...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Ο Ήλιος και το δημοτικό τραγούδι

Ο Ήλιος και το δημοτικό τραγούδι






Ήλιε μ’ που βγαίνεις το πρωί
και το ντουνιά ζεσταίνεις
μένα γιατί μ' αρνήθηκες;
σαν το δεντρί μαραίνομαι,
σαν φύλλο κιτρινίζω χωρίς
εσένα ήλιε μου
μια χαραυγή αχ μαύρη χαραυγή
στο σκότος θα πεθάνω
και συ θα παίζεις θα γελάς

Ακούστε το τραγούδι:

https://www.youtube.com/watch?v=T7Y8ls4-qKY


Ο Ήλιος, η βασικότερη πηγή ενέργειας, αποτελεί παράλληλα και βασική πηγή έμπνευσης και στιχουργίας.


Μου πήραν τον ήλιο μου, αλλά εγώ θα τον βρω.
Κανόνισα μια μυστική συνάντηση μαζί του
όπως εκείνος που πηγαίνει για παράνομο τύπο
ή για παράνομο υλικό. Θα γιομίσω τον κόρφο μου
μεγάλα φύλλα χρυσαφιού και λάμπες για την κρύπτη μου,
πριν μου αφανίσουν την ψυχή να τη κυκλοφορήσω
χέρι με χέρι μες τη νύχτα.

Νικηφόρος Βρεττάκος


Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει,
και τ’ ουρανού τα σύνορα χίλιες βαφές αλλάζουν,
πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζες,
κι ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο Αποσπερίτης.

Κώστας Κρυστάλλης



«Εις την δημώδη ελληνικήν ποίησιν είναι συνηθέσταται ποικιλώταται εικόνες και παρομοιώσεις ειλημμέναι εκ του ηλίου, προς παράστασιν της γυναικείας καλλονής… Πολλά δ’ επίθετα έχομεν με πρώτον συνθετικόν την λέξιν ήλιος προς δήλωσιν υπερόχου καλλονής… Το κάλος του ηλίου λαμβάνεται ως ορος συγκρίσεως προς το ανθρώπινον, προπάντων προς το γυναικείον». (Νικόλαος Γ. Πολίτης)


Ο ήλιος του Μαγιού

Λάμπει ο ήλιος του Μαγιού και καίει τα λιθάρια,
Και η Χάιδω από το Πάπιγκο μαραίνει παλικάρια.
Κίντας κινάει για νερό, κίντας κινάει για πλύμα,
Μ’ αυτή την κόκκινη ποδιά την παραμπογιασμένη.
Και με τα μαύρα της μαλλιά στην πλάτη της ριγμένα,
Λάμπει ο ήλιος του Μαγιού και μάγεψε και μένα.

Ακόμα ο ήλιος ως ιερό ουράνιο σώμα είναι το σύμβολο, εκεί όπου δίνουμε «όρκο τιμής» και δύσκολα, μα πολύ δύσκολα μπορούμε πλέον να τον «καταπατήσουμε!»

Εγώ στον ήλιο ορκίστηκα ποτέ μην τραγουδήσω,
μ' απόψε για τους φίλους μου, για τους αγαπημένους,
θα πω τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο,
θα κάνω τα βουνά να κλαίν', τους κάμπους να δακρύζουν,
θα κάνω τη μανούλα μου να βγει στο παραθύρι.
- Ποιος είναι αυτός που σαν το γιο μου τραγουδεί,
είχα καιρό δεν τ' άκουσα, εδώ δώδεκα χρόνους,
ο γιος μου είναι στην ξενιτιά.

Εξαιρετικό – υπέροχο εναρκτήριο δημοτικό τραγούδι για κάθε γλέντι.
Ακούστε το εδώ:

https://www.youtube.com/watch?v=ZwPXMprjQ34


Προκειμένου να εξαρθεί «κοσμολογικά» η γυναικεία ομορφιά, τότε συγκρίνεται με τα δυο άστρα. Ήλιο και Φεγγάρι.

Εσύ είσαι ένας ήλιος,
φεγγάρι λαμπερό,
που θάμπωσες το φως μου
και δεν μπορώ να διω.

Στα τραγούδια του γάμου αποδίδεται η «ένωση ανδρός και γυναικός» με τη συνύπαρξη και τη συμβολοποίηση του Ήλιου και του Φεγγαριού.


Ήλιος και φεγγάρι

Ο ήλιος επαντρεύτηκε και πήρε το φεγγάρι,
εκάλεσε και στη χαρά συμπεθερούς τ’ αστέρια·
τα σύγνεφα τους έστρωσε στρώματα για να κάτσουν,
τους έβαλε προσκέφαλα τις ράχες ν’ ακουμπήσουν,
τους έβαλε και τράπεζα στους κάμπους τα λουλούδια,
τους έβαλε φαΐ να φαν το μόσκο και τα άνθια.
Κρασί τους έδωσε να πιουν θάλασσες και ποτάμια·
κι απ’ όλα τ’ άστρια τ’ ουρανού Αυγερινός δεν έρθε·
κι αυτού προς το ξημέρωμα Αυγερινός εφάνη,
φέρνει τον ύπνο ζωντανό στα νιόγαμπρα πεσκέσι,
φέρνει και στους συμπεθερούς λυχνάρι να τους φέξει,
να φύγ’ν να παν στα σπίτια τους, τα νιόγαμπρα νυστάζουν.


Ζωγράφειος Αγών Α’ σ. 168 (Ήπειρος)

Από «Τα δημοτικά μας τραγούδια»
(επιμ. Γιώργος Ιωάννου, εκδ. «Ερμής»)

 

Στον ήλιο απευθύνεται και η μάνα για να μάθει νέα από το ξενιτεμένο της παιδί.


Ήλιε μου
Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
Αυτού ψηλά που περπατάς και χαμηλά κοιτάζεις,
Μην ειδες, μην απάντησες τον αγαπητικό μου,
Σε τι βαρέλια κάθεται, σε τι τραπέζι τρώγει,
Τίνος χεράκια τον κερνούν και τα δικά μου τρέμουν,
Τίνος ματάκια χαίρονται και τα δικά μου κλαίνε,
Τίνος μανούλα χαίρεται και με πίνει φαρμάκι;


ΠΗΓΗ: ROMIANEWS / romiazirou.blogspot.com

Οι Γοργόνες στη Λαογραφία

Οι Γοργόνες στη Λαογραφία



Γοργόνα σε πίνακα του Materhouse



Με την ονομασία γοργόνα περιγράφονται μυθικά πλάσματα της θάλασσας με μορφή γυναίκας από τη μέση και επάνω (με κορμό, χέρια και κεφάλι) και με τη μορφή ψαριού από τη μέση και κάτω (λέπια και ουρά). Οι γοργόνες απαντώνται στη μυθολογία, στη λογοτεχνία και στη λαογραφία πολλών πολιτισμών.



Στη νεότερη ελληνική λαογραφία η Γοργόνα είναι θαλάσσιος δαίμονας που αρπάζει από τα πλοία τους ναύτες και μετά τα βυθίζει, ενώ θεωρείται υπεύθυνη για τους ανεμοστρόβιλους στη θάλασσα. Έχει σώμα γυναίκας, από την μέση και πάνω, και ψαριού, από την μέση και κάτω.



Η Θεσσαλονίκη ήταν Μακεδόνισσα πριγκίπισσα, κόρη του βασιλιά Φιλίππου του Β’ και της Θεσσαλής γυναίκας του Νικησιπόλεως από τις Φερές. Ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β’, για να εορτάσει την ημέρα γέννησης της κόρης του, η οποία συνέπιπτε με την νίκη των στρατευμάτων του το 353 π.Χ., μεταξύ του μακεδονικού στρατού και της Θεσσαλικής Συμμαχίας στη σημαντική μάχη του Κρόκιου Πεδίου στη Θεσσαλία εναντίον των Φωκιέων, φέρεται να ονόμασε την νεογέννητη κόρη του «Θεσσαλονίκη», από τις λέξεις Θεσσαλών και Νίκη.



Ήταν ετεροθαλής αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και σύζυγος του Κάσσανδρου. Οι γιοί της ήταν οι Αλέξανδρος Ε’ και Αντίπατρος Β’, και μετά τον θάνατο του Κασσάνδρου η Θεσσαλονίκη δολοφονήθηκε από τον Αντίπατρο κατά τη διάρκεια δυναστικής έριδας με τον αδερφό του.



Ο μύθος της γοργόνας θέλει τη Θεσσαλονίκη να χύνει από λάθος το αθάνατο νερό που είχε αποκτήσει ο Μέγας Αλέξανδρος. Από τη στενοχώρια της, ζήτησε από τους θεούς να μην δει ποτέ τον θάνατο του αδερφού της και να ζει πάντα με την ελπίδα ότι αυτός βασιλεύει. Οι θεοί τη μεταμόρφωσαν σε γοργόνα κι από τότε συνήθιζε να εμφανίζεται σε ανθρώπους μεσάνυχτα Σαββάτου. Κατά τα θρυλούμενα, η γοργόνα ζει στη Μαύρη θάλασσα και συχνά κατεβαίνει στο Αιγαίο. Όταν συναντήσει στον δρόμο της κάποιο πλοίο, το πιάνει από την πλώρη και ρωτάει: «Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;», αν οι ναύτες απαντήσουν ότι ζει, τους αφήνει να φύγουν τραγουδώντας με την λύρα της. Αν οι ναύτες όμως απαντήσουν ότι ο Αλέξανδρος πέθανε, πετάει το καράβι ψηλά και πέφτοντας στο νερό βυθίζεται παίρνοντας μαζί του και τους ναύτες. Έπειτα η γοργόνα το μετανιώνει για τις ζωές των ναυτών που αφαίρεσε, κλαίει και μοιρολογεί, τόσο, ώστε από τα κλάματα σηκώνεται τρικυμία και θύελλα μεγάλη, που αφανίζει τα πάντα στο πέρασμά της .



Πηγή: iefimerida.gr

Κατσαμάκι ή Πολέντα ή Μαμαλίγκα ή Χαβίτς

Κατσαμάκι ή Πολέντα ή Μαμαλίγκα ή Χαβίτς

 

 



 

Κατσαμάκι ή πολέντα ή μαμαλίγκα ή χαβίτς λέγεται ο χυλός από το βρασμένο καλαμποκάλευρο.

 

Πρόκειται για ένα φαγητό γνωστό από αρχαιοτάτων χρόνων. Στην εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας  ο χυλός δημητριακών λεγόταν puls ή pulmentum. Σε μεταγενέστερους χρόνους ονομάστηκε polenta  απ’ όπου προέκυψε και  το ελληνικό πολέντα. [1]

 

Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στα νησιά του Ιονίου, στην Πάτρα και στην Κρήτη σε όλες εκείνες δηλ. τις περιοχές της χώρας που δέχτηκαν επίδραση από τους Ενετούς. Πριν την εισαγωγή του καλαμποκιού από τον νέο κόσμο τον 16ο αιώνα η πολέντα γινόταν με αλεύρι κάστανου, κεχρί, όλυρα ή ρεβίθια.

 

Σχεδόν όλοι οι λαοί χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν χυλούς δημητριακών στο καθημερινό τους διαιτολόγιο. Οι Άγγλοι αναφέρονται στο χυλό δημητριακών με την ονομασία porridge. Ο χυλός από καλαμποκάλευρο ήταν ευρέως διαδεδομένος σε όλη την Ανατολική Ευρώπη, στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου και στην Τουρκία.

 

Οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι αποκαλούν τον χυλό κατσαμάκι Ο όρος σημαίνει νάζι (τσαλιμάκι) και προέρχεται από την λέξη Kačamak ή kachamak (που έχει τις ρίζες της στην Κυριλλική качамак). [2]

Ο όρος έχει επικρατήσει σε όλη την Βόρειο Ελλάδα (Μακεδονία, Θράκη και Πομακοχώρια).

 

Οι Πόντιοι αποκαλούσαν τον χυλό χαβίτς μια ονομασία που επίσης συναντούμε στην Βόρειο Ελλάδα και την οποία έφεραν μαζί τους με την εγκατάστασή τους στην περιοχή.

 

Οι Ρουμάνοι αποκαλούν τον χυλό μαμαλίγκα, ονομασία που χρησιμοποιείται ευρύτατα στις περιοχές της Στερεάς, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, όπου είχαν εγκατασταθεί οι επονομαζόμενοι Ρουμανόβλαχοι.  [3]

 

Στην Τουρκία και τα παράλια της Μικράς Ασίας ο χυλός καλείται μουχλαμάς ενώ στην Αλβανία καλείται χαραπάτσι.

 

Ο χυλός αυτός αποτελούσε το «φαγητό των φτωχών» επί γερμανικής κατοχής. Την ίδια περίοδο παρασκεύαζαν και μια γλυκιά πίτα, με βάση το καλαμποκάλευρο, η οποία λεγόταν μπομπότα.

 

 

 

ΥΛΙΚΑ

 

για 2 άτομα:

3-4 κουτάλες σούπας καλαμποκάλευρο

½ κατσαρόλα νερό

1 κουτ. σούπας μαργαρίνη

αλατάκι

 

για αλμυρό:

1 κομμάτι τυρί φέτα

 

για γλυκό:

2 κουτ. σούπας μέλι

 

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

 

Βάζουμε σε μια κατσαρόλα αλατισμένο νερό να βράζει. Προσθέτουμε μια κουταλιά της σούπας μαργαρίνη και το καλαμποκάλευρο με το μάτι. Το καλαμπόκι θα πρέπει να είναι «γαλατένιο» από καβουρδισμένο αλεύρι. Ανακατεύουμε καλά για 10 λεπτάκια περίπου. Μόλις δούμε πως η κουτάλα μας στέκεται όρθια, το κατσαμάκι είναι έτοιμο.

 

Σερβίρουμε σε παραλλαγές αλμυρού και γλυκού. Για το αλμυρό τρίβουμε το τυρί φέτα πάνω από το κατσαμάκι και για το γλυκό περιχύνουμε το κατσαμάκι με το μέλι.

 

Καλή όρεξη!

 

 

 

 

  

Πηγή:

1. Polenta - Wikipedia

2. Kacamak - Wikipedia

3. "Ο Ζητιάνος", Καρκαβίτσας

 

Πηγή: Νηστικό Αρκούδι - www.toarkoudi.gr

Τσακώνικη ενδυμασία

Τσακώνικη ενδυμασία

 


Η Τσακωνιά περιλαμβάνει το νοτιοανατολικό τμήμα της σημερινής επαρχίας της Κυνουρίας. Εκτείνεται από τον ποταμό Βρασιάτη μέχρι το Λεωνίδιο και περιλαμβάνει τις κωμοπόλεις του Τυρού και του Λεωνιδίου και τα χωριά Άγιο Ανδρέα, Πραστό, Καστάνιτσα, Σίταινα, Μέλανα, Πραγματευτή, Βασκίνα.

Η Τσακώνικη φορεσιά έχει κύριο χαρακτηριστικό τον τζουμπέ – το μακρύ πλούσιο εξωτερικό ένδυμα. Οι γυναίκες που φορούν το κόκκινο ζιπούνι-τζουμπέ ονομάζονται Τζουμπελούδες. Τη φορεσιά αποτελούσαν πολύτιμα (μεταξωτά, βελούδινα, χρυσοΰφαντα) και μάλλινα υφάσματα.

Η ενδυμασία ανδρών και γυναικών διέφερε ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθένα: οι περισσότεροι εύποροι διέθεταν ανάλογα μεγάλα ποσά και για την ενδυμασία τους. Στην περιοχή του Τυρού, οι άνδρες λόγω του ναυτικού επαγγέλματος, που στην πλειονότητα τους ακολουθούσαν, φορούσαν τη νησιώτικη βράκα (κυκλαδική).


 Γυναικεία

Το υποκάμισο (΄Ογκιουμα) ήταν δύο φύλλα με ένα κομμάτι στο πλευ-ρό, στη ραφή, για πλάτος. Τα ράβανε στο ίσιο με την με τη ραφή της φρεντής. Κρατούν δηλαδή και τα δύο φύλλα στο ένα χέρι και περνού-σαν μια βελονιά στο ένα και μία στο άλλο φύλλο. Το πλάτος σούρα στη μασχάλη. Έτσι χωρίς κόψιμο έραβαν και τα μανίκια. Για τα μανίκια έ-βαζαν ένα πλάτος. Τα έκαναν μακριά και πλατιά. Ίδια έκαναν και την κιλότα (βρατσί). Δεν έφτανε το πλάτος και πρόσθεταν και κομμάτι.

Το φόρεμα (Βραχάνι) αποτελούνταν από την φούστα, στην οποία βάζανε τέσσερα-πέντε φύλλα. Τα έραβαν στο χέρι. Το μάκρος έως τους αστραγάλους. Στη μέση ήταν μαζεμένο ίσα με τη μέση της γυναικός που θα το φορούσε. Τα επανωκόρμι ήταν γιλέκο, ίσα-ίσα, χωρίς μανίκια και στην μασχάλη γύρω-γύρω ανοικτό. Το πίσω μέρος είχε δύο εξώραφα, από τη μέση του μανικιού, πήγαιναν καμπύλη, ως τη μέση (του φουστανιού). Το γιορτιάτικο, μια μεσόκοπη, το έκανε μπροστά ανοικτό πολύ, ως κάτω από το στήθος. Και έτσι ώστε να σηκώνει το στήθος και να φαίνεται και το μεταξωτό πουκά-μισο που ήταν γαζιά-γαζιά.

Το τζουμπές (Ντζουμπές) ήταν ένα κόκκινο, τσόχινο ζιπούνι που το φορούσαν πάνω από το φουστάνι που ήταν από λινομέταξο ύφασμα, πλατύ σαν το σύνηθες και μακρύ με σούρα. Είχε μα-νίκια μακριά που τα έραβαν μόνες τους. Μια γαρνιτούρα είχε, κάτω-κάτω να ράψουν σιρίτι καφέ ή μαύρο ή άλλο ένα 10-12 δάκτυλα πιο πάνω, και το ίδιο στα μανίκια και το λαιμό. Για να δείχνει έβαζαν 2 σειρές.

Το κουτουνί λεγόταν έτσι από το ύφασμα. Εκείνο το έφερναν από τα ξένα. Το ράψιμό του ήταν ίσιο αλλά το έραβε ο τερζής (μάστορας).

Το ατλάζι (Ατιλάζι) ήταν το ίδιο φόρεμα, αλλά από μεταξωτό ατλάζι, πράσινο ή κίτρινο, και αυτό όπως το κουτουνί, το αγόραζαν από την ξενιτιά. Το κουτουνί, το ατλάζι, τον τζουμπέ, τις κα-πότες, τα σορκάδια, τις πατατούκες, τις σκαλίτσες, τα έραβε ο τερζής. Στο κουτούνι και στο ατλάζι, έβαζαν και ποδόγυρο, δέκα- δώδεκα δάκτυλα από κίκκινη τσόχα του τζουμπέ. Το πουκάμισο δεν φαινόταν καθόλου και εμπρός που ληταν ανοικτό το φουστάνι έβαζαν το στηθούρι( ένα κομμάτι σαφί άσπρο ή αχυρί). Μανίκια δεν είχε. Έβαζαν όμως μέσα από τον τζουμπέ το μακρυμάνικο. 

Το Μακρυμάνικο (Μακρζιμάνικο) ήταν ένα μπλουζάκι, αλλά χωρίς μέση και ανοικτό εμπρός με μανίκια μακριά και πλατιά, και ήταν από στόφα. Αυτό το έραβαν οι πλούσιες.

Είχαν μαζί τους και μαντήλια μεταξωτά, ένα στη μέση, και άλλο στη μασχάλη, και άλλη, μεγαλύ-τερο, που το έβαζαν στο λαιμό – το σπαλέτο. Ένα ατλάζι το ζητούσε και μία κατωτέρα για να ντυ-θεί νύφη (το είχαν σε καλό να τύχαινε να το ζητήσουν για να ντυθεί η νύφη). Η ενδυμασία αυτή για το χειμώνα είχε και ένα τσόχινο μαύρο μακρυμάνικο. Έβαζαν και ζωνάρι από στόφα και αση-μένιες πόρπες.

Το φέσι. Στον τζουμπέ το φέσι το τύλιγαν με τις κοτσίδες και η φούντα πήγαινε στο πλάι. Κά-θε νοικοκυρά και να ήταν εργατική, άμα περνούσε τα πενήντα, φορούσε στις εορτές , τον τζουμπέ της. Σαν έπαιρνε σειρά η κόρη, η μητέρα, εάν μπορούσε (οικονομικώς) έκανε γούνα . Ήταν μακριά ως τα πόδια και πλατιά.


 Ανδρική ενδυμασία

Η ανδρική ενδυμασία αποτελείται από το απλό φέσι, το μαντηλάκι, το ολόλευκο πουκάμισο, το μπλε ή μαύρο γιλέκο, το σελάχι, δύο ή τρία μεταξωτά χειρομάντηλα, την ολόλευκη φουστανέλα, το ολόλευ-κο στενοβράκι, τις μπλε τσόχινες σκάλιτσες με τα μεταξωτά, τα μπλε κορδόνια, την άσπρη κάλτσα και τ’ αρβανίτικο τσαρούχι.

Το φέσι το φορούσανε κατά το αριστερό μέρος ή και προς το άλλο. Χτενίζονταν έτσι, ώστε μερικά μαλλιά να μένουν έξω από το φέσι και τα έστριβαν στο τέλος έξω από το φέσι. Όλη η ομορφιά στη-ρίζεται στα μαλλιά.

Το Υποκάμισο (Ογκιουμα) ήταν από λευκασμένο ύφασμα κάτω με άρραφτες δίπλες για να δίνει πλάτος και στη μέση ζωνάκι, τρία-τέσσερα δάκτυλα φάρδος ίσα-ίσα με τη μέση τους. Το επά-νω μέρος οι ραμμένες πιέτες το έφερναν ίσα-ίσα με τον κορμό και κούμπωνε με κουμπιά. Είχε μα-νίκια μακριά σε όλο το πλάτος. Τα μανίκια άφηναν να φαίνεται το πλεκτό μανικέτι. Στις στροφές του χορού, όταν σήκωνε ο χορευτής το χέρι του, θα έπεφτε το μανίκι και θα φαινόταν το πλεκτό. Είχε δηλαδή μία δύο φανέλες υφαντές με πλεκτά μανικέτια που έφθαναν μέχρι τον αγκώνα. Τα έπλεκαν με ψιλό νήμα. Σχεδιάζαν φύλλα και ολόκληρο άνθος ή ότι άλλο σκέπτεται κάθε μία για τον άνδρα της που θα το φορούσε με την φουστανέλα και θα χόρευε κάνοντας φιγούρες για να δείξει τη φορεσιά.

Το Γιλέκο (γελέκο) ήταν από τσόχα μπλε. Το σιρίτι ήταν η μόνη του γαρνιτούρα, γύρω-γύρω, ήταν στερεωμένο με το ράψιμό του, όπως σε κάθε ραφή ράβαμε σιρίτι, 1-2 δάκτυλα πιο μέσα ρά-βαμε και άλλη σειρά. Μπροστά έκαναν κεντήματα με σιρίτι και κουμπιά με μετάξι. Στην μασχάλη βάζανε μαντήλι μεταξωτό, όπως και στο σελάχι. Κάτω φορούσαν το στενοβράκι και από έξω τη φουστανέλα. Η χάρη στη φουστανέλα ήταν να έχει πολλές λόξες (φύλλα) και να είναι καλοσιδε-ρωμένη. Υπήρχε φουστανέλα με 200-300 λόξες. Ανάλογα με το βάρος της κάθε μία ήταν δύο ή τέσσερα κομμάτια και τα ένωνε την ώρα που τα φορούσε, ίσα με τη μέση του. Μία φουστανέλα ήταν καλή, όταν σκέπαζε το γόνατο και δεν άνοιγαν οι πιέτες.

Το στενοβράκι (στενοβράτσι). Όσο πιο στενό ήταν, τόσο για πιο καλό το έλεγαν.

Η Σκάλιτσα η οποία έμπαινε από έξω. Τις έκαναν από τσόχα μπλε και κούμπωναν με κόπι-τσες. Για να είναι στέρεες τις έδεναν με κορδόνι μάλλινο ή μεταξωτό, κάτω από το γόνατο και με τις άκρες απ’ έξω. Ένα παιδόπουλο δεν φορούσε σκάλιτσες αλλά έδενε τα κορδόνια.

Το Σορκάϊδι ήταν φτιαγμένο από μάλλινο μαύρο υφαντό. Έμοιαζε με γιλέκο, αλλά εμπρός σταύρωνε και είχε κόπιτσες και από τα δύο μέρη. Τις σκάλιτσες, το γιλέκο, το εσορκάδι, τα έραβε ο τεχνίτης. Τα άλλα τα έραβαν μόνοι τους. Στη μεγάλη ψύχρα αντί γιλέκο φορούσαν το πισομάνικο.

Το Πισομάνικο (Κισομάνικο) ήταν σαν το γιλέκο, αλλά είχε μανίκια ραμμένα κατά το μισό, για να περνά το χέρι άμα έκανε κρύο ή το έριχνε πίσω, περνώντας το χέρι από το άνοιγμα.

Το Μανικοκάπι ήταν σαν το σορκάιδι και είχε μανίκια σαν το πισομάνικο. Κούμπωνε με κου-μπιά ως πάνω και στο ρεβέρ είχε μύτη και έκλεινε με κουμπιά. Εκεί πάνω έκαναν κεντήματα. Ήταν σχεδόν πάντα κλειστό.

Το Σελάχι ήταν δερμάτινο με πλάτος 10-12 δάκτυλα, με θήκη για το χαρτζιλίκι, το μαχαιράκι, τα σπίρτα, τον καθρέπτη, την τσατσάρα, καμιά κουμπούρα, καμιά φορά και το ψωμί τους. Στην μέση τους (το σθιλάχι) στερεωνόταν στη λωρίδα του. Απαραίτητο ήταν στους τσοπάνηδες, από τους άλλους (φορούσε) όποιος ήθελε. Όποιος φορούσε φουστανέλα, φορούσε σελάχι. Την καθη-μερινή για τσαρούχι φορούσαν λαδιές, δηλαδή τσαρούχια που τα έφτιαχνα μόνοι τους. Κάλτσες δεν φορούσαν το χειμώνα, εκτός από πλεκτές. Οι τσομπάνηδες στο κρύο φορούσαν σορκάδι μέσα από την πουκαμίσα. Κι έξω με τα ζώα, στο βουνό, την καπερώνα.

Το Καπερώνα ήταν από μάλλινο υφαντό άσπρο ή μαύρο. Το έραβε ο τεχνίτης. Ίσο φύλλο το πίσω και δύο φύλλα το εμπρός. Μανίκια είχε μακριά και πλατιά και στο μάκρος να σκεπάζει το γόνατο. Ήταν και με κουκούλα για το κεφάλι.

 

Πηγή: https://el.wikipedia.org/

 

“Φέρε μας κάπελα κρασί” – Η ταβέρνα στο ρεμπέτικο

“Φέρε μας κάπελα κρασί” – Η ταβέρνα στο ρεμπέτικο

 



Του  ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΟΣ

 

Οι ταβέρνες και τα καπηλειά, στην Ελλάδα, υπήρξαν (από τα αρχαία χρόνια!) οι κύριοι χώροι συνάντησης και διασκέδασης των λαϊκών ανθρώπων της καθημερινότητας. Γι’ αυτό και θεωρούνται μεγάλης κοινωνιολογικής σημασίας και ιδιαίτερου λαογραφικού ενδιαφέροντος. Οι δημιουργοί των ρεμπέτικων τραγουδιών, ζώντας κι οι ίδιοι σ’ αυτούς τους ιδιαίτερα ελκυστικούς χώρους, έγραψαν αποκαλυπτικά τραγούδια στα οποία και τους περιγράφουν.

 

Στα ρεμπέτικα συναντάμε τουλάχιστον 40 τραγούδια με κύριο θέμα την ταβέρνα (ως επί το πλείστον), αλλά και τα καπηλειά, κουτουκάκια και ταβερνάκια. Σε άλλα τόσα (40), γίνεται απλή αναφορά ταβέρνας ή καπηλειού. Πάντως αν και τα ρεμπέτικα για τα καπηλειά είναι, σε αριθμό, πολύ λιγότερα σχετικά μ’ αυτά για την ταβέρνα (το 1/10), πρόκειται για μοναδικά διαμάντια, τέτοια, που τα της ταβέρνας δεν τα φτάνουν!

 

Η ταβέρνα (λατινικά taberna) δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στα ρεμπέτικα, αλλά τη συναντάμε και σε παλιά δημοτικά τραγούδια. Έτσι σε δημοτικό του 1800(;) από τη Δυτική Πελοπόννησο (Ολυμπία) ακούμε «Να ‘βλεπα την αγάπη μου, πώς στρώνει πώς κοιμάται, σε τι τραπέζια τρώει ψωμί, σε τι ταβέρνες πίνει, τίνος χεράκια την κερνούν…»

 

 

 

00:00% Buffered

 

Copy video url

Play / Pause

Mute / Unmute

Report a problem

Language

Share

Vidverto Player

advertisement

Οι πρώτες-πρώτες ταβέρνες, με το κρασί τους και μόνο, ήταν χώροι παρηγοριάς, αλλά και κάποιας διασκέδασης. Βασικά ήταν χώροι ανδρών, αλλά καμιά φορά έρχονταν και γυναίκες. Στις περιπτώσεις που αυτές δεν ήταν αλανιάρες, τότε σημαίνει ότι έρχονταν στην ταβέρνα για κάποιο πολύ σοβαρό λόγο! Χαρακτηριστικό είναι το ζεϊμπέκικο του Τσιτσάνη “Κλαμένη ήρθες μια βραδιά, μες στης ταβέρνας τη γωνιά” (1949). Το ερμήνευσε τελετουργικά η Σωτηρία Μπέλλου:

 

https://www.youtube.com/watch?v=itZHO3-0jls&t=14s

 

Οι πρώτες ταβέρνες

Πάντως, σε ταβέρνες που σύχναζαν σκληροί και λιγομίλητοι μάγκες (μουρμούρηδες) δεν πατούσε γυναίκα, παρά καμιά ξερακιανή γεροντοκόρη, δίχως ίχνος καμπύλης μπρος και πίσω και που γι’ αυτές λέγανε «Μια σανίδα και μια τρύπα, έμπα διάολε και χτύπα!» (Άντε, τώρα, να το ακούσεις αυτό από σημερινό αυτοπροσδιοριζόμενο, φιλόσοφο! Θου…).

 

Οι πρώτες ταβέρνες ήταν λιτές και δεν ήταν σπάνιο να δει κανείς ένα μακρόστενο τραπέζι, γύρω-γύρω από το οποίο δεν υπήρχαν καρέκλες, αλλά πάγκοι χωρίς πλάτη. Πιο τυχεροί ήταν αυτοί που είχαν τον τοίχο στην πλάτη τους. Μάλιστα για να μην ασπρίζουν τα ρούχα των πελατών από τον ασβέστη (αφού ήταν ασβεστωμένη η ταβέρνα), ο μπογιατζής έριχνε μέσα στον τενεκέ, στο ασβέστωμα, μία χούφτα αλάτι (μαγκιά, έ;).

 

Τα τραπέζια ήταν ξύλινα και στην αρχή χωρίς τραπεζομάντηλα. Χωρούσαν όμως τα κρασοπότηρα, τα κατοσταράκια και τα πιατικά, συνήθως με ελιές, φέτα, αγγουράκι, σαρδέλες παστές, στραγάλια αλμυρά, αλλά και “πρασινάδες” δηλαδή μαρουλόφυλλα, βρούβες, αντράκλες (γλιστρίδες-portulaca oleracea, φοβερό φυτό και αρχαίο …ελληνικό -για τους αρχαιόπληκτους) και άγριες αγγιναρίτσες.

 

Οι γεροί πότες, και κυρίως αυτοί του ούζου, καταβρόχθιζαν πολλές “πρασινάδες”, γιατί γνώριζαν ότι παίζουν ανασχετικό ρόλο στο μεθύσι! (Κι άλλη μαγκιά, ε;). Κάποιοι στις ταβέρνες κάθονταν και πίνανε σιωπηλοί, παρακολουθώντας συλλογισμένοι αυτούς που τραγουδούσαν, που χόρευαν, που μιλούσαν, που αστειεύονταν, δηλαδή αυτούς που διασκέδαζαν. Ο Τσιτσάνης έχει περιγράψει αυτή τη σκηνή, στο αριστούργημά του “Όταν πίνεις στην ταβέρνα”, που είπε η Μπέλλου το 1947. Λέει «Όταν πίνεις στην ταβέρνα κάθεσαι και δε μιλάς, κάπου-κάπου αναστενάζεις απ’ τα φύλλα της καρδιάς».

 

https://www.youtube.com/watch?v=tbxIgloYs-s

 

 

Η πρόσοψη της ταβέρνας

Αξίζουν δυο λόγια για την πρόσοψη της ταβέρνας. Η ταμπέλα πάνω από την είσοδο, είχε το όνομα της ταβέρνας (που εκδήλωνε όλη την …ποιητική διάθεση του ταβερνιάρη) αλλά και το δικό του όνομα. Ένθεν και ένθεν της εισόδου ήταν κρεμασμένες ταμπέλες με δελεαστικές προτάσεις για τα ούζα Α-Α, τους άφθονους και εκλεκτούς μεζέδες, με ειδική αναφορά στη μαρίδα, στον “Κήπο στο βάθος” και στο “Γλέντι και χορό μέχρι πρωίας”!

 

https://www.youtube.com/watch?v=ZAtk-p9R_pg

 

Πρόκειται για ένα μοναδικό ντοκουμέντο από τη διάσημη τότε ταβέρνα του “Τζίμη του χοντρού” (Αχαρνών 77) και κόσμημά της ήταν τα 10 μεγάλα βαρέλια κρασί! Η λήψη έγινε για τις ανάγκες της ταινίας “Πιάσαμε την καλή” (1955) με τον Κώστα Χατζηχρήστο, ο οποίος μάλιστα χορεύει, ενώ στο πάλκο είναι ο Τσιτσάνης και η Νίνου.

 

Οι πλακατζήδες

Στους τοίχους της ταβέρνας, ήταν απαραίτητα κρεμασμένο το τιμολόγιο, μερικές λιθογραφίες, όπως “Ο πωλών τοις μετρητοίς…”, “Η μάχη της Αλαμάνας”, η “Μαντώ Μαυρογένους” κ.ά. Υπήρχαν όμως και ταμπέλες με τις εντολές της διεύθυνσης: «Απαγορεύονται αι πολιτικαί συζητήσεις», «Δεν δίδεται πίστωσις», «Απαγορεύεται το πτύειν επί του δαπέδου», «Μη βλασφημείτε τα θεία»…

 

Μάλιστα στην τελευταία ταμπέλα, κάποιοι πλακατζήδες (και κρυφά από τον ταβερνιάρη) άλλαζαν το “α” και το κάνανε “η”, οπότε ο άσχετος διάβαζε «Μη βλασφημείτε τη θεία». Υπήρχαν και κάποιοι …παλιοχαρακτήρες (σκέτα “πλασμώδια του Λαβεράν”) οι οποίοι έσβηναν το “Μη”  και η ταμπέλα έδειχνε να προτρέπει «Βλασφημείτε τα θεία»! Ο ταβερνιάρης-κάπελας τα φοβόταν πολύ αυτά, γιατί μπορεί να ‘μπαινε κάνας σταυρωτής χωρίς χιούμορ και να τον τράβαγε στην ασφάλεια, ως κομμουνιστή, πόρνο και άθεο!

 

Στις πρώτες ταβέρνες δεν υπήρχε μουσική, εκτός κι έμπαινε καμιά φορητή λατέρνα ή κάνας πελάτης με όργανο. Με την ευκαιρία, να πω λίγα λόγια για τη λατέρνα η οποία ήταν βασικά όργανο του δρόμου και η οποία με τον υπέροχο ήχο της σκορπούσε χαρά και μάλιστα σε μία πόλη που δεν είχε αυτοκίνητα και στριμωξίδι όπως σήμερα. Τη λατέρνα αυτή μπορούσε κάποιος να την κουβαλήσει στην πλάτη και τέτοιες σκηνές υπάρχουν στην ταινία “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο” (1955) του μάγου Σακελλάριου!

 

Όμως η λατέρνα που μπήκε μόνιμα στις ταβέρνες, ήταν διαφορετική από την κινούμενη. Ήταν μεγαλύτερη, κάτι μεταξύ μεγάλου ψυγείου και ντουλάπας, αλλά η μανιβέλα που γύριζε για να ακουστεί ο ήχος, ήταν μπλοκαρισμένη. Ο μερακλής πελάτης, που ήθελε να γυρίσει ο ίδιος τη μανιβέλα αφού είχε επιλέξει το κομμάτι που του άρεσε, έριχνε το κατάλληλο νόμισμα σε μία ειδική σχισμή της λατέρνας κι έτσι η μανιβέλα ξεμπλόκαρε! Μία τέτοια λατέρνα είχε κι ο Γιώργος Μπάτης στον καφενέ του “Η ΟΔΟΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ”, στα Λεμονάδικα. Τραγούδι τώρα για λατέρνα!

 

https://www.youtube.com/watch?v=NWUXt9EiUdQ

 

Άλλο ένα ντοκουμέντο με ζεϊμπέκικο από λατέρνα, σε μία σκηνή της ταινίας «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» (1955), με τον Μ. Φωτόπουλο, τον Β. Αυλωνίτη την Τζ. Καρέζη και τον Τόλη Χάρμα.

 

Κομπανίες και ρεμπέτικα

Οι πρώτες κομπανίες που μπήκαν στις ταβέρνες κατέλαβαν τη θέση της λατέρνας-ντουλάπας. Στην αρχή δεν υπήρχε πάλκο, αλλά αργότερα, όταν η ορχήστρα έγινε μία προϋπόθεση για διασκέδαση στην ταβέρνα, τότε δημιουργήθηκε μία μικρή χαμηλή εξέδρα για την ορχήστρα, οπότε όλο το κοινό και άκουγε και έβλεπε. Πάντως, η μικρή, ασήμαντη, συνοικιακή ταβέρνα, ήταν η πρώτη-πρώτη έδρα της ρεμπέτικης κομπανίας, της κομπανίας με μπουζούκι και μπαγλαμά, η οποία αφού εγκατέλειψε την αρχική της “έδρα”, δηλαδή τους τεκέδες, άρχισε το μεγάλο ταξίδι της διασκέδασης…

 

Τα ρεμπέτικα τραγούδια έχουν ως γνωστόν ταπεινή καταγωγή, αφού ξεκίνησαν μέσα από τους τεκέδες και τις φυλακές. Και ενώ στην αρχή ήταν μία ιδιωτική υπόθεση της μαγκιάς, κάποια ιστορική “μέρα”, από υπόθεση ιδιωτική, έγιναν δημόσιο ακρόαμα χάρη σε μία εξέχουσα προσωπικότητα. Τον Μάρκο Βαμβακάρη! Ήταν ακριβώς το καλοκαίρι του 1934 όταν δημιουργήθηκε η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία και εμφανίστηκε στον Πειραιά, στην ταβέρνα “Η μάντρα του Σαραντόπουλου”. Από τότε άλλαξε η μορφή της ταβέρνας και μαζί η λαϊκή διασκέδαση στην Ελλάδα.

 

Να τονίσω, όμως, πως η αλήθεια είναι ότι η παλιά ταβέρνα, δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μία παράγκα, μία χαμοκέλα ή κι ένα υπόγειο. Σ’ ένα τραγούδι του 1930, “Στην υπόγα”, ακούμε «Βρε από πίσω απ’ τη Στρατώνα, βάρεσαν μάγκα στην υπόγα…». Και τα διάσημα πια (και νεότερα) “Κούτσουρα του Δαλαμάγκα” κοντά στο Λευκό Πύργο στη Θεσσαλονίκη, όπως επίσης και το “Καλαμάκι”, τα οποία τίμησε με το παίξιμό του ο Τσιτσάνης και τα οποία έστειλε στην αιωνιότητα με το τραγούδι του “Μπαχτσέ Τσιφλίκι” (“Ο Χατζημπαξές”) (1946), δεν ήταν τίποτ’ άλλο από δύο απλές παράγκες!

 

https://www.youtube.com/watch?v=ACQpyDjYHKs

 

 

Τα καπηλειά

Τα καπηλειά είναι μία πολύ παλιά ιστορία, αφού υπήρχαν διαδεδομένα στην Αρχαία Ελλάδα! (Θα μπορούσα να πω αβίαστα, ότι είναι το παλαιότερο λαϊκό στέκι της Ευρώπης, εδώ και 2.500 χρόνια!) Η αριστοκρατία, τότε εδώ, έτρωγε έπινε και διασκέδαζε στα πλούσια συμπόσια. Οι απλοί άνθρωποι, όμως, πήγαιναν στα ευρέως διαδεδομένα και πολύ αγαπητά “καπηλεία” τα οποία είχαν ελεύθερη είσοδο, όπως και κακή φήμη, αφού εκεί παίζονταν και τυχερά παιχνίδια.

 

Υπάρχουν πολλές αναφορές, για τα καπηλειά, σε αρχαία κείμενα. Μάλιστα σε κωμωδίες και σε λόγους, ακούμε για “καπηλειά της γειτονιάς”. Ένα τέτοιο καπηλειό, περίπου του 400-380 π.Χ., ανακάλυψε (το 1975;) στις ανασκαφές της Αμερικανικής Σχολής, ο Αμερικανός αρχαιολόγος Τ. Λέσλι σερ Τζούνιορ (περ. Hesperia, τ. 44, 1975). “Κάπηλος”, αρχικά, ονομαζόταν ο έμπορος και μεταφορικά ο “αισχροκερδής”. “Καπηλεία”, έλεγαν τα πρώτα πανδοχεία, στα οποία οι έμποροι (κάπηλοι) πούλαγαν διάφορα προϊόντα, όπως λάδι, κρασί, σιτάρι…

 

Καπηλειά υπάρχουν μέχρι και σήμερα, αλλά στα αυθεντικά καπηλειά, δεν υπάρχει ποτέ στην ταμπέλα η λέξη “καπηλειό”. Αν δείτε να διαφημίζεται κάποιο φαγάδικο ως “καπηλειό”, προσέξτε, γιατί από ότι έχω διαπιστώσει, πρόκειται για φαγάδικο “πιασοκωλάδικο” με διπλά τραπεζομάντηλα και βέβαια, κατά τα άλλα, ουδείς ψόγος!

 

https://www.youtube.com/watch?v=WpFM7B5o7BM

 

 

Ο Ηρόδοτος (;-425; π.Χ) μιλάει επιτιμητικά για «Καπήλους και χειρώνακτας και αγοραίους ανθρώπους…». (Ρε, τον παραμυθά τον Ηροδοτάκο…) Ο Αριστοφάνης (;-386; π.Χ.), στη “Λυσιστράτη” (411 π.Χ.), γράφει «πο δ α σ βλέπεις, οδν ποιν λλ καπηλεον σκοπν;» (στ. 427-428». (μτφρ. «Πού κοιτάζεις ρε; Ψάχνεις για κανένα καπηλειό δω γύρα;») Ο ρήτορας Ισοκράτης (436 π.Χ. – 338 π.Χ.), γράφει «…ν καπηλείῳ δ φαγεν πιεν» (Ισοκρ. 7.36-49). Ο ρήτορας Υπερείδης (390 π.Χ.-322 π.Χ.) σημειώνει πως «Οι Αρεοπαγίτες απαγόρευαν σε οποιονδήποτε είχε γευματίσει σε καπηλείο να επισκεφθεί τον Άρειο Πάγο».

 

Ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς (5ος μ.Χ.) γράφει «Κάπηλοι ονθυλεύουσι (νοθεύουν) τον οίνον…». Ένα Βυζάντιο, πνιγμένο στα καπηλειά! Τον 5ο μ.Χ. αιώνα, περιοδεύοντες θεραπευτές και εξορκιστές, είχαν στέκι τους τα καπηλειά! Μάλιστα οι κάπηλοι επαγγελματίες είχαν οργανωμένες συντεχνίες. Να παρατηρήσω, ότι τα καπηλειά στο Βυζάντιο ήταν ίδια με τις ταβέρνες της Ευρώπης!

 

Τα καπηλειά της Σμύρνης

Στο λεξικό του πατριάρχη Φώτιου (810-891) υπάρχει το λήμμα “καπηλεία”. Ο Λέων ο Στ’ ο Σοφός (866-912) είχε επιβάλει ωράριο (lockdown…) στα καπηλειά! Στο ποίημα “Πουλολόγος” (1300;) αναφέρεται “καπήλισσα” (ταβερνιάρισσα). Ο αποτυχημένος και φορομπήχτης (μεγάλη λέρα), Ανδρόνικος Παλαιολόγος (1259-1332) επέβαλε με χρυσόβουλο “καπηλειακό” φόρο, απλώς γιατί τα θεωρούσε κακόφημα.

 

Και η Σμύρνη ήταν γεμάτη καπηλειά (για το μπάσο ράγκου, εννοείται) και μάλιστα αυτά πρόσφεραν το περιζήτητο “σεβντικαλιό” μαύρο κρασί! Ο Παπαδιαμάντης αναφέρει το “καπηλειό” στο διήγημα του “Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη” (1896). Ο Ιωάννης Πολέμης στο ποίημα του “Νερωμένο κρασί” γράφει «Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη, τι το νερώνεις το κρασί… πίνω και δε μεθώ;» (“Νερωμένο κρασί” ή “Παραδειγματικόν”, Ι. Πολέμης, 1909;). Ο Καβάφης έγραψε το 1926, το ιστορικοφανές ποίημα “Μέσα στα καπηλειά”.

 

Για “υπόγειο καπηλειό” ακούμε στο τραγούδι “Σαββατόβραδο” των Μίκη-Τ. Λειβαδίτη (1961). Το καπηλειό, ήταν και κρασοπουλειό, γιατί αλλιώς δεν είχε νόημα ο χαρακτηρισμός “καπηλειό”. Μάλιστα είχε συνήθως σαν πελάτες κατοίκους της γειτονιάς και ήταν καταφύγιο, ιδιαίτερα τα κρύα βράδια του χειμώνα, με τη θαλπωρή της ξυλόσομπας και φυσικά του κρασιού.

 

Για έναν απένταρο μπεκρή έξω από ένα τέτοιο καπηλειό έγραψε ο Γιώργος Μητσάκης το 1947 το συγκλονιστικό τραγούδι “Το καπηλειό”: «Η νύχτα είναι παγερή και λίγο ψιχαλίζει κι απ’ την απέναντι γωνιά το καπηλειό φωτίζει». Τα είπε όλα!

 

https://www.youtube.com/watch?v=9J1Rkgwp_WE

 

 

Εδώ και 60-70 χρόνια, πάντως, οι όροι “καπηλειό”, “κουτούκι”, “κουτουκάκι”, “κρασοπουλειό” και “ταβερνάκι”, σημαίνουν περίπου το ίδιο στην καθομιλούμενη. Τα “κουτούκια”, ιδιαίτερα, σέρνουν και μια αίσθηση υπογείου! Είδατε, λοιπόν, ότι το καπηλειό είναι ελληνικό καθώς και η λέξη; Όχι τίποτ’ άλλο δηλαδή, αλλά να μη γκρινιάζει κι ο μίζερος Μπαμπινιώτης…

 

Πηγή: slpress.gr/

 

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Χελιδόνια

Ένα χελιδόνι έχει φτιάξει τη φωλιά του κάτω από τη στέγη ενός σπιτιού: Tι σημαίνει αυτός ο δημοφιλής οιωνός;

 


Κάθε άνοιξη, επιστρέφουν με χάρη και ζωγραφίζουν τον ουρανό με τον χορό τους και την ομορφιά τους.

Τα χελιδόνια έχουν γοητεύσει τους ανθρώπους εδώ και γενιές. Αλλά πέρα ​​από την ομορφιά τους, ξέρατε ότι έχουν και βαθιά συμβολική σημασία; Σε πολλούς πολιτισμούς, αυτά τα πουλιά πιστεύεται ότι διαθέτουν σχεδόν μαγικές ιδιότητες. Έτσι, όταν βλέπετε ένα να πετάει στον κήπο σας, μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή εποχιακή επίσκεψη.

 

Χελιδόνια: Φτερωτοί φορείς καλής τύχης
Σε διάφορες παραδόσεις, τα χελιδόνια θεωρούνται ουράνιοι αγγελιοφόροι. Δεν σηματοδοτούν μόνο την επιστροφή των θερμότερων ημερών — αντιπροσωπεύουν την αγάπη, την ειρήνη και έναν ήπιο τρόπο ζωής. Πιστεύεται ακόμη και ότι τα χελιδόνια επιλέγουν να φωλιάζουν μόνο κοντά σε καλόκαρδους ανθρώπους. Αρκετά καλό κομπλιμέντο, έτσι δεν είναι;

 

Εντοπίζετε μια φωλιά χελιδονιού κάτω από τη στέγη σας; Θεωρήστε τον εαυτό σας τυχερό. Σε ορισμένους πολιτισμούς, αυτές οι φωλιές πιστεύεται ότι φέρνουν προστασία στο σπίτι — προστατεύοντάς το από την αρνητική ενέργεια, ακόμη και από καταιγίδες ή κεραυνούς. Σαν ήσυχοι μικροί φύλακες, φέρνουν παρηγοριά χωρίς να ζητούν πολλά σε αντάλλαγμα.

 

Σημάδια άνοιξης και ίσως κάτι ακόμα
Όταν τα χελιδόνια επιστρέφουν, είναο σαν η φύση να προσφέρει ένα νέο ξεκίνημα. Φέρνουν φως, ζεστασιά και ελπίδα. Σε παλαιότερες εποχές, οι άνθρωποι παρακολουθούσαν στενά τη συμπεριφορά τους, πιστεύοντας ότι μπορούσε να προβλέψει τι θα ακολουθούσε.

 

Για παράδειγμα:

Χελιδόνια που πετούν ψηλά; Θα υπάρξει καλός και καθαρός ουρανός.
Πετούν χαμηλά; Μπορεί να έρχεται κακός καιρός.
Πρόωρη άφιξη τους; Μια ευημερούσα χρονιά θα μπορούσε να είναι μπροστά.
Ακόμα και το κελάδημα τους θεωρούνταν ότι είχε νόημα — όσο πιο χαρούμενο ακουγόταν, τόσο πιο φωτεινές θα ήταν οι μέρες που θα ερχόντουσαν.

 

Ένα πουλί γεμάτο πνευματικό νόημα
Ένας συγκινητικός θρύλος λέει πώς τα χελιδόνια προσπάθησαν να απαλύνουν τον πόνο του Ιησού τραβώντας τα καρφιά από τα χέρια του κατά τη σταύρωση. Από εκείνη τη στιγμή, λέγεται ότι ήταν ευλογημένα, οι φωλιές τους θεωρούνταν ιερές. Γι’ αυτό, σε πολλά μέρη, η καταστροφή μιας φωλιάς χελιδονιού θεωρείται βαθιά λανθασμένη.

Έτσι, όταν τα χελιδόνια σας επισκέπτονται, θεωρείται ότι φέρνουν μια ευλογία — μια αίσθηση γαλήνης, ζεστασιάς και απαλού πνευματικού φωτός.

 

Παλιές πεποιθήσεις ή Μηνύματα από το σύμπαν;
Με την πάροδο του χρόνου, πολλές δεισιδαιμονίες έχουν σχηματιστεί γύρω από τα χελιδόνια. Κάποιες είναι συγκινητικές, άλλες μυστηριώδεις, αλλά όλες φαίνεται να μας συνδέουν με κάτι πέρα
​​από την καθημερινότητα.

 

Ακολουθούν μερικά παραδείγματα:
Ένα χελιδόνι πετάει μέσα στο σπίτι σας; Μπορεί να μεταφέρει ένα σημαντικό μήνυμα.
Κάθεται στο περβάζι του παραθύρου σας; Ένα σημάδι για να είστε προσεκτικοί.
Πετάει μέσα στο σπίτι; Κάποιοι πιστεύουν ότι σηματοδοτεί επερχόμενες προκλήσεις ή προβλήματα στην οικογένεια.

Μια εγκαταλελειμμένη φωλιά; Μπορεί να υποδηλώνει οικογενειακές εντάσεις.
Αλλά αν κάποιο πετάξει κατευθείαν προς το μέρος σας – λέγεται ότι φέρνει τύχη!


Μια τελευταία σημείωση: Το να βλάψετε ένα χελιδόνι θεωρείται πολύ κακή τύχη. Αντίθετα, η παράδοση προτείνει να το καλωσορίσετε με καλοσύνη και ευγνωμοσύνη.

 

Πηγή: robroy.gr/