...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

H Θεσσαλία πριν τη Σαρακοστή…

H Θεσσαλία πριν τη Σαρακοστή…-Τα έθιμα που ξεχωρίζουν σε κάθε τόπο, με ρίζες στην Αρχαία Ελλάδα

 


Η περίοδος των Αποκριών έχει τα δικά της χαρακτηριστικά έθιμα σε κάθε περιοχή της Ελλάδας, έστω και αν υπάρχουν διακριτές ομοιότητες. Η Μαγνησία, η Θεσσαλία και η Κεντρική Ελλάδα γενικότερα δεν αποτελεί εξαίρεση, με έθιμα οι ρίζες των οποίων χάνονται στα βάθη των αιώνων και εντοπίζονται ακόμη και στην Αρχαία Ελλάδα να λαμβάνουν χώρα κάθε τέτοια περίοδο, με το άνοιγμα του Τριωδίου και με την αυλαία να πέφτει την Καθαρά Δευτέρα.

 

Ο διονυσιακός χαρακτήρας στα περισσότερα από αυτά είναι εμφανής. Από την άλλη, η Ορθόδοξη Πίστη δεν θα μπορούσε να μην επηρεάσει την πλειονότητα των δρώμενων σε κάθε περιοχή, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξαν στη διαμόρφωσή τους και οι μετακινήσεις των ελληνικών φύλων στην ευρύτερη περιοχή αλλά και η άφιξη και η εγκατάσταση των προσφύγων σε αρκετά σημεία και της Θεσσαλίας, όπως από τη Μικρά Ασία, την Καππαδοκία και την Ανατολική Ρωμυλία.

 

Παράλληλα δεν θα πρέπει να ξεχνά κανείς ότι όλα αυτά τα έθιμα πηγάζουν και από την οικονομική ένδεια των περισσότερων κατοίκων, ειδικά τα παλαιότερα χρόνια. Έτσι, με τη δράση τους στα έθιμα της Αποκριάς, όταν η Άνοιξη βρίσκεται προ των πυλών, ήθελαν κατά κάποιον τρόπο να εξασφαλίσουν ότι οι όποιες ανώτερες δυνάμεις θα τους προστατεύσουν και θα δείξουν την εύνοιά τους, φέρνοντας καλές σοδιές και πολλαπλασιασμό των ζώων. Αγροτική περιοχή κατά κύριο λόγο γαρ η Θεσσαλία, δεν θα μπορούσε να μην κινείται σε ανάλογους ρυθμούς, και πάλι με βάση τα διονυσιακά δρώμενα, ενώ η σκληρή καθημερινότητα δεν έδινε τη δυνατότητα για πολλές στιγμές απόλαυσης…!

 

Έθιμα σύμφωνα με την καταγωγή

Ανάλογα με την πληθυσμιακή ομάδα από εκεί και πέρα παρατηρούνται και διαφορετικά έθιμα.

 

Για παράδειγμα τις ημέρες της Αποκριάς οι Σαρακατσάνοι τιμούν τους νεκρούς, θεωρώντας ότι με την τέλεση μνημόσυνων ανακουφίζουν τις ψυχές, ενώ έκαναν διανομή γευμάτων σε φτωχούς.

 

Οι Καπαδόκες την Καθαρά Δευτέρα συνήθιζαν να καθαρίζουν τα σπίτια τους, αλλά δεν έπλεναν τα πιάτα της Κυριακής, προκειμένου όπως πίστευαν να χορτάσουν οι ψυχές των αγαπημένων τους που είχαν φύγει… Συγχρόνως σε έναν τοίχο του σπιτιού που έβλεπε τόσο το φως του ήλιου όσο και της Σελήνης, έκαναν σχέδια με το δάχτυλό τους βουτηγμένο σε αλεύρι, ή τρίγωνο ή ένα φεγγάρι με σταυρό, προκειμένου να πουν το δικό τους «ευχαριστώ» για τα αγαθά που προσφέρει η Φύση.

 

Σε διάφορες περιοχές, οι Βλάχοι μετά τον εκκλησιασμό της Κυριακής της Τυρινής έχουν το κάλεσμα της αρραβωνιασμένης νύφης στις γυναίκες της οικογενείας του γαμπρού. Αυτές της προσέφεραν χαλβά για την περίοδο της Νηστείας, αλλά και άλλα είδη όπως ένα λευκό μαντήλι, σαπούνι και άρωμα και αυτή από την πλευρά της πλεκτές κάλτσες και μαντήλια.

 

Η Συγχώρεση

Ένα από τα βασικά έθιμα της Αποκριάς και στη Θεσσαλία είναι το έθιμο της Συγχώρεσης. Συνήθως την Κυριακή της Τυρινής τα μέλη της οικογένειας ζητούσαν από τον γηραιότερο αυτής συγχώρεση για όσες αρνητικές καταστάσεις μπορεί να έγιναν στο παρελθόν. Στο Μαρκό Καρδίτσας μάλιστα μετά τον Εσπερινό οι κάτοικοι ζητούν Συγχώρεση από τον ιερέα, για να ακολουθήσει ο Χορός του Παπά σε εξωτερικό χώρο.

 

Το Μπουρανί

Στον Τύρναβο ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στην διονυσιακή λατρεία είναι το διάσημο έθιμο του φαλλού, το «μπουρανί». Παλαιότερα στο Μπουρανί συμμετείχαν μόνο άνδρες. Οι κάτοικοι κατά την διάρκεια του εθίμου μεταφέρονταν σε κάθε πλατεία και γειτονιά μεταμφιεσμένοι. Έπειτα έφτιαχναν το παραδοσιακό «μπουρανί», δηλαδή ένα φαγητό από σπανάκι, τσουκνίδα και ξύδι. Τραγουδούσαν άσεμνα τραγούδια, ενώ πείραζαν τους περαστικούς με χειρονομίες αλλά και με τους χειροποίητους φαλλούς από ξύλο ή πηλό, γιορτάζοντας  κάθε χρόνο τη γονιμότητα της γης και υμνώντας τη φύση για τους καρπούς που προσφέρει.

 

Το σκοπελίτικο έθιμο της τράτας

Την προτελευταία Κυριακή του Τριωδίου, οι «τραταραίοι» στη Σκόπελο, κρατώντας στα χέρια τους καλαμένια καΐκια διασχίζουν τις γειτονιές με τελικό προορισμό την παραλία, για να τα ρίξουν στη θάλασσα, πειράζοντας και τραγουδούν τα «περπάσκα», αυτοσχέδια «πιπεράτα» σατυρικά τραγούδια.

 

Οι φωτιές

Κεντρικό στοιχείο της Αποκριάς σε όλη τη χώρα είναι οι φωτιές, οι οποίες συμβολίζουν τον εξαγνισμό, τη λατρεία της φύσης που ανανεώνεται και ξαναγεννιέται, σηματοδοτώντας το καλωσόρισμα της άνοιξης και την έναρξη της καρποφορίας της Γης.

 

Είναι πάρα πολλές και οι περιοχές της Θεσσαλίας όπου λαμβάνει χώρα το συγκεκριμένο έθιμο. Έτσι και στο Βελεστίνο για παράδειγμα και στη Συκή και την Αργαλαστή, τα περιβόητα Κατσίποδα πάντα έκλεβαν το ενδιαφέρον. Ανάβοντας φωτιά σε κεντρικό σημείο του χωριού, στήνεται γύρω της γλέντι, ενώ πολλοί είναι αυτοί που πηδούν πάνω από τις φλόγες.

 

Οι «Μιτζούνοι», οι «Κουδουνάδες» και η Καθαρά Δευτέρα στο Τρίκερι

Στο νότιο Πήλιο ντύνονταν την ημέρα των Αποκριών οι «Μιτζούνοι» με ενδύματα του άλλου φύλου και άλλης ηλικίας, θέλοντας να στρέψουν με αυτόν τον τρόπο τα πυρά τους κατά του Χρόνου που περνάει και να καταγγείλουν την ματαιότητα της ζωής. Στόχος τους ήταν να καταστούν μη αναγνωρίσιμοι, αλλάζοντας ακόμη και τη φωνή τους, ενώ τύλιγαν το κεφάλι τους με ύφασμα, βλέποντας οι ίδιοι αλλά χωρίς οι υπόλοιποι να βλέπουν τα χαρακτηριστικά τους.

 

Την ίδια ημέρα οι Κουδουνάδες κάνουν την εμφάνισή τους στη Δράκεια, και επισκεπτόμενοι τα σπίτια του χωριού συναντιούνται στην πλατεία προκαλώντας αρκετή φασαρία με τα κουδούνια τους ενώ στη συνέχεια γλεντάνε με μουσική και χορό έως το πρωί.

 

Τέλος, στο Τρίκερι, η καθαροδευτεριάτικη έξοδος μεταφραζόταν σε μαζική εξόρμηση στις γύρω και και τις απέναντι ακτές και τα μικρονήσια με τα ψαροκάικα, για να συγκεντρώσουν θαλασσινά και στη συνέχεια να γευματίζουν στις αμμουδιές.

 

 

Πηγή: magnesianews.gr

 

Γενίτσαροι και Μπούλες

Γενίτσαροι και Μπούλες

 

Το αποκριάτικο έθιμο που ξεκίνησε ως μνημόσυνο μετά από παιδομάζωμα

Μια αναδρομή στο παραδοσιακό έθιμο που ενώνει την κοινότητα με τη λαϊκή κουλτούρα και τις ρίζες της Νάουσας

 



Το έθιμο των Γενίτσαρων είναι μια ιδιαίτερα τελετουργική και παραδοσιακή γιορτή της Νάουσας, η οποία διακρίνεται για τη αυστηρή πειθαρχία, την τυποποιημένη μορφή και την αισθητική παρουσία των συμμετεχόντων. Κάθε στοιχείο, από την ενδυμασία μέχρι τη μουσική και τους χορούς, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιεροτελεστίας που ακολουθεί απαράλλακτους κανόνες για αιώνες. Ας εξετάσουμε τα κύρια στοιχεία του εθίμου και την τελετουργία του.

 

Ο Γιανίτσαρος και η Μπούλα

Κεντρική φιγούρα του εθίμου είναι ο Γιανίτσαρος, ντυμένος με φουστανέλα και γεμάτος ασημικά στο στήθος και στη φορεσιά του. Κρατάει μια μακριά πάλα (σπαθί) και φοράει το χαρακτηριστικό κέρινο προσωπείο. Παράλληλα, η Μπούλα, αν και άνδρας, υποδύεται τη γυναικεία μορφή με σεβασμό, φορώντας φαρδιά φορέματα και ένα διακοσμημένο με τούλια και λουλούδια κέρινο προσωπείο. Ο ρόλος της Μπούλας είναι σημαντικός στην τελετουργία και συμβολίζει την αρμονία και την ισχυρή παρουσία της γυναικείας μορφής στην παράδοση.

 

Η συναρπαστική έναρξη και ο ρόλος της μουσικής

Το έθιμο ξεκινά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς, με το ντύσιμο των Γενίτσαρων. Η μουσική συνοδεία από το ζουρνά και το νταούλι (ο Ζαλιστός) δημιουργεί μια μελαγχολική αλλά και εορταστική ατμόσφαιρα καθώς η πομπή ξεκινά και κατευθύνεται από σπίτι σε σπίτι. Ο ήχος του ζουρνά και του νταουλιού είναι καθοριστικός και σηματοδοτεί τη συγκέντρωση των Γενίτσαρων.

 

Η σημασία της τελετουργίας

Όταν ο Γενίτσαρος ετοιμαστεί, ακολουθεί μια σειρά από τελετουργικές κινήσεις: τινάζεται τρεις φορές και πηδάει τρεις φορές στα δύο του πόδια, συμβολίζοντας τον αποχαιρετισμό. Στη συνέχεια, κάνει το σταυρό του και χαιρετά τους συμμετέχοντες. Η πομπή συνεχίζεται με τους συμμετέχοντες να κατευθύνονται στο Δημαρχείο, όπου πραγματοποιείται το συμβολικό προσκύνημα. Ο αρχηγός του μπουλουκιού, μαζί με την Μπούλα, εισέρχεται στο Δημαρχείο και ζητά την άδεια από τον Δήμαρχο για την τέλεση του εθίμου. Αυτή η διαδικασία αναδεικνύει τη συμμετοχή του Δήμου στην παράδοση και τη σημασία της ενσωμάτωσης του πολιτικού στοιχείου στην εορτή.

 

Ο χορός και οι πατινάδες

Ακολουθεί η πομπή στους δρόμους της πόλης, όπου οι συμμετέχοντες χορεύουν σε ζεύγη και σταυρώνουν τις πάλες τους ως αναπαράσταση μάχης. Η πορεία ακολουθεί συγκεκριμένη διαδρομή, με στάσεις σε επτά προκαθορισμένα σημεία (τριόδια), όπου οι Γενίτσαροι χορεύουν κυκλικά ως φόρο τιμής στην οικογένειά τους. Οι συγγενείς και φίλοι προσφέρουν χρήματα στους οργανοπαίκτες, και καθ' όλη τη διάρκεια του εθίμου, οι θεατές δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν στο χορό ή να τραγουδούν, καθώς ηγετικά ρόλο έχουν οι Γενίτσαροι.

 

 

Η κορύφωση και ο τελικός χορός

Η κορύφωση του εθίμου έρχεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας, όταν όλα τα μπουλούκια συγκεντρώνονται στην περιοχή Σπηλαίου για ένα μεγάλο γλέντι. Με παραδοσιακές πίτες, γλυκά του ταψιού και ντόπιο κρασί, η γιορτή συνεχίζεται με την κοινή συμμετοχή των Γενίτσαρων και του πλήθους σε έναν χορό χαράς και γιορτής. Το έθιμο ολοκληρώνεται την Καθαρή Δευτέρα, όπου οι συμμετέχοντες συνεχίζουν την πορεία τους χωρίς τα «πρόσωπα», ακολουθώντας ωστόσο την ίδια διαδρομή και τελετουργία.

 

Το έθιμο των Γενίτσαρων παραμένει ζωντανό και ενισχύει τη σύνδεση της τοπικής κοινωνίας με την παράδοση και τον πολιτισμό της Νάουσας. Μέσα από τις τελετουργικές κινήσεις, τη μουσική και τον χορό, οι Γενίτσαροι διατηρούν ζωντανές τις ρίζες και τις αξίες του τόπου τους, γιορτάζοντας με σεβασμό και ευλάβεια τα έθιμα των προγόνων τους.

 

Πηγή: e-radio.gr/

 

Το Στοιχειό της Χάρμαινας: Ο αποκριάτικος θρύλος της Άμφισσας

Το Στοιχειό της Χάρμαινας: Ο αποκριάτικος θρύλος της Άμφισσας

 

 

Το Στοιχειό της Χάρμαινας αποτελεί έναν από τους γνωστότερους θρύλους της Άμφισσας. Πρόκειται για έναν μύθο με βαθιές ρίζες στην τοπική λαογραφία, που συνδυάζει τραγωδία, αθέατες δυνάμεις και παραδοσιακές αξίες. Σύμφωνα με την παράδοση, το στοιχειό εμφανίζεται το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς, όταν οι κάτοικοι της συνοικίας της Χάρμαινας αναβιώνουν την ιστορία ενός τραγικού έρωτα.

 

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή…

Η ιστορία ξεκινά με τον νεαρό Κωνσταντή, ο οποίος δούλευε στο βυρσοδεψείο της οικογένειάς του, συνεχίζοντας την παράδοση των ταμπάκηδων της Άμφισσας. Ο Κωνσταντής ερωτεύτηκε την όμορφη και εργατική Λενιώ, η οποία δούλευε στα αμπέλια και στα ελαιόδεντρα της οικογένειάς της. Μαζί, ονειρεύονταν ένα μέλλον γεμάτο ευτυχία και κοινά όνειρα, πιστεύοντας ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην αγάπη τους.

 

Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια. Μια τραγική μέρα, ενώ ο Κωνσταντής είχε φύγει για να αγοράσει ένα δαχτυλίδι αρραβώνων ως σύμβολο της δέσμευσής του, τη Λενιώ τη χτύπησε κεραυνός, όταν πήγε στην πηγή της Χάρμαινας για να αντλήσει νερό. Η ξαφνική αυτή τραγωδία σήμανε το τέλος της ζωής της Λενιώς και άφησε πίσω της ένα βαθύ κενό και αβάσταχτο πόνο. Ο νεαρός Κωνσταντής, μην μπορώντας να αντέξει το πλήγμα, αυτοκτόνησε, ελπίζοντας πως με τον θάνατο θα ενωθεί για πάντα με την αγαπημένη του.

 

Ωστόσο, η θρησκευτική παράδοση της εποχής και οι κοινωνικές αντιλήψεις δεν επέτρεπαν την ταφή των αυτόχειρων, και έτσι η ψυχή του Κωνσταντή καταδικάστηκε να περιπλανιέται ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς. Από τότε, ο νεαρός μεταμορφώθηκε σε πανύψηλο και τρομακτικό τέρας με μακρουλά χέρια και άγριο παρουσιαστικό. Ο Κωνσταντής, ως φάντασμα πλέον, κράτησε μέσα του την απέθαντη αγάπη για τη Λενιώ, προστατεύοντας παράλληλα τους ταμπάκηδες, οι οποίοι αποτελούσαν για αυτόν «δικούς του ανθρώπους».

 

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, το στοιχειό ακολουθεί μια συγκεκριμένη διαδρομή: ξεκινά από το σπίτι της Λενιώς, περνά από το πατρικό του και συνεχίζει στους δρόμους όπου έμεναν φίλοι και συγγενείς του. Καθώς κινείται, αφήνει πίσω του τον ανείπωτο θρήνο του, το σύρσιμο των αλυσίδων και αχνές κραυγές που αντηχούν στα σοκάκια της Χάρμαινας.

 

Το Στοιχειό της Χάρμαινας και οι Απόκριες

Με τα χρόνια, ο μύθος του στοιχειού έχει μετατραπεί από ιστορία τρόμου σε λαϊκό δρώμενο. Κάθε Αποκριά, η Άμφισσα ζωντανεύει μέσα από παραδοσιακές πομπές και μεταμφιέσεις, όπου οι κάτοικοι ντύνονται ξωτικά, νεράιδες και άλλα υπερφυσικά πλάσματα, αναπαριστώντας το σκοτεινό παραμύθι του Κωνσταντή και της Λενιώς. Μέσα από αυτή τη γιορτή, όχι μόνο τιμάται η μνήμη του τραγικού τους έρωτα, αλλά διατηρείται ζωντανή και η παράδοση των ταμπάκηδων και των παλαιών τεχνών της περιοχής.

 

Συνολικά, το Στοιχειό της Χάρμαινας είναι ένας μύθος που συνδυάζει τον ανθρώπινο πόνο, τη βαθιά αγάπη και το ανεξήγητο του μεταφυσικού. Παρά τον φόβο που προκαλεί, αποτελεί και πηγή έμπνευσης για τους ντόπιους, οι οποίοι βλέπουν σε αυτόν όχι μόνο μια υπερφυσική απειλή, αλλά και μια υπενθύμιση της ιστορίας, της παράδοσης και της αντοχής ενός λαού. Η αναβίωση του θρύλου κάθε χρόνο ενώνει την κοινότητα, ενώ αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα αποκριάτικα έθιμα της Ελλάδας. 

 

Πηγή: in2life.gr/

 

Υπαπαντή του Κυρίου-2 Φεβρουαρίου: Γιορτή, έθιμα και παραδόσεις

Υπαπαντή του Κυρίου-2 Φεβρουαρίου: Γιορτή, έθιμα και παραδόσεις

 

 

Η γιορτή της Υπαπαντής είναι μια δεσποτική γιορτή της Χριστιανοσύνης, σε ανάμνηση της έλευσης του μικρού Χριστού στον Ναό των Ιεροσολύμων και της υποδοχής του από τον ιερέα Συμεών.

 

Γιορτάζεται μαζί με την ανάμνηση του γεγονότος του καθαρισμού της Παναγίας από τη λοχεία (σαραντισμός).

 

Η Υπαπαντή του Κυρίου είναι μία από τις 12 μεγάλες γιορτές της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας και έχει συνδεθεί με την παράδοση που θέλει, τέτοια ημέρα, να γίνονται προβλέψεις για τον καιρό που θα ακολουθήσει.

 

Σε πολλές περιοχές της χώρας λένε πως ό,τι μέρα κάνει στη γιορτή της Υπαπαντής έτσι θα ξετελέψει και ο καιρός τις επόμενες 40 ημέρες.

 

Στην Κρήτη ωστόσο λένε κάτι διαφορετικό: πως αν κάνει καλό καιρό αυτή τη μέρα τότε ο χειμώνας θα κρατήσει πολύ ακόμα.

 

ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ – ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Στη Μακεδονία είχαν ως συνήθεια την παραμονή των Χριστουγέννων να τοποθετούν μια άσπρη πέτρα, μέσα στο τζάκι, ώστε η οικογένεια να περάσει μια άσπρη, δηλαδή καλή, χρονιά.

 

Αυτή την πέτρα την έπαιρναν την ημέρα της Υπαπαντής και την πήγαιναν στο χωράφι πιστεύοντας πως έχει τη δύναμη να αποτρέψει τη χαλαζόπτωση κι άρα την καταστροφή της σοδειά τους .

 

Είναι επίσης σημαντικό να ξέρουμε πως το 1929 είχε οριστεί η ημέρα της Υπαπαντής ως εκείνη στη διάρκεια της οποίας θα τιμάται και θα γιορτάζει η μητέρα.

 

Στη δεκαετία του 1960 ωστόσο η γιορτή της μητέρας μεταφέρθηκε τη 2η Κυριακή του Μαΐου, καθώς τότε γιόρταζαν τη μητέρα οι Αμερικανοί και η εμπορευματοποίηση απαιτούσε να “προσαρμοστούμε” κι εμείς.

 

 

ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ

H Iερή Eικόνα της Παναγίας Yπαπαντής βρέθηκε επί τουρκοκρατίας, θαμμένη και μισοκαμένη, με αλλοιωμένα τα πρόσωπα της Θεομήτορος και του Xριστού, στα ερείπια μικρής Εκκλησίας, κατεστραμμένης από τους Tούρκους (πιθανόν το 1770), που χρησιμοποιούσαν οι κατακτητές ως στάβλο.

 

Στο χώρο αυτό, νοτιοανατολικά του υπάρχοντος Mητροπολιτικού και Καθεδρικού Iερού Nαού, κτίστηκε και καταστράφηκε επανειλημμένα η αφιερωμένη στην Παναγία την Yπαπαντή Εκκλησία.

 

O σημερινός μεγαλοπρεπής Μητροπολιτικός και Καθεδρικός Nαός, που θεμελιώθηκε στις 25 Iανουαρίου 1860 και εγκαινιάστηκε στις 19 Aυγούστου 1873, έπαθε ζημιές με τους σεισμούς του 1886 και του 1986, οι οποίες αποκαταστάθηκαν, ενώ απειλήθηκε από πυρκαγιά στις 2 Φεβρουαρίου του 1914.

 

Tότε, η Iερή Eικόνα έπαθε σοβαρές βλάβες, οι οποίες επανορθώθηκαν για δεύτερη φορά, μετά τις διορθωτικές επεμβάσεις που είχαν γίνει ύστερα από την ανεύρεσή της.

 

H λιτάνευση της Eικόνας έγινε για πρώτη φορά το 1841, για την αντιμετώπιση κάποιας επιδημίας βαριάς μορφής (πιθανολογείται ότι ήταν πανώλη), που είχε πλήξει την πόλη.

 

Kαθιερώθηκε, όμως, η λιτάνευση να γίνεται κάθε χρόνο, την ημέρα της γιορτής, το έτος 1884.

 

Πηγή: ekklisiaonline.gr/

 

 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Φλεβάρης και λαϊκή παράδοση

Φλεβάρης και λαϊκή παράδοση

 



 

Ο Φεβρουάριος μέσα από τη λαϊκή μας παράδοση.

Έχει 28 ημέρες στα κοινά έτη και 29 ημέρες κάθε τέσσερα χρόνια. Τα δίσεκτα έτη διαιρούνται ακριβώς δια του 4. Αρχικά ο Φεβρουάριος είχε 29 ημέρες στα κοινά και 30 στα δίσεκτα, όμως ο αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος αφαίρεσε μία ημέρα, την οποία πρόσθεσε στον μήνα Αύγουστο που έφερε το όνομά του.

Κατά το Αττικό ημερολόγιο ο Φεβρουάριος ονομαζόταν Ανθεστηριώνας, όνομα προερχόμενο από τις εορτές των Ανθεστηρίων, οι οποίες τελούνταν στην Αρχαία Αθήνα την 11η έως και την 13η ημέρα του μηνός. Η πρώτη ημέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν «πιθοίγια» διότι ανοίγονταν και δοκιμάζονταν για πρώτη φορά οι πίθοι με τον οίνο της χρονιάς. Η δεύτερη ημέρα λεγόταν «Χόες», από το ομώνυμο οινοδοχείο και η τρίτη ημέρα ονομάζονταν «Χύτροι» και ήταν η ημέρα των ψυχών. Προσφέρονταν δε αγγεία με άνθη, μαγειρεμένα λαχανικά και πανσπερμία σιτηρών και γίνονταν σπονδές από νερό πάνω στους τάφους.

Στην Ελλάδα ο Φεβρουάριος καλείται και Φλεβάρης, ονομασία η οποία προέρχεται από τις «φλέβες», δηλαδή τα υπόγεια νερά που αναβλύζουν στην διάρκειά του από τις πολλές βροχές. Στην Θράκη μάλιστα υπάρχει το ρήμα φλεβαρίζω που σημαίνει πλημμυρίζω, επειδή τα χωράφια «φλεβαρίζουν» από τα πολλά νερά. «Σου ‘πανε Φλεβάρη βρέξε κι αλησμόνησες να πάψεις»… Υπάρχει όμως και το ρήμα φλεβίζω, που σημαίνει κάνω δυνατό κρύο.

Στα ορεινά μέρη της Ελλάδος προσάρμοσαν το όνομα στις καιρικές συνθήκες του ψύχους και των θανάτων που προκαλούνται εξαιτίας αυτού : «Ο Φλεβάρης φλέβες ανοίγει και πόρτες σφαλνά».

Επίσης, έχει πάρει διάφορες άλλες ονομασίες σχετικές με την μικρή του διάρκεια : Κουτσοφλέβαρος, Μικρός, Κουτσός, Φλιάρης, Μισερός και Γκουζούκης. Στον Πόντο λέγεται και Κούντουρος γιατί έχει κοντή ουρά καθώς και Κούτσουρος διότι είναι κουτσουρεμένος.

Στον αγροτικό βίο ονομάζεται κλαδευτής, γιατί η πρώτη ημέρα του Φεβρουαρίου σηματοδοτεί την αρχή του κλαδέματος, του τσαπίσματος των χωραφιών και άλλων αμπελουργικών φροντίδων. «Ας έρθ’ τ’ Αϊ Τρύφου η μέρα πρώτα, κι απέει πιάν’ς του σβανά στου χέρι σ’». Η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα, προστάτη των αμπελιών, την 1η του μηνός του έδωσε και το όνομα «Αϊ-Τρύφωνας». Στην Στενήμαρο της Ανατολικής Ρωμυλίας την ημέρα εκείνη οι αμπελουργοί θυσίαζαν έναν ταύρο και μετά το φαγοπότι διοργάνωναν αγώνες πάλης.

Ο καιρός τον Φεβρουάριο είναι άστατος, γι’ αυτό τον λόγο καλείται και Μεθυσμένος γιατί δεν ξέρει τι κάνει. «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει κι άμα πει και θυμώσει μέσ’ τα χιόνια θα μας χώσει». Παρ’ όλα αυτά ο Φεβρουάριος είναι ο τελευταίος μήνας του χειμώνα και προπομπός της ανοίξεως. Χαρακτηριστικό του είναι οι ανθισμένες αμυγδαλιές οι οποίες πιστές πάντα στο ετήσιο άνθισμα τους, στέλνουν τα υπέροχα μηνύματα αναγεννήσεως της φύσης.

 

Γιορτές το μήνα Φεβρουάριο

 

Του Αγίου Τρύφωνα 1 Φεβρουαρίου.

Ο άγιος Τρύφωνας θεωρείται φύλακας των αμπελιών.

Της Υπαπαντής 2 Φεβρουαρίου.

Γιορτάζεται σε ανάμνηση της συναντήσεως του Συμεών με το παιδίον Ιησού (Λουκ., 2.25).
Τότε γίνονται προβλέψεις. «Ό,τι καιρό κάνει της Υπαπαντής, θα βαστάξει σαράντα ημέρες». Αν είναι καλός ο καιρός στις 2 Φεβρουαρίου, ο βαρύς χειμώνας θα διαρκέσει πολύ ακόμα. Από τις 2 Φλεβάρη σταματούν οι γιορτές και μαζί η αργία και η σχόλη.


Του Αγίου Συμεών 3 Φεβρουαρίου.

Ο Άγιος τιμάται από τις εγκύους, που έλεγαν παρετυμολογώντας: «για να μη γεννηθεί το παιδί σημειωμένο».


Του Αγίου Χαραλάμπους 10 Φεβρουαρίου.


Πρώτη Κυριακή της Αποκριάς «Οι μεταμφιέσεις και οι παράδοξοι χοροί των μασκαράδων γίνονται για να ξυπνήσουν τα πνεύματα της βλαστήσεως».


H Καθαρά Δευτέρα είναι μια πανάρχαιη γιορτή που σχετίζεται κυρίως με τις πομπές των Κατ΄ Αγρούς Διονυσίων αλλά και με ορισμένες Απολλώνιες ιδέες λατρευτικού περιεχομένου. Στις μέρες μας συνηθίζεται ο εορτασμός με ομαδική έξοδο στην εξοχή.


Αρχαίες γιορτές ήταν τα Ανθεστήρια, Χόες.

Στην Αττική γιόρταζαν τα πρώτα άνθη της αμυγδαλιάς με διαγωνισμούς οινοποσίας. Άνοιγαν τους πίθους με το κρασί (πιθοίγια) και γέμιζαν τις κρασοκανάτες (χόες). Νικητής ήταν όποιος άδειαζε πρώτος τον χουν που χώραγε περισσότερο από δύο λίτρα.

 

Ο Άγιος Κασσιανός γιορτή στο μήνα Φεβρουάριο

Κάθε τέσσερα χρόνια που το έτος είναι δίσεκτο, την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου, δηλαδή στις 29 του μήνα, γιορτάζει ο Άγιος Κασσιανός. Η περίεργη αυτή γιορτή, έδωσε αφορμή για διάφορες λαϊκές ερμηνείες και περιπαίγματα.


Στη Μυτιλήνη, τη γιορτή του Αγίου Κασσιανού τη θεωρούν ως γιορτή των τεμπέληδων! Λένε μάλιστα: « του Κασσιανού γιορτάζουν οι οκνοί (οι τεμπέληδες)».

Η παράδοση από την Μυτιλήνη που εξηγεί τις παραπάνω εκφράσεις είναι οι εξής:
Μια μέρα που ο Χριστός γύριζε με τους Αποστόλους, έκατσε σε ένα μέρος να ξεκουραστεί. Πάνε τότε όλοι οι Άγιοι κοντά, για να του γυρέψουν δουλειά. Πάει ο Άι- Νικόλας και του λέει:
- Χριστέ μου για πες μου, τι να κάνω;
Λέει τότε ο Χριστός:
- Πήγαινε να δεις ποια καράβια και καΐκια βολοδέρνουν και απέ να τα σώζεις.

Πάει ο Άι – Τρύφωνας και του λέει:
- Εγώ τι θέλεις να κάνω;
- Αμ” το κλαδευτήρι το ’χεις στη μέση σου και κρέμεται, τι ρωτάς λοιπόν; Πήγαινε στα χωράφια και στα αμπέλια και κάνε τη δουλειά σου. Διώξε τις αρρώστιες απ’ τα δέντρα κι όλα τα κακά!


Ένας ένας πήγαν όλοι οι Άγιοι στο Χριστό και ανέλαβαν τη δουλειά τους. Πίσω, πίσω πήγε και ο Άγιος Κασσιανός και λέει:
- Εγώ Χριστέ μου, τι να κάνω;
Γέλασε τότε ο Χριστός, δε βάσταξε και του ‘πε:
- Αμ΄εσύ είσαι που είσαι οκνός! Φύλαγε λοιπόν το Φλεβάρη! Κι άμα δεις και τραβάει είκοσι εννιά, έμπα μέσα στο είκοσι εννιά και κάνε τη δουλειά σου.
Πάλι, σα δεν έχει είκοσι εννιά, κάτσε απ΄όξω.

 

Πηγή:  escapemedia.gr

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση. Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς.

Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.

Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.



Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.

Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.

Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.

Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.

Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.



Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.

Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.

Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.

Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

Πηγή :ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Λαϊκές Παραδόσεις - ΑΒΔΟΥΛΟΣ ΣΤ. - Εκδ. Φιλίστωρ

 

 

Σκυριανή λαδόπιτα






Υλικά
3 ½ φλιτζάνια αλεύρι
1 φακελάκι ξερή μαγιά
1 πρέζα αλάτι
Χλιαρό νερό (όσο χρειαστεί)
Ελαιόλαδο

Εκτέλεση
Σε  ένα μπολ ρίχνουμε και ανακατεύουμε το αλεύρι και το αλάτι. Αφού ανακατέψουμε το μίγμα, δημιουργούμε στο κέντρο ένα μικρό πυρήνα όπου προσθέτουμε την μαγιά. Αμέσως μετά ρίχνουμε περίπου 1 ½ φλιτζάνι νερό.

Ανακατεύουμε την ζύμη μέχρι να γίνει ένα σώμα, για περίπου 10 λεπτά.
Σκεπάζουμε την ζύμη και την αφήνουμε να φουσκώσει, σε ζεστό μέρος, για μια ώρα περίπου. (Ώσπου να γίνει 2 φορές σε όγκο)

Στη συνέχεια χωρίζουμε την ζύμη σε 6 μερίδες και ξανά ζυμώνουμε για λίγο.
Τη σκεπάζουμε και την αφήνουμε να ξεκουραστεί περίπου για 20 λεπτά.

Αφού περάσουν τα 20 λεπτά, ρίχνουμε σε ένα αντικολλητικό τηγάνι λίγο λάδι. Αφού ζεσταθεί καλά, ανοίγουμε τις μερίδες μας στην διάμετρο του τηγανιού και τις τηγανίζουμε μία – μία μέχρι να ροδίσουν και οι δύο πλευρές της λαδόπιτας. Τότε είναι έτοιμες.

Σερβίρονται σκέτες ή με Σκυριανό ξινοτύρι.

Πηγή:
my-city.gr
greekgastronomyguide.gr

Οι παλιές γειτονιές της Αθήνας

 


 

Πού βρίσκονταν τα Κατσικάδικα; Πώς λέγονται σήμερα οι Κουκουβάουνες; Πού είναι το Τουρκολίμανο και ποια γειτονιά γνωρίζουν οι κάτοικοι της και ως Μαγκουφάνα; Ακολουθήστε μας, σε μια βόλτα στα παλιά τοπωνύμια των περιοχών της Αθήνας.


Κατσικάδικα: Στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ακόμα σχεδιαζόταν η Πλατεία Δεξαμενής, το Κολωνάκι αποκαλούταν Κατσικάδικα, και βόρεια της πλατείας δεν υπήρχαν παρά καλύβες βοσκών. Τα κατσικάκια τους, μάλιστα, έφαγαν –στην κυριολεξία– την πρώτη απόπειρα δεντροφύτευσης του Λυκαβηττού.

 

Κουκουβάουνες: Λεγόταν η σημερινή Μεταμόρφωση, πριν η μανία να καταργήσουμε τα αρβανίτικα τοπωνύμια «χτυπήσει» την Αττική, και γίνουν τα Λιόσια Ίλιον, η Χασιά Φυλή, το Μενίδι Αχαρνές και το Λιόπεσι Παιανία.

 

Λοιμικό: Ήταν το Ελληνικό μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Αν δεν το μαντέψατε, το όνομα προέρχεται από ένα λοιμοκαθαρτήριο που υπήρχε στην περιοχή.

 

Μαγκουφάνα: «Θύμα» κι αυτή της από-αρβανιτοποίησης των αττικών τοπωνυμίων, άλλαξε το όνομά της σε Πεύκη με διάταγμα που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το 1960.

 

Μπραχάμι: Εντάξει, αυτό το ξέρετε –κυρίως επειδή οι παλαιότεροι κάτοικοι του Αγίου Δημητρίου και της Δάφνης αποκαλούν ακόμα έτσι τη γειτονιά τους.

 

Τουρκολίμανο: Κι αυτό θα το έχετε ακουστά, αν γνωρίζετε έστω και έναν Πειραιώτη άνω των 40. Είναι το Μικρολίμανο του Πειραιά, που κάποια στιγμή αποφασίσαμε πως παραέχει πολλά τούρκικα τοπωνύμια. Το Πασαλιμάνι έμεινε, το Τουρκολίμανο έφυγε.

 

Κακοσάλεσι: «Στου σπιτ’ στου Κακοσάλεσ’ δε ματαξαναγυρνώ» τραγουδούσε ο Γιάννης Μηλιώκας τότε που η Αυλώνα αποκαλούταν ακόμα από τους γηραιότερους κατοίκους της με το όνομα που είχε ως το 1927 –και το οποίο σήμαινε «κακό πέρασμα», επειδή το ορμητήριο των κλεφτών εκεί δυσκόλευε το πέρασμα των Οθωμανών.

 

Βουρλοπόταμος: Είναι η σημερινή Αμφιθέα, του Παλαιού Φαλήρου, η οποία τότε δανειζόταν το όνομά της από το ρέμα που την διέσχιζε.

 

Λεβί: Ένα από τα πιο άγνωστα παλιά τοπωνύμια της Αθήνας, το εβραϊκό Λεβί έγινε αργότερα επίθετο –ο Δημήτρης Λεβής ήταν ο τελευταίος ιδιοκτήτης της αγροικίας στον Ελαιώνα, που δάνειζε το όνομά της στην γειτονιά γύρω της.

 

Αλώνια: Λεγόταν το Θησείο μέχρι και τα πρώτα χρόνια της ανεξάρτητης Αθήνας –τότε που εκπονήθηκε το πρώτο σχέδιο πόλης, από τους Κλεάνθη και Σάουμπερτ. Υπήρχαν όντως αλώνια στην πλατεία έξω από τον σταθμό του ηλεκτρικού, τα οποία μάλιστα σημειώνονται στα σχέδια των Κλεάνθη και Σάουμπερτ.

 

Δουργούτι: Απλούστερα γνωστό και ως «τα προσφυγικά του Νέου Κόσμου», είναι η γειτονιά πίσω από το Intercontinental της λεωφόρου Συγγρού. Θα την αναγνωρίσετε εύκολα από τις γιγάντιες εργατικές πολυκατοικίες που χτίστηκαν την δεκαετία του ’60, για να αντικαταστήσουν τα (άνευ αποχετεύσεως, νερού και ρεύματος) παραπήγματα που στέγαζαν από το 1922 τους πρόσφυγες από τη Σμύρνη.

 

Γεράνι: Αυτό που οι περισσότεροι εξ ημών αποκαλούμε «τα δρομάκια κάτω από την Ομόνοια», και πιο συγκεκριμένα το τρίγωνο που περικλείουν οι οδοί Επικούρου, Ευριπίδου, Αθηνάς και Πειραιώς. Πήρε το όνομά του από τους μικρούς γερανούς που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί Αθηναίοι για να αντλούν νερό από τα πηγάδια που βρίσκονταν εδώ.

 

Χαυτεία: «Δεν ζη κανείς εις τας Αθήνας αν δεν περνά μίαν τουλάχιστον ώραν την ημέραν εις τα Χαυτεία» γράφει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στην «Εφημερίς» τον Ιούλιο του 1913. Η γειτονιά που πήρε το όνομά της από το καφενείο του Ιωάννη Χάφτα (και άρα έπρεπε να γράφεται Χαφτεία, αντί του Χαυτεία που επικράτησε) αντιστοιχεί αρχικά στα τετράγωνα της Πατησίων από την οδό Βερανζέρου μέχρι τη Σταδίου. Σήμερα, το όνομα χρησιμοποιείται για το κομμάτι της Αιόλου ανάμεσα στην Πανεπιστημίου και τη Σταδίου (ή, για να το θέσουμε απλούστερα, τα τετράγωνα γύρω από το καφεκοπτείο του Λουμίδη).

 

Τζιτζιφιές: Η γειτονιά που παλιότερα λεγόταν «Αράπικα» απλώνεται εκεί όπου η Παραλιακή διασταυρώνεται με την λεωφόρο Θησέως. Πήρε το όνομά της από τα ομώνυμα δέντρα που φύτρωναν στην γειτονιά –η οποία κάποτε ήταν ολόκληρος συνοικισμός: το 1955 είχε 2.843 κατοίκους. Υπήρξε θρύλος τη δεκαετία του ’70 για τα νυχτερινά κέντρα όπως η Νοσταλγία.

 

Αέρηδες: Κι όμως, είναι και επίσημα όνομα γειτονιάς –το ποιας γειτονιάς υποθέτουμε το μαντεύετε εύκολα: εκείνης γύρω από το Λουτρό των Αέρηδων. Τόσο επίσημα, που αναφέρεται και στο Google Map της Αθήνας. Κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα, εδώ ήταν το κέντρο της πόλης, με την κεντρική αγορά και τον στρατώνα όπου στρατοπέδευε ο βαυαρικός στρατός. Το 1904 με Βασιλικό Διάταγμα «περί αλλαγής ονομάτων τοποθεσιών» η γειτονιά μετονομάσθηκε σε συνοικία Αδριανού, όνομα που δεν επικράτησε ποτέ.

 

Σούρμενα: Είναι η γειτονιά του Ελληνικού πάνω από την λεωφόρο Βουλιαγμένης. Πήρε το όνομά της από τους πρόσφυγες από την Σούρμενα του Πόντου που εγκαταστάθηκαν εδώ το 1922.

 

Θυμαράκια: Η γειτονιά γύρω από την ομώνυμη πλατεία, η οποία είναι επίσημα γνωστή ως πλατεία Αθανασίου Διάκου. Βρίσκεται ανάμεσα στα Σεπόλια, τον Λόφο Σκουζέ και την Πλατεία Αμερικής, κάτω από τις γραμμές του τραίνου.

 

Μυκονιάτικα: Τι νομίζατε, ότι υπάρχουν μόνο «Αναφιώτικα»; Τα Μυκονιάτικα είναι γειτονιά των Αγίων Αναργύρων, πολύ κοντά στη λεωφόρο Κηφισού. Υποθέτουμε ότι περιττεύει να εξηγήσουμε από πού πήραν το όνομά τους.

 

Γούβα: Είναι η «γούβα» ανάμεσα στις λεωφόρους Ηλιουπόλεως και Βουλιαγμένης. Αν έχετε κατέβει από το Παγκράτι την Υμηττού με κατεύθυνση προς Νέο Κόσμο, σίγουρα μπορείτε να μαντέψετε από πού πήρε το όνομά της.

 

Μπύθουλας: Μπούθουλα ή Μπύθουλα ονόμαζαν οι παλιοί Αθηναίοι μια γειτονιά του Κολωνού, όπου λίμναζαν στάσιμα νερά σε ξεροπόταμο. Το όνομα της γειτονιάς όπου έμενε η Μαντάμ Σουσού κάνει ωραία ηχητική αντίθεση με τον Βούθουλα, τη γειτονιά δίπλα στην Αγία Φωτεινή. Σε αντίθεση με τον Μπύθουλα, τα νερά του Βούθουλα ήταν τρεχούμενα: Εκεί βρισκόταν μια λιμνούλα στα νερά της οποίας κατέληγε ένας μικρός καταρράκτης. Η λαϊκή φράση «ο Βούθουλας κι ο Μπούθουλας» χρησιμοποιούταν για να εκφράσει διαφορετικότητα –όπως λέμε «λαός και Κολωνάκι».

 

Βατραχονήσι:  Ήταν νησί του ποταμού Ιλισού, στη σημερινή ομώνυμη συνοικία του Παγκρατίου στην Αθήνα. Αποτελούσε μια κατάφυτη επίπεδη λωρίδα γης ανάμεσα στις δύο όχθες του ποταμού που διασχίζει σήμερα υπόγεια τη πόλη.

Το Βατρανονήσι εκτεινόταν από το Ολυμπιακό Κολυμβητήριο του Ζαππείου μέχρι το Προεδρικό Μέγαρο. Η ευρύτερη περιοχή σήμερα είναι γνωστή ως Μετς. Στη νησίδα αυτή, υπήρχαν ιερά της αρχαιότητας και χριστιανικοί ναοί. Στα νεότερα χρόνια η περιοχή ήταν αδόμητη, μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1870 που κατασκευάστηκε το θέατρο του «Παραδείσου», το πρώτο θέατρο στην Αθήνα, ενώ αργότερα λειτούργησαν καφωδεία.

Tο νησί σήμερα δεν υπάρχει καθώς ο Ιλισός έχει καλυφθεί στο μεγαλύτερο μήκος του. Τα έργα κάλυψης του ποταμού ξεκίνησαν λίγο πριν την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά την διάρκεια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, αρχικά στο βόρειο τμήμα του, και έπειτα το υπόλοιπο τμήμα στα μέσα του 20ου αιώνα από διάφορες κυβερνήσεις.

 

Ποδαράδες:  Ήταν το όνομα μιας σημαντικής βυζαντινής οικογένειας, η οποία κατείχε τα κτήματα της περιοχής, και η περιοχή αυτή ήταν τεράστια. Έτσι, όποιος πήγαινε εκεί έλεγε «πάω στην περιοχή των Ποδαράδων», και με την πάροδο του χρόνου έγινε «πάω στους Ποδαράδες». Σημερινή ονομασία Νέα Ιωνία.

 

Πηγή: ellinikoskinimatografos.gr/