: newsbeast.gr

 

ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ, ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ (Εράτυρα Κοζάνης) - Μακεδονικά τραγούδια

ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ, ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ (Εράτυρα Κοζάνης) - Μακεδονικά τραγούδια

 


Τραγούδι της αγάπης από την περιοχή της Εράτυρας Κοζάνης, σε επτάσημο ρυθμό (7/8) και σε συνακόλουθο συρτό χορό. Το τραγούδι στην Εράτυρα το τραγουδούσαν και το χόρευαν κατά την περίοδο του Πάσχα, ενώ αντίθετα στο γειτονικό Κωσταράζι της Καστοριάς, το τραγουδούσαν στον τελετουργικό χορό των Χριστουγέννων. Σε διαφοροποιημένη ρυθμική αγωγή συναντάται και σε άλλες περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας (π.χ. περιοχή Γρεβενών), αλλά και στην Κόνιτσα της Ηπείρου.

 

Η παρούσα έκδοση αποτελεί μία ιστορική για τα δεδομένα της Δυτικής Μακεδονίας προσπάθεια, καθώς τα τοπικά παραδοσιακά τραγούδια αποδόθηκαν με τη συνοδεία των παλαιών μουσικών οργάνων, τα οποία επικρατούσαν στην ευρύτερη περιοχή πριν από την πλήρη επικράτηση των χάλκινων πνευστών. Έτσι, πλάι στα αρχέγονα μουσικά όργανα, όπως η γκάιντα, οι ζουρνάδες, το νταούλι, η φλογέρα, χρησιμοποιόταν από πολύ παλιά και το βιολί και το λαούτο, κυρίως όμως για εσωτερικά γλέντια. Προοδευτικά και από το 1880 και έπειτα, άρχισαν να δημιουργούνται ορχήστρες που είχαν κλαρίνο, βιολί, κορνέτα, τρομπόνια, ευφώνιο, γκραν κάσα, τύμπανο και αρχικά είχαν κρατήσει και το λαούτο. Αυτή τη μαρτυρημένη μορφή είχα η ορχήστρα του περίφημου κλαρινίστα Γιάννη Κάστια (Νιάκος Ντούντας).

 

ΔΙΣΚΟΣ: «Πού ήσαν, περιστερούλα μου...» Τραγούδια της Εράτυρας

Ένωση Ερατυραίων Θεσσαλονίκης 2023

 

ΜΟΥΣΙΚΟΙ:

Γκάιντα: Γιώργος Νταβλιάκος

Τραγούδι: Κατίνα Ανδρεάδη

 

 

Ακούστε το τραγούδι:

https://www.youtube.com/watch?v=sRMQPlFCIgc

 

 

Οι στίχοι:

Στα μάρμαρα, στα μάρμαρα βγήκα να σεργιανίσω

βγήκα να σεργιανίσω, εμ και πίσω να γυρίσω.

Να δω τους νιους, να δω τις νιες, να ιδώ τα παλικάρια,

να ιδω και την αγάπη μου, πώς στρώνει, πώς ξεστρώνει

πώς καρτερεί για μένα.

 

Μωρ' άσπρη, ξάσπρη γάμπα μου κι χιόνα μου γραμμένη

χρυσές πλεξούδες σου 'στειλα, να πλέξεις στα μαλλιά σου.

 

[Κι αν μου 'στειλες βρε τζάνη μ', εγώ άντρα δε σε κάνω,

ούτε άντρα, ούτε φίλο κι ούτε ξενοδιαβάτη,

μαρουλάκια έχω στον κήπο και δραγάτη μ' θα σε βάλω

κι αν λείψει μαρουλόφυλλο και στον κατή σε πάω.

 

 

Πηγή: #Greek_folk_music #Macedonian_folk_song #Greek_Macedonia

Φωτογραφία: el.wikipedia.org

 

Ο Απρίλιος στην Παράδοση

Ο Απρίλιος στην Παράδοση





Ο Απρίλης είναι ο τέταρτος μήνας του χρόνου. Οι Λατίνοι τον ονόμασαν Aprilis απ' το aperio= ανοίγω (apertus= ανοικτός και Apertio= Άνοιξη). μια που όλη η φύση ξαναγεννάται από το βαθύ χειμωνιάτικο ύπνο του χιονιού και τον αφιέρωσαν στη θεά Αφροδίτη. Απρίλης και άνοιξη, Απρίλης και Πάσχα είναι για τον ελληνικό λαό σχεδόν αξεχώριστα.
Γι' αυτό τον είπαν και Ανοιξιάτη και Αιγιωργίτη, απ' τη μεγάλη γιορτή που περιλαμβάνει και Κερασάρη, εκεί που πρωτοβγαίνουν τα κεράσια.
Η ελληνική παράδοση ονομάζει τον Απρίλη και «Λαμπριάτη», γιατί συνήθως το μήνα αυτό γιορτάζουμε το Πάσχα, τη μεγαλύτερη χριστιανική γιορτή της Ορθοδοξίας.
Η περίοδος της Μεγάλης Σαρακοστής, με την ψαλμωδία των Χαιρετισμών, ολοκληρώνεται την Παρασκευή που στις εκκλησίες ψάλλουν τον Ακάθιστο Ύμνο και ακολουθούν η Ανάσταση του Χριστού.


Γεωργικές εργασίες
Όπως ο Μάρτης, έτσι και ο Απρίλης είναι μήνας δίγνωμος: από τη μια μεριά ο καιρός καλυτερεύει σταθερά, από την άλλη δεν ξεχνάει να δείξει τα χειμωνιάτικα δόντια του με βροχές και χαλάζια. Οι γεωργοί σπέρνουν καλαμπόκι, βαμβάκι, καρπούζια, πεπόνια. Αν η κακοκαιρία κάνει κακό στα σπαρτά, οι κανονικές βροχές είναι ευεργετικές, γιατί τώρα ο γεωργός θα σπείρει καλαμπόκια, ρεβίθια, τριφύλλι, ρύζι, μπαμπακάκι. Θα φυτέψει μελιτζάνες, σπανάκι, καρπούζια, πεπόνια κλπ. Έτσι με λαχτάρα περιμένει τη βροχή, που και τα σπαρτά θα μεγαλώσει και τα φρεσκοφυτεμένα θα βοηθήσει να ξεπεταχτούν.
Το χαλάζι όμως για το γεωργό είναι καταστροφή. Γι' αυτό προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποτρέψει τον ερχομό του ή τις καταστροφές που προκαλεί, εξορκίζοντάς το με το φως της Ανάστασης. Τη νύχτα αυτή ένας επίτροπος της Εκκλησίας ανεβαίνει στο καμπαναριό μ' ένα αναμμένο δαυλί. ‘Όσος τόπος γύρω φωτιστεί από το Άγιο Φως, δεν έχει ανάγκη από χαλάζι.
Αλλού πάλι το χαλάζι ξορκίζεται με μεγάλες φωτιές τη νύχτα της Ανάστασης.


Παροιμίες
Του Μάρτη ξύλα φύλαγε, μην κάψεις τα παλούκια,
και τ' Απριλιού τις δεκοχτώ, μην κάψεις τα καρούλια (του αργαλειού).

Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απρίλης άλλη μία,να δεις κουκούρες στρογγυλές και πίτες σαν αλώνι.

Απρίλης φέρνει την δροσιά, φέρνει και τα λουλούδια.
Και τ' Απριλιού ταις δεκοχτώ, πέρδικα ψόφησε στ' αυγό (δηλαδή απ' το κρύο).

Αν βρέξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σε εκείνον τον ζευγά που 'χει στη γη σπαρμένα.

Ως τ' Απριλιού τις δεκαοχτώ να' χεις τα μάτια σου ανοιχτά.
Περάσανε οι δεκαοχτώ, άραξε πάνω σ' ένα αυγό.

Aν κάνει ο Mάρτης δυο νερά κι ο Aπρίλης πέντε - δέκα, να δεις το κοντοπίθαρο πως στρίβει το μουστάκι, να δεις και τις αρχόντισσες πως ψιλοκλεισιρίζουν, να δεις και τη φτωχολογιά πως ψιλοκοσκινάει.

Ο Μάρτης έχει τ' όνομα, κι ο Απρίλης τα λουλούδια.

Αν κάνει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα, χαρά στονε τον γεωργό που 'χει πολλά σπαρμένα.

Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα.

Ο Απρίλης ο γρίλλης, ο Μάης ο πολυψωμάς.

Τον Απρίλη και το Μάη κατά τόπους τα νερά.

Αλί στα Μαρτοκλάδευτα και τ' Απριλοσκαμμένα.

Του Απρίλη η βροχή, κάθε στάλα και φλουρί.

Αν κάνει ο Μάρτης τρία νερά κι ο Απρίλης άλλα δύο,να δεις του Μάρτη τα κουκιά, τ' Απρίλη τα σιταράκια, να δεις το γέρο- Κρίθαρο πώς τρέφει τη μουστάκα.

Απρίλης, Μάης, κοντά ειν' το θέρος.

Απρίλης έχει τα χάδια κι ο Μάρτης τα δαυλιά.

Των καλών ναυτών τα ταίρια τον Απριλομάη χηρεύουν


Γιορτές και Έθιμα
Με την 1η μέρα του Απρίλη το πρώτο έθιμο: το πρωταπριλιάτικο ψέμα. Καθένας αυτή τη μέρα προσπάθεί να ξεγελάσει τον άλλον με κάποιο αθώο ψέμα. Όλοι το' χουν για γούρι να ξεγελάσουν κάποιον. Στην Κομοτηνή λέγανε πως την Πρωταπριλιά το' χαν σε καλό να γελούν «για να γίνουν τα κουκούλια τους», τον καιρό που τρέφανε μεταξοσκώληκες για μετάξι. Με τα πρωταπριλιάτικα ψέματα άλλοτε παραπλανούσανε τα στίφη των φοβερών δαιμόνων. Τους ξεγελάγανε για να κτυπάνε αλλού, μακριά από τα δένδρα τους, όσο να λιώσουν οι δαίμονες και να χαθούν με τα τελευταία χιόνια.

Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου το μήνα Απρίλιο.Ο Αϊ-Γιώργης είναι δρακοντοκτόνος. Με το κοντάρι του σκοτώνει το θεριό. Γιορτή των ποιμένων που αφήνουν τα χειμαδιά και ανεβαίνουν στα βουνά. «Μεις οι τσοπαναραίοι τονε δοξολογάμε πολύ τον Αϊ-Γιώργη». Προσφέρουν στην εκκλησία τον «Αηγιωργίτη» έναν αμνό. Ο ιερέας τον ευλογεί και οι επίτροποι τον περιφέρουν γύρω από το ναό τρεις φορές. «Εματώνετο το αφτί του και με το αίμα ηλείφοντο αι τέσσερεις γωνίες της εκκλησίας» (Πόντος).


Το Πάσχα

Λόγω των διαφορών στον εορτασμό του Πάσχα από τις διάφορες εκκλησίες η Α’ Οικουμενική Σύνοδος που συγκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ., θέσπισε τα του προσδιορισμού της εορτής του Πάσχα με μία εγκύκλιο επιστολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπου εκτίθεται ο γνωστός από τότε ως «Όρος της Νικαίας». Σύμφωνα μ’ αυτόν: «Το Πάσχα θα πρέπει να εορτάζεται την Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης κι αν η πανσέληνος συμβεί Κυριακή τότε να εορτάζεται την επομένη Κυριακή (για να μην συμπέσει με τον εορτασμό του Εβραϊκού Πάσχα).» Ο εορτασμός του Πάσχα λοιπόν συνδέθηκε άμεσα με την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης.


Πηγή: mhnes-12.weebly.com

fosonline.gr

25η Μαρτίου – Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: Τα έθιμα της ημέρας

25η Μαρτίου – Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: Τα έθιμα της ημέρας

 

 

Την ημέρα του Ευαγγελισμού παραμένει η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, με μία εξαίρεση. Η Εκκλησία επιτρέπει την ψαροφαγία («κατάλυσις ιχθύος», σύμφωνα με την εκκλησιαστική ορολογία), όπως και την Κυριακή των Βαΐων, λόγω της σπουδαιότητας της γιορτής. «Αν δεν έχεις να φας ψάρι, να γλείψεις ψαροκόκκαλο» λένε σε πολλά μέρη της Ελλάδας, ενώ σχετικό είναι και το παιδικό τραγουδάκι: «Του Ευαγγελισμού και των Βαγιώ/τρώνε ψάρι και κολιό…».

 

Το έδεσμα της ημέρας είναι ο μπακαλιάρος (βακαλάος) με ή χωρίς σκορδαλιά. Ο παστός μπακαλιάρος που καταναλώνουμε, εμφανίστηκε στο ελληνικό τραπέζι περί τον 15ο αιώνα και με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε ως το πιάτο της εορτής του Ευαγγελισμού. Με εξαίρεση τα νησιά, όπου υπήρχε πάντα φρέσκο ψάρι, στην υπόλοιπη Ελλάδα ο παστός μπακαλιάρος ήταν η φθηνή και εύκολη λύση. Ιστορικά, εκείνοι που έστελναν στην Ελλάδα μεγάλες ποσότητες μπακαλιάρου ήταν οι Άγγλοι, οι οποίοι τον αντάλλασσαν με σταφίδα.

 

Παλαιότερα πιστευόταν ότι το βράδυ της παραμονής του Ευαγγελισμού ανοίγουν οι ουρανοί και ό,τι προλάβεις να ζητήσεις την στιγμή εκείνη θα το αποκτήσεις. Γι’ αυτό έλεγαν ότι όποιος γεννιέται την ημέρα αυτή είναι τυχερός σε όλη την ζωή. Την ίδια επίσης βραδιά τα δέντρα χαμηλώνουν και προσκυνούν την γη, το φαινόμενο όμως τό βλέπουν μόνο οι δίκαιοι.

 

Του Ευαγγελισμού θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες γιορτές, γι’ αυτό επιβάλλεται αποχή από κάθε δουλειά. Λέγουν χαρακτηριστικά ότι ακόμη και τα χελιδόνια, που τότε αρχίζουν να επιστρέφουν, αυτήν την ημέρα σταματούν να χτίζουν την φωλιά τους.

 

Το διώξιμο των φιδιών και των άλλων ερπετών αποτελούσε μεγάλη έγνοια για τον χωρικό αυτή την περίοδο. Σε πολλά μέρη απέφευγαν το σκούπισμα για να μην παρουσιαστούν στο σπίτι φίδια, μυρμήγκια και άλλα ζωύφια. Απαγορευόταν επίσης να φέρουν στο σπίτι χλωρά χόρτα γιατί γίνονται και αυτά φίδια ή ποντίκια. Ούτε νερό επιτρεπόταν να φέρουν γιατί μπορεί να βγει φίδι στο σπίτι ή μπορεί να μπει στο σταμνί ο διάβολος με την μορφή φιδιού.

 

Στην Ήπειρο το βράδυ της παραμονής του Ευαγγελισμού ή ανήμερα της γιορτής τα παιδιά γύριζαν στις αυλές και στους κήπους, χτυπούσαν κουδούνια και μαγειρικά σκεύη και φώναζαν ρυθμικά: «Βγάτε φίδια και γουστέρες/γιατί έρχεται ο Βαγγελισμός/θα σας κόψει το κεφάλι/θα σας ρίξει στο ποτάμι». Για την εξουδετέρωση των φιδιών ανάβονταν επίσης μεγάλες φωτιές.

 

Πηγή: ekklisiaonline.gr

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025

Τραχανάς ο παραδοσιακός

Τραχανάς ο παραδοσιακός

 


 

Ο τραχανάς είναι ένα αμιγώς παραδοσιακό προϊόν και βασικό ζυμαρικό της ελληνικής κουζίνας. Θεωρείται το αρχαιότερο φαγητό, μαγειρεύεται από τα Βαλκάνια μέχρι τη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα, αναμφίβολα, διεκδικεί το τίτλο της χώρας με την μεγαλύτερη ποικιλία ειδών τραχανά και πιάτων που βασίζονται σ’αυτόν.

 

Γίνεται γλυκός ή ξινός, ανάλογα με το αν χρησιμοποιείται το γάλα φρέσκο ή μένει να ξινίσει. Γίνεται με αγελαδινό ή πρόβειο γάλα, το οποίο επηρεάζει τη γεύση και τα λιπαρά. Ο ξινός μπορεί να γίνει και με πρόβειο γιαούρτι. Η μια επιλογή στο υλικό βάσης είναι το σταρένιο σιμιγδάλι ή το σταρένιο αλεύρι ή και τα δύο μαζί, γι’αυτό μπορεί να βρείτε τραχανά πιο άσπρο ή πιο κίτρινο. Δεν μπορείς να καταλάβεις τη διαφορά του ξινού και του γλυκού τραχανά μόνο με το μάτι. Και οι δύο μοιάζουν με τρίμματα ζύμης.

 

Η άλλη επιλογή στο υλικό βάσης είναι το σπασμένο σιτάρι (“χόντρος” στην Κρήτη) ή το πληγούρι, το οποίο χρησιμοποιείται όπως και το αλεύρι (σιγοβράζει στο γάλα, κόβεται σε κομμάτια, στεγνώνει και τρίβεται σε μικρότερα κομμάτια). Το πληγούρι είναι σπασμένο στάρι που έχει πρώτα βράσει. Κι αυτός γίνεται γλυκός ή ξινός, ανάλογα με το γάλα. Φτιάχνεται σε χοντρά ή πιο ψιλά τρίμματα και το σιτάρι φαίνεται. Ο νηστίσιμος τραχανάς γίνεται με αλεύρι ή σιμιγδάλι και πολτό λαχανικών.

 

Η ιστορία θέλει τον τραχανά να αποτελεί εξέλιξη του χυλού με τον οποίο τρέφονταν έλληνες και ρωμαίοι, κατά την αρχαιότητα. Μάλιστα, ο γνωστός Απίκιος, ρωμαίος συγγραφέας βιβλίων μαγειρικής του 1ου μ.Χ. αιώνα, αναφέρει φαγητό με το όνομα «tractae» (είδος παχύρρευστου χυλού, τον οποίο χρησιμοποιούσαν για να πήζουν κάθε είδους σάλτσα). Εξίσου βάσιμη είναι η ιστορική εκδοχή ότι ο τραχανάς προέρχεται από την ανατολική Μεσόγειο, όπως και πολλά άλλα φαγητά. Μάλιστα προέρχεται από την τουρκική λέξη «tark-haneh», δηλαδή ένα απλό και συνηθισμένο φαγητό σε κοκκώδη μορφή, φτιαγμένο από δημητριακά και γαλακτοκομικά προϊόντα.

 

Η παραγωγή του τραχανά γινόταν αποκλειστικά με γάλα που συγκεντρωνόταν 7 – 15 ημέρες πριν για να γίνει η απαιτούμενη ζύμωση (ξινόγαλο) και με σιτάρι αλεσμένο σε χοντρό κόκκο, τη λεγόμενη «κουρκούτη» σε αναλογία πέντε κιλά γάλα προς ένα κιλό κουρκούτη. Η κουρκούτη αργότερα αντικαταστάθηκε σε κάποιες περιοχές από το σιμιγδάλι. Παρασκεύαζαν τον τραχανά σε χάλκινα καζάνια επικασσιτερωμένα εσωτερικά και σε πολύ δυνατή φωτιά. Το τραχάνισμα γινόταν συνήθως από δυνατούς άνδρες τους τραχανιτζήδες και περιελάμβανε το ανακάτεμα με ένα ειδικά κατασκευασμένο ξύλο. Το πιο σημαντικό μέρος της διαδικασίας ήταν το άπλωμα του τραχανά, που παραδοσιακά γινόταν σε «αράπες» (στάχυα σιταριού) για να έχει το προϊόν τον κατάλληλο αερισμό και να επιτευχθεί γρήγορα και ομοιόμορφα στέγνωμα. Αργότερα, άπλωναν τον τραχανά σε τελάρα με ανοξείδωτο πλέγμα σαν μεγάλα κόσκινα. Στην συνέχεια αφηνόταν στον ήλιο για τρεις ημέρες. Προσπαθούσαν αυτές οι μέρες να φυσάει βοριάς για να μην έχει υγρασία η ατμόσφαιρα για να στεγνώσουν καλύτερα και να διατηρηθούν περισσότερο. Μετά συσκευαζόταν σε μεγάλα πήλινα κιούπια, τις σφίδες, τα οποία διατηρούνταν σε δροσερό μέρος.

 

O τραχανάς χαρακτηρίζεται από τις ιδιαίτερα χαμηλές θερμίδες και τα λίγα λιπαρά που περιέχει. Μάλιστα η προσθήκη κολοκύθας, ντομάτας ή άλλων λαχανικών δημιουργούν ένα εύπεπτο πιάτο, που είναι ιδανική λύση ειδικά για άτομα που προσέχουν το βάρος τους. Η θρεπτική αξία του είναι αντίστοιχη με αυτή του κρέατος. Ο τραχανάς είναι πλούσιος σε υδατάνθρακες, φυτικές ίνες, φυλλικό οξύ, μαγνήσιο, φώσφορο, καροτενοειδή λουτείνη. Τρεις μικρές κούπες τραχανά ισοδυναμούν με ένα πλήρες γεύμα και δίνουν στον ανθρώπινο οργανισμό όλα εκείνα τα συστατικά που χρειάζεται για να λειτουργήσει σωστά.

 

Ενώ αποτελούσε για αιώνες το χειμωνιάτικο πρωινό των αγροτών, εδώ και πολλές δεκαετίες ο τραχανάς δεν χρησιμοποιούνταν από τους αστούς μάγειρες, μια και αυτοί ακολουθούσαν τις οδηγίες του Τσελεμεντέ για τα σου και τα σουφλέ. Δεν θα έβρισκαν βέβαια συνταγή για τραχανά στο κλασικό αυτό βιβλίο μαγειρικής, ούτως ή άλλως. Δεν αναφέρεται καν. Αλλά, όσο οι σύγχρονοι σεφ και οι οικιακοί μάγειροι αναζητούν υγιεινές, πραγματικά ελληνικές ιδέες για ένα γεύμα, ο τραχανάς κάνει δυναμική επάνοδο. Με ελάχιστες παραλλαγές στη μορφή του, αλλά και σε κάποια από τα συστατικά του, συναντάμε τον τραχανά σε κάθε είδους εθνικής κουζίνας, από την ανατολίτικη μέχρι και αυτή της βόρειας Ευρώπης. Οι σύγχρονοι σεφ εμπλουτίζουν την κλασική τραχανόσουπα με μπουκιές κρέατος και λαχανικά ή ψάρι. Ακόμη μετατρέπουν τον τραχανά σε κεφτέδες, σε βελουτέ τραχανά ή ακόμα σε ριζότο με θαλασσινά. Τα γεμιστά με γλυκό τραχανά είναι ακόμη μια νέα εκδοχή της νέας ελληνικής κουζίνας, που αν τη δοκιμάσετε θα είστε κι εσείς πραγματικά περήφανοι γι’ αυτό το παραδοσιακό προϊόν μας!

 

Πηγή: https://www.lavriaki.gr/2016/04/09/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%82-%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82/

 

Φορεσιά των Ιωαννίνων

Φορεσιά των Ιωαννίνων

 

Αστική φορεσιά των Ιωαννίνων με "πιρπιρί".

Μέσα 19ου αιώνα. Συλλογή ΠΛΙ, Ναύπλιο

 

Η φορεσιά των Ιωαννίνων παρατίθεται παρακάτω όπως τη διέσωσαν οι περιγραφές της Αγγελικής Χατζημιχάλη. Οι αρχόντισσες των Ιωαννίνων, με την εξαιρετική άνθηση της κεντητικής, της χρυσοχοΐας, αλλά και κάθε μορφής χειροτεχνίας πρέπει να φορούσαν μία από τις πλουσιότερες φορεσιές μέσα στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, έχοντας ως αποκορύφωμα πολυτέλειας τη φορεσιά της περιόδου του Αλή Πασά. Σύμφωνα με την καταγραφή της Αγγελικής Χατζημιχάλη, αλλά και της συνεργάτιδάς της Τατιάνας Ιωάννου- Γιανναρά εμφανίζονται τρεις παραλλαγές της γιαννιώτικης φορεσιάς. Τα χρονικά όρια που εμφανίστηκαν ή εξαφανίστηκαν δεν είναι σαφή, αφού προφανώς η μετάβαση έγινε σταδιακά, ενώ οι αλλαγές αφορούν μερικά μόνο κομμάτια της φορεσιάς και όχι ολοκληρωτικές αλλαγές.

 

Η παλαιότερη φορεσιά των Ιωαννίνων

Η παλαιότερη από τις τρεις παραλλαγές αποτελείται από το μεταξοκέντητο και χρυσοκέντητο ποκάμισο, το βράκο, το φουστάνι, το ζωνάρι, το κοντογούνι, το πιρπιρί, το χρυσοκέντητο κεφαλόδεμα ή το σταμπωτό μαντήλι. Στη φορεσιά σίγουρα δεν έλειπαν τα γνωστά, πολυτελή γιαννιώτικα κοσμήματα. Δεν είναι εξακριβωμένο ποια από αυτά αποτελούν παλιότερους τύπους κοσμημάτων. Το ποκάμισο ήταν ολόκληρο ραμμένο στο χέρι και είχε πλούσιο γραφτό κέντημα ολόγυρα στη λαιμόκοψη και στην τραχηλιά, με λεπτό χρυσόνημα στα σημεία που φαίνονται και κίτρινο μεταξωτό στα σημεία που δεν φαίνονται από το φουστάνι. Κάτω από τα ποκάμισα φορούσαν φαρδύ βράκο, ραμμένο από το ίδιο ύφασμα με το ποκάμισο. Ο βράκος είχε κεντήματα ανάλογα με του ποκάμισου στα ποδονάρια και δενόταν στη μέση με ζωνάρια από το ίδιο λεπτό βαμβακερό ύφασμα. Το φουστάνι εδώ δεν έχει τη σημερινή του μορφή, αλλά λειτουργεί ως καβάδι. Έχει κατακόρυφο άνοιγμα μπροστά ως το στήθος και στα μανίκια μην επιτρέποντας να φανούν τα κεντήματα του ποκαμίσου, παρά μόνο στην τραχηλιά και στα μανίκια. Το φόρεμα αυτό (αναφέρεται από την Τατιάνα Ιωάννου και ως φόρεμα και ως φουστάνι ή φ’στάνι, όπως βρέθηκε στα αρχεία της Αγγελικής Χατζημιχάλη) είναι ραμμένο από δύο διαφορετικά μεταξωτά υφάσματα σε γενικό ροδί χρωματισμό και από τη μέση και κάτω σταυρώνει ελαφρώς κλείνοντας σαν δύο ποδιές. Πάνω από το φουστάνι αυτό φορούσαν κοντογούνι με μανίκια ως τον αγκώνα, σαν ένα καβάδι κοντό, έως τη μέση, το οποίο δεν κούμπωνε. Είχε περίτεχνα σχέδια με χρυσή και ασημί μεταξωτή κλωστή στις άκρες και στα τελειώματα. Το χειμώνα πάνω από το κοντογούνι φορούσαν το πιρπιρί, η παλαιότερη μορφή του οποίου προσεγγίζει τον τζουμπέ, και φορέθηκε με την πρώτη παραλλαγή της φορεσιάς αυτής. Στα πόδια πρέπει να φορούσαν κάτι ανάλογο με τα μέστια της Παλαιάς Αθήνας. Στο κεφάλι με τη φορεσιά αυτή φορούσαν ένα είδος σκούφιας και γύρω και απάνω από αυτήν έδεναν το κεφαλομάντηλο. Το στερέωναν με τις κοτσίδες τους ολόγυρα με τρία διαφορετικά μαντήλια –ένα μαύρο, ένα ζωγραφιστό και το ουρά μαντήλι με πυκνό κέντημα- και άφηναν να φαίνεται μόνο το χρυσοκέντημα μπροστά στο μέτωπό τους.

 

Η δεύτερη παραλλαγή της φορεσιάς

Η δεύτερη παραλλαγή έχει ποκάμισο κοντό ως τη μέση, βράκο, τουμάνι, γιλέκι χωρίς μανίκια, ζιπούνι, φουστάνι ανατολικής προέλευσης, ποδιά με ζωνάρι, πιρπιρί, φέσι με φούντα. Το ποκάμισο εδώ είναι μεταξωτό, αραχνοΰφαντο και το ονόμαζαν μπιμπιζάρι. Είναι κοντό ως τη μέση, κλειστό μπροστά, με μικρό στρογγυλό γιακά και πλατιά μανίκια διακοσμημένα με χρυσό κέντημα με πατιλέτες. Ίσως φορέθηκε αρχικά μακρύ και κόπηκε στην πορεία. Το τουμάνι, η εξωτερική βράκα, ήταν ραμμένο με βαριά μεταξωτά υφάσματα, όπως και το φουστάνι στην πρώτη παραλλαγή. Πάνω από το τουμάνι η φορεσιά είχε ένα γιλέκι χωρίς μανίκια και ένα ζιπούνι μακρυμάνικο, ενώ εδώ δεν συναντάμε φουστάνι. Στη φορεσιά της οικογένειας Βαλτινού, όπου συναντήσαμε φουστάνι κατακόρυφα ανοιχτό σαν καβάδι, το σχήμα και το ύφασμά του μαρτυρούν ανατολίτικη καταγωγή με την ονομασία κοζόκα. Η ποδιά ήταν μεταξωτή με κλαριά και λουλούδια, ενώ στο επάνω μέρος της είχε πρόσθετο κομμάτι από άλλο ύφασμα για να περνάει το ζωνάρι, το οποίο αλλάζει θέση σε σχέση με την προηγούμενη παραλλαγή. Η ίδια φορεσιά έχει και χρυσοκέντητο τερζήτικο ζωνάρι χωρίς πόρπη, το οποίο φοριόταν πάνω από το πιρπιρί.

 

Η τρίτη παραλλαγή της φορεσιάς

Η τρίτη παραλλαγή έχει ποκάμισο, βράκο, φουστάνι, ζωνάρι, ζώνη με πόρπες, πιρπιρί, χρυσοκέντητες γόβες, φεσάκι με φούντα και τα ανάλογα κοσμήματα. Το ποκάμισο που φαίνεται πάνω από το βράκο και το τουμάνι είναι βαμβακερό, λινό ή μεταξωτό, μπιμπιζάρι. Είναι σχετικά κοντό και τα κεντήματα του στα μανίκια και στον ποδόγυρο προσιδιάζουν τα κεντήματα που συναντούμε και σήμερα σε γιαννιώτικες πετσέτες. Η ύπαρξη περίτεχνου σχεδίου εδώ οδηγεί την Τατιάνα Ιωάννου σε εικασία ότι το φόρεμα ίσως μαζευόταν εξωτερικά σε αυτή την παραλλαγή, όπως το συναντούμε και σε άλλες φορεσιές. Το φουστάνι που φοριόταν από πάνω ήταν κοντύτερο, αλλά παραμένει στα πρότυπα του καβαδιού. Ήταν εφαρμοστό στον κορμό και φάρδαινε στη μέση, ενώ τα μανίκια του ήταν στολισμένα με χρυσή δαντέλα. Στη μέση φορούσαν ζώνη χρυσοκέντητη με τερζήτικα σχέδια και πούλιες ή ζώνη από χρυσοΰφαντα ιερατικά σειρήτια. Οι ζώνες έκλειναν μπροστά με μεγάλες πόρπες στολισμένες με δικέφαλους αετούς, φύλλα, κλαριά κτλ. Στα πόδια φορούσαν μεταξωτές χρυσοκέντητες γόβες με χαμηλό τακούνι. Τα μαλλιά τους ήταν πλεγμένα κοτσίδες μαζί με πρόσθετα μαλλιά για όγκο, τις οποίες τύλιγαν γύρω στα αυτιά, τα κλωστάρια. Άλλες φορές έδεναν το σταμπωτό μαντήλι με τις μπιμπιλιές γυρνώντας το στο κεφάλι μαζί με τις κοτσίδες σαν στεφάνι. Στην κορυφή του κεφαλιού έβαζαν το φεσάκι και το κρατούσαν στη θέση του, περνώντας μια λεπτή χρυσοκεντημένη λουρίδα κάτω από το σαγόνι. Το κεφάλι επίσης στολιζόταν με μαργαριτάρια, αλυσίδες με χρυσά νομίσματα, και στολισμένα με πολύτιμες πέτρες (διαμάντια) κοσμήματα. Ανάλογης αξίας ήταν και τα υπόλοιπα κοσμήματά τους, όπως τα περιδέραια, οι πόρπες στα ζωνάρια τους, οι καρφίτσες, τα δαχτυλίδια, τα βραχιόλια και τα σκουλαρίκια. Οι διαφορές ανάμεσα στις τρεις παραλλαγές είναι μικρές και κυρίως αφορούν το ύφασμα, τον τρόπο ραφής και τα σχέδια που έπαιρνε το κάθε κομμάτι επηρεασμένο από τα ανατολίτικα πατρόν. Ενώ στην αρχή τα σχέδια είναι μονοκόμματα, στη συνέχεια συναντούμε ραφή στη μέση, εφαρμοστά στο κορμί κομμάτια και περισσότερο ύφασμα για μεγαλύτερες πτυχώσεις και αέρα κατά το περπάτημα. Σε κάθε παραλλαγή τα υφάσματα είναι ακριβά και καλοραμμένα, ενώ και τα κοσμήματα καταδεικνύουν τον πλούτο της περιοχής.

 

Πηγή: el.m.wikipedia.org

 

Επαγγέλματα που χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου

Επαγγέλματα που χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου

 


Τα επαγγέλματα εξαρτώνται από την εποχή και τις ανάγκες της. Τα παρακάτω επαγγέλματα έχουν ξεπεραστεί την σημερινή εποχή και έχουν εκλείψει πια.

 

Αγγειοπλάστης

Το επάγγελμα του αγγειοπλάστη το εξασκούσαν σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, όπου υπήρχε κατάλληλο χώμα και όπου είχε αναπτυχθεί η σπουδαία παράδοση στη δημιουργία αγγειοπλαστικών αντικειμένων. Έτσι κατασκεύαζαν όλα τα μεγέθη μολυβικών μαγειρικών σκευών και πιατικών, κούπες με χερούλι και χωρίς χερούλι ακόμα κατασκεύαζαν κανάτια κρασιού διάφορα μικροσκεύη, όπως θυμιατήρια κ.α.

Στα έργα τους ακόμα συγκαταλέγονται σταμνιά που μετέφεραν νερό, πιθάρια διαφόρων μεγεθών για λάδι, για κρασί, για ψωμί, κολυμβήθρες, καπνοδόχους και πολλά άλλα.


Αγωγιάτης

Ο επαγγελματίας που κάνει μεταφορές με φορτηγό ζώο.

Οι αγωγιάτες, που επονομάζονταν και “κιρατζήδες”, μετέφεραν τα εμπορεύματα ή διακινούσαν τους ταξιδιώτες με άλογα και συχνότερα με μουλάρια. Λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των οικισμών, η μετακίνηση των ανθρώπων και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς μέχρι τη δεκαετία του 1930 και σε μερικές περιοχές μέχρι τη δεκαετία του 1950. Οι αγωγιάτες προέρχονταν συνήθως από το στρώμα των ακτημόνων αγροτών και ήταν οργανωμένοι σε πολυμελή σωματεία στα χωριά και στις κωμοπόλεις. Μεγάλος αριθμός αγωγιατών εργαζόταν στα εργοστάσια, στα ελαιοτριβεία, στα ταλκορυχεία και γενικότερα σε όλες τις βιομηχανικές ζώνες. Πολλοί μουσικοί, αγρότες και άλλοι επαγγελματίες κατέφυγαν στο επάγγελμα του αγωγιάτη κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ανέχεια και την πείνα, μετά την κατάσχεση όλου του ελαιόλαδου και την παράλυση του εμπορίου και των συγκοινωνιών.

Οι αγωγιάτες είναι οι “πρόδρομοι” των αυτοκινητιστών. Πραγματοποιούσαν επί πληρωμή ιδιωτικές μεταφορές εμπορευμάτων, κρασιών (σε ασκιά), διακινούσαν ταξιδιώτες, ιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας, κυρίως δε μετέφεραν δημητριακά .

 

Βαρελάς

Ήταν τεχνίτης, ειδικός στην κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο καστανιάς ή δρυός. Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την κατάλληλη κλίση. Κατόπιν περνούσαν τα στεφάνια, τα χτυπούσαν με το ματσακόνι για να σφίξουν καλά και μετά τοποθετούσαν τους δυο επίπεδους πυθμένες. Οι αποθήκες παλιά ήταν γεμάτες με βαρέλια κλπ.


Γανωτής (Καλαντζής)

Οι γανωτζήδες ήταν συνήθως πλανόδιοι τεχνίτες που αναλάμβαναν το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών, όπως τα ταψιά, τα καζάνια, τα κουτάλια,τα πηρούνια κλπ. Το «γάνωμα» έπρεπε να γίνεται συχνά για λόγους υγείας, κυρίως στα σκεύη που χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα, οπότε οι γανωτζήδες είχαν δουλειά όλο το χρόνο. Τα παλιά μπακιρένια οικιακά σκεύη (ταψιά, καζάνια, κουτάλια, πιρούνια κλπ.), με τον καιρό οξειδώνονταν και έπρεπε να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους με ειδικό μέταλλο (καλάι – κασσίτερος). Είχαν μαζί τους τα απαραίτητα εργαλεία και έκαναν τη δουλειά τους επί τόπου, ενώ παλιότερα η πληρωμή τους ήταν σε είδος (αυγά, καλαμπόκι, σιτάρι). Αφού καθάριζαν καλά τα σκεύη, αλείφανε το εσωτερικό τους με σπίρτο και το τρίβανε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγαν το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχναν μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζαν καλά, άπλωναν το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα… Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.

 

Γυρολόγος (Πραματευτής)

Έφερνε παλιά στα χωριά, φορτωμένος ή με το ζώο ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς : υφάσματα με τον πήχη, πουκάμισα, κάλτσες, κλωστές, εσώρουχα, κουμπιά, λάστιχο, κουβαρίστρες, τσατσάρες, χτένια, βαφές και πολλά άλλα ακόμα. Η πληρωμή γίνονταν συνήθως σε είδος.

Το επάγγελμα του πλανόδιου εμπόρου, που γυρνούσε στα χωριά και στις γειτονιές, ασκούσαν επαγγελματίες διαφόρων ειδικοτήτων, που ήταν συχνά και παραγωγοί του προϊόντος. Οι έμποροι αυτοί μετέφεραν το εμπόρευμά τους στους ώμους ή πάνω στο υποζύγιο που τους συνόδευε. Οι χαλβατζήδες που έφτιαχναν το χαλβά και οι σαλεπιτζήδες που έβραζαν και πουλούσαν το ζεστό σαλέπι, ήταν χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της πρώτης κατηγορίας. Αντίθετα οι γαλατάδες, οι πλανόδιοι υφασματέμποροι (ή “μπασματζήδες”) που εφοδίαζαν τα χωριά της αγροτικής περιφέρειας, οι “μπαχτσαβάνηδες”, που καλλιεργούσαν και πουλούσαν τα λαχανοπωρικά, καθώς και άλλοι πλανόδιοι έμποροι, μετέφεραν τα προϊόντα τους με το γαϊδουράκι, που έφερε το φορτίο του μέσα σε ειδικά κοφίνια.

 

Ζευγάς

Οι ζευγάδες αναλάμβαναν το όργωμα, τη σπορά και τη συγκομιδή των χωραφιών. Οι ζευγάδες όργωναν με το ξύλινο αλέτρι που το έσερναν δύο βόδια ή μουλάρια (τα “ζευγαρόβοδα”). Κάποιες φορές, οι ίδιοι εκτός από τα δικά τους χωράφια, όργωναν κι έσπερναν και τα χωράφια άλλων κατοίκων και αμείβονταν επιπλέον, επειδή διέθεταν την τέχνη τους αλλά και τη “συρμαγιά” (δηλαδή τα βόδια και το αλέτρι). Σήμερα ο ζευγάς έχει εξαφανιστεί, αφού το όποιο όργωμα γίνεται πια με μηχανικά μέσα.

 

Καλαθοποιός

Σε περιοχές που αφθονούσαν οι λυγαριές, οι μυρτιές, οι σφάκες (πικροδάφνες) και τα καλάμια, ευδοκίμησε και το επάγγελμα του καλαθοποιού. Από τις μυρτιές και κυρίως από τις λυγαριές οι καλαθοποιοί αποσπούσαν μακριές βίτσες με το τσερτσέτο (ειδικό μαχαίρι) και έκαναν τους σκελετούς για να πλέξουν με τα σχισμένα καλάμια καλάθια, κοφίνια, ψαροκόφινα και άλλα, ενώ μόνο με τις βίτσες έπλεκαν στουπιά για τυρί, κόφτες για τη μεταφορά των σταφυλιών κ.ά.

 

Καρεκλάς

Με τη χρησιμοποίηση ξύλων από πλάτανο ή από άλλα άγρια συνήθως δέντρα και με τη βοήθεια σχοινιών από βουρλιά ή αφράτου των ποταμών, ο καρεκλάς δημιουργούσε τις καρέκλες που ήταν τριών ειδών. Οι συνηθισμένες με κάθισμα και πλάτη πίσω, οι κοντούλες που δεν είχαν πλάτη και οι ραχατιλίδικες στις οποίες το ένα από τα μπροστινά πόδια ήταν υπερυψωμένο και συνδεόταν με το πίσω πόδι με πλάγιο ξύλινο μπράτσο ώστε να χρησιμεύει για να ακουμπάει αυτός που κάθεται.

 

Καφεπαντοπώλης

Στα περισσότερα χωριά της Ελλάδας, τις περισσότερες φορές ο καφετζής συνδύαζε τη λειτουργία του καφενείου του με την πώληση ειδών που δεν έβγαζε ο τόπος του, όπως καφέ, τσιγάρα, ζάχαρη, τσάι, ρύζι, μπακαλιάρο, σπίρτα, παστές σαρδέλες, φρίσες (ρέγγες), πιπερι, κύμινο, ταραμά, χαλβά και άλλα. Ακόμη μπορούσε να έχει πανιά, κλωστές, βελόνες, δέρματα και ίσως είδη τσαγκάρικου.

 

Κτίστης

Ο κτίστης ήταν στις πόλεις και στα χωριά πολύ διαδεδομένο επάγγελμα, επειδή τότε όλα τα σπίτια χτίζονταν με πέτρες απελέκητες και πελεκημένες. Οι κτίστες ακόμη έκαναν μερεμέτια, επισκεύαζαν παλιά σπίτια κ.ά. Σ’ αυτούς υπάγονται και οι πελεκάνοι που έβγαζαν και πελεκούσαν κατάλληλες για πελέκημα πέτρες κι έκαναν τις καμαρόπετρες, τις μυλόπετρες και τα πελέκια για τις πόρτες και τα παράθυρα. Οι ίδιοι έκαναν καμπαναριά που απαιτούσαν μεγάλη αντίληψη και προχωρημένη τεχνική.

 

Λούστρος

Όταν ο κόσμος περπατούσε σε χωμάτινους δρόμους, τα παπούτσια σκονίζονταν ή λασπώνονταν εύκολα. Τότε γνώρισε άνθηση και το επάγγελμα του λουστραδόρου. Αυτός μ’ ένα κασελάκι μπροστά του, αληθινό κομψοτέχνημα, και γύρω του να κρέμονται οι βούρτσες και τα βερνίκια με τα διάφορα χρώματα, κάθονταν σ’ ένα χαμηλό σκαμνάκι, στην αρχή της πλατείας στο Καρπενήσι, και περίμενε υπομονετικά. Για να προσελκύσει τους πελάτες γίνονταν ταχυδακτυλουργός ή χτύπαγε ρυθμικά το κασελάκι. Ο πελάτης πλησίαζε κι άπλωνε, όπως ήταν όρθιος, πρώτα το δεξί πόδι πάνω στην ειδική μεταλλική θέση της κασέλας κι έπειτα το άλλο. Έτσι άρχισε η “ιεροτελεστία” του βαψίματος…

 

Μεταπράτης

Γυρνώντας από χωριό σε χωριό με φορτηγό ζώο (γάιδαρο ή μουλάρι) αγόραζε μικρές ή μεγάλες ποσότητες προϊόντων από τους χωρικούς τα οποία και μεταπουλούσε σε άλλα χωριά με διάφορο κέρδος. Στους μεταπράτες ανήκουν και οι κερατζήδες και οι πραματευτάδες.

 

Μπακάλης

Πνιγμένος στα ράφια με τις κονσέρβες, τις ζάχαρες τα ζυμαρικά και όλα τα απαραίτητα για το μαγείρεμα της νοικοκυράς. Τα περισσότερα χύμα και αγορασμένα βερεσέ. Χωρίς ψυγείο, πουλούσε όλα τα βασικά είδη και τρόφιμα χύμα. Συνήθως, το μπακάλικο ήταν εμπορικό και καπηλειό. Σήμερα με τους όρους που διαμορφώθηκαν από την σύγχρονη οικονομία και την επικράτηση των σούπερ μάρκετ τα μπακάλικα χάθηκαν, εκτός από εκείνα τα λίγα που λειτουργούν ακόμα στα χωριά.

 

Μπασματζής (Υφασματοπώλης)

Σε λίγα κεφαλοχώρια, υπήρχαν τα καταστήματα υφασμάτων, που συνήθως ήταν και ραφτάδικα. Εμπορικά που πουλούσαν όλα τα είδη που είχαν ζήτηση εδώ, όπως μεταξωτά, βαμβακερά, βελούδινα, χασέδες, ποπλίνες, αλατζάδες, τσίτια κλπ.

 

Μυλωνάς

Η καλλιέργεια σιτηρών ήταν πολύ διαδεδομένη μέχρι το 17ο αιώνα, ενώ στη συνέχεια περιορίστηκε σημαντικά. Οι άνθρωποι τότε φρόντιζαν δυο φορές το χρόνο, (φθινόπωρο – άνοιξη), για την παρασκευή του σταρένιου ή καλαμποκίσιου αλευριού. Μετέφεραν τα τσουβάλια τους το πρωί στο μύλο για άλεσμα και επέστρεφαν το βράδυ. Αλευρόμυλοι υπήρχαν σε όλα τα χωριά, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν υδρόμυλοι, δηλαδή τους κινούσε η δύναμη του νερού, οπότε τους έχτιζαν πάντα δίπλα σε ποτάμια και ρεματιές. Σήμερα λειτουργούν ελάχιστοι. Ο μύλος ήταν συνήθως το σπίτι του μυλωνά. Κάτω από τις μυλόπετρες υπήρχε ένας μικρός χώρος, όπου ήταν εγκατεστημένος ο κινητός μηχανισμός, όπου έπεφτε από το βαγένι και τον περιέστρεφε.
Ο αλεστικός μηχανισμός είχε δυο οριζόντιες κυλινδρικές μυλόπετρες, τη μια πάνω στην άλλη, με την κάτω ακίνητη. Το σιτάρι διοχετεύονταν ανάμεσά τους από μια τρύπα στο κέντρο της επάνω περιστρεφόμενης πέτρας. Με την κίνηση το σιτάρι ή το καλαμπόκι συνθλίβεται ανάμεσα στις πέτρες και μετατρέπεται σε σκόνη. Ως αμοιβή του ο μυλωνάς κράταγε ένα μέρος από τα αλεστικά (5-12%) και σπάνια έπαιρνε χρήματα. Οι υδρόμυλοι έπαιρναν ως αλεστικό δικαίωμα ένα “σινίκι” (= 6 οκάδες) για την άλεση 100 οκάδων σιτηρών.

 

Νερουλάς

Στην παλιά Αθήνα που δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότησή τους με νερό. Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία .

Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβότανε περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ.

Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε η ΟΥΛΕΝ.

 

(Ν)τελάλης

Η λέξη είναι μάλλον τούρκικη και σημαίνει “αυτός που ανακοινώνει τα μαντάτα”, ο δημόσιος κήρυκας. Οι ντελάληδες διαλαλούσαν στους κατοίκους των κωμοπόλεων και των χωριών τα νέα που έφταναν με τον τηλέγραφο ή τα εμπορεύματα που έφερναν στις πλατείες των χωριών οι πραματευτάδες. Η δυνατή φωνή και κυρίως ο τρόπος που παρουσίαζαν συνοπτικά τα νέα ή διαφήμιζαν τα προϊόντα, τους καθιστούσε γνωστούς στην τοπική κοινωνία. Έβαζε την παλάμη στο στόμα, σαν χωνί, κι έπαιρνε τις γειτονιές φωνάζοντας. Η αμοιβή του ήταν ένα ποτηράκι τσίπουρο ή λίγο κολατσιό. Η ευρεία διάδοση των εφημερίδων, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης υποκατέστησε σταδιακά τους ντελάληδες σε όλα τα χωριά του νησιού.

 

Ντενεκετζής

Ο ντενεκετζής κατασκεύαζε χρηστικά αντικείμενα του νοικοκυριού και γενικότερα της αγροτικής ζωής όπως χωνιά, λύχνους, μαστραπάδες, κουβάδες, φανάρια, μπρίκια του καφέ, σουρωτήρια, κουτσουνάρες και άλλα.

 

Πεταλωτής

Αλμπάνης (από το τουρκικού nalbant, αλμπάνης = πεταλωτής)

Παλιά υπήρχαν πολλοί πεταλωτές μια και ήταν απαραίτητοι αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε και ένα ζώο για τις δουλειές του, γαϊδούρι ή μουλάρι. Ο πεταλωτής έβαζε στα ζώα τα πέταλα που ήταν ας πούμε τα παπούτσια τους. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο πεταλωτής ήταν τα πέταλα, το σφυρί, η τανάλια, το σατράτσι και τα καρφιά. Στην αρχή ακινητοποιούσαν το πόδι του ζώου και ο πεταλωτής έβγαζε το παλιό φθαρμένο πέταλο.

Μετά με το σατράτσι που ήταν ένα μαχαίρι σε σχήμα μικρού τσεκουριού έκοβε την οπλή του ζώου από κάτω έτσι ώστε να την ισιώσει. Μετά έβαζε το καινούργιο το πέταλο και το κάρφωνε με τα ειδικά καρφιά. Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Τα πέταλα είχαν τρύπες γύρω – γύρω για να μπαίνουν τα καρφιά. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου. Αυτό γινόταν για να μπορεί να περπατάει στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς να πληγώνονται τα πόδια του και για να διατηρεί την ισορροπία του.

Τα πέταλα ήταν σιδερένια και κατασκευάζονταν χειροποίητα στο αμόνι, ενώ οι τεχνίτες που τα έφτιαχναν αναλάμβαναν ταυτόχρονα και το το πετάλωμα των ζώων, που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και δεξιοτεχνία. Οι πεταλωτές συχνά ασκούσαν παράλληλα και το επάγγελμα του σιδερά, ενώ κάποιοι από αυτούς ήταν και πρακτικοί κτηνίατροι ή αναλάμβαναν και τον ευνουχισμό (μουνούχισμα) των ζώων.

 

Πηγή: https://www.agriniosite.gr/epaggelmata-poy-chathikan-sto-perasma-toy-chronoy/