...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

O Σεπτέμβριος στην παράδοση - πληροφορίες, εργασίες, παροιμίες, γιορτές, έθιμα, ιστορία

O Σεπτέμβριος στην παράδοση - πληροφορίες, εργασίες, παροιμίες, γιορτές, έθιμα, ιστορία

 


 

Αττικός μήνας: ΒΟΗΔΡΟΜΙΩΝ (15 Σεπτεμβρίου - 13 Οκτωβρίου)

Ο Σεπτέμβριος -Τρυγητής- παράγεται απ' τη λατινική Septem (=επτά). Ήταν ο έβδομος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου, τότε που ο χρόνος άρχιζε από το Μάρτη.

Η πρώτη Σεπτεμβρίου -Πρωτοσταυριά- ορίστηκε από το 313 μ.Χ. ως αρχή των θρησκευτικών δεκαπεντάχρονων περιόδων της λεγόμενης Ινδίκτου. Τις Ινδικτιώνες τις καθιέρωσαν οι Άγιοι Πατέρες -επηρεασμένοι από τους Ρωμαίους- για φορολογικούς κυρίως σκοπούς. Την Πρωτοσεπτεμπριά οι αγρότες «καλούσαν» με διάφορους τρόπους και τεχνικές που θυμίζουν αρχαία θεσμοφόρια, το «πνεύμα της βλαστήσεως». Ο σπόρος που ήταν προορισμένος για τη σπορά «στέλλεται εις την εκκλησίαν διά να ευλογηθεί». Στην Κω κρεμούν στο εικονοστάσι το σύμβολο της «Αρκιχρονιάς»: μια αρμαθιά από ρόδι, σταφύλι, κυδώνι, σκόρδο και φύλλο από τον πλάτανο του Ιπποκράτη.

Τρυγητής: «Η πρώτη ημέρα του (Σεπτέμβρη) Τρυγητή χαιρετιζόταν στη Θράκη με τύμπανα και τραγούδια. Οι ληνοί συνοδεύονταν δ' ομάδων ορχουμένων και αδόντων. Την νύκτα παρέες προσωπιδοφόρων εν τυμπάνοις και αλαλαγμοίς τρέχουν στους δρόμους». Τα δρώμενα αυτά θυμίζουν αρχαία Οσχοφόρια στα οποία νέοι φορώντας στεφάνια από κλαδιά αμπέλου (όσχους) ξεκινούσαν από τον ναό του Διονύσου πηγαίνοντας προς τους αμπελώνες και τα πατητήρια. Λέγεται επίσης Σταυρός και Σποριάς.

Το Σεπτέμβρη ο τρύγος συνεχίζεται ενώ αρχίζει η σπορά και το όργωμα.

 

Γεωργικές εργασίες

Σπέρνουμε: Μπρόκολα, κουνουπίδια, λάχανα, μαρούλια, καρότα, παντζάρια, ραπανάκια, πράσα, σέλινο, μαϊντανό, άγρια και ήρεμα χόρτα, σπανάκια, σέσκλα, σινάπια, μυρώνια, καυκαλίθρα κ.α.

Φυτεύουμε:Κρεμμύδια, σκόρδα.

Μεταφυτεύουμε: Μαρούλια, μπρόκολα, κουνουπίδια, λάχανα, πράσα.

Συγκομιδή: Ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, αγγούρια, πιπεριές, μπάμιες, φασόλια, αραποσίτια, βλίτα, αντράκλα, σέλινο, μαϊντανό.

Φρούτα: Αχλάδια, μήλα, ροδάκινα, σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, φουντούκια, φιστίκια, κάστανα, ρόδια, σταφύλια, φραγκόσυκα.

Γενικές εργασίες και φροντίδες: Καθαρίζουμε το χωράφι μας από διάφορες καλοκαιρινές καλλιέργειες και το ετοιμάζουμε για τα χειμωνιάτικα κηπευτικά μας. Επιθεωρούμε τακτικά τα φυτά μας για ύπαρξη εχθρών και ασθενειών. Ψεκάζουμε με βιολογικά εντομοκτόνα, θερινό πολτό (όταν οι θερμοκρασίες είναι κάτω από 32 βαθμούς Κελσίου), χαλκό ή θειάφι τις καλλιέργειές μας ανάλογα με τις ανάγκες.

Για σπόρο: Μια από τις πιο σοβαρές και σημαντικές δουλειές το Σεπτέμβριο είναι η συλλογή σπόρων από τα φυτά μας. Μαζεύουμε και ξεραίνουμε σπόρους από τα καλοκαιρινά λαχανικά μας όπως ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές, κολοκύθια, αλλά και τα καλοκαιρινά αρωματικά φυτά και λουλούδια μας.

 

Παροιμίες

Τον Τρυγητή τ' αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι.

Αν ίσως βρέξει ο Τρυγητής, χαρά στον τυροκόμο.

Του Σταυρού σταύρωνε και δένε.

Του Σεπτέμβρη οι βροχές, πολλά καλά μας φέρνουν.

Μάρτη και Σεπτέμβρη ίσια τα μεσάνυχτα.

Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια.

Στον Τρυγητή σιτάρι σπείρε και στο πανηγύρι σύρε.

Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε.

 

Γιορτές έθιμα ιστορία

Στη Χώρα της ΚΩ, το βράδυ της 31ης Αυγούστου, δηλ. της τελευταίας ημέρας του μήνα, αστρονομούν, όπως λένε, δηλ. αφήνουν κάτω από τ’ άστρα ένα μεγάλο καρπούζι, με πολλά σπόρια, ένα ρόδι, μια σκελίδα σκόρδο, ένα κυδώνι, ένα φύλλο από τον «πλάτανο του Ιπποκράτη» κι ένα τσαμπί σταφύλι. Το πρωί της «Αρχιχρονιάς» γυναίκες και παιδιά σηκώνονται πριν βγει ο ήλιος και κατεβαίνουν στην παραλία παίρνοντας μαζί, τους «αστρονομημένους» αυτούς καρπούς που φύλαγαν για ένα χρόνο στο εικονοστάσι, τους πετούν στη θάλασσα και βουτάνε στο νερό τους καινούργιους. Βρέχουν το πρόσωπό τους, μαζεύουν θαλασσινό νερό από σαράντα κύματα και βότσαλα από την ακρογιαλιά. Στο δρόμο για το σπίτι σταματούν στον «πλάτανο» και αγκαλιάζουν τον κορμό του για να πάρουν τα χρόνια του και τη δύναμή του. Στο σπίτι πια κρεμούν την καινούρια «Αρχιχρονιά» στο εικονοστάσι, σα σύμβολο αφθονίας για την καινούρια χρονιά. Ρίχνουν λίγα βότσαλα στα μπαούλα, να μην τρώνε οι ποντικοί τα ρούχα, βάζουν λίγα στις τσέπες τους «για το καλό», σκορπίζουν μερικά στην αυλή και ραντίζουν το σπίτι με θαλασσινό νερό για την γλωσσοφαγιά.

Στη ΡΟΔΟ, τη μέρα αυτή κρεμούν στο μεσιά – το μεσαίο χοντρό δοκάρι, που βαστάζει τη στέγη – τη δική τους «Αρχιχρονιά»: ένα άσπρο σακουλάκι γεμάτο στάχυα και σιτάρι. Γύρω απ’ αυτό δένουν μια αρμαθιά καρύδια, ένα κρεμμύδι, ένα σκόρδο, ένα κεχρί, καρπό βαμβακιού κι ένα τσαμπί σταφύλι. Αν δεν κάνουν την «Αρχιχρονιά», δεν αρχίζουν καμιά αγροτική εργασία. Την «Αρχιχρονιά» αυτή την ξεκρεμούν από το μεσιά την Πρωτοχρονιά το πρωί. Τα καρύδια και το τσαμπί που γίνεται σταφίδα το τρώνε, ενώ το σιτάρι, το σκόρδο και το κρεμμύδι τα φυλάγουν για να τα ρίξουν μέσα στο σπόρο, όταν θα αρχίσουν τη σπορά. Το θεωρούν καλό ν’ ανακατευτούν με το σπόρο οι καρποί της «Αρχιχρονιάς».

Στο άλλο άκρο της Ελλάδας, στη ΣΩΖΟΠΟΛΗ ΘΡΑΚΗΣ, οι κάτοικοι, το πρωί της 1ης Σεπτεμβρίου, ράντιζαν ο καθένας με αγιασμό το σπίτι του, τα αμπέλια του και τα δίχτυα του, για να ευλογηθούν και να δώσουν πολλά σταφύλια και πολλά ψάρια αντίστοιχα. Ένας δάσκαλος, πριν αρκετά χρόνια, στα Χάσια Κοζάνης, διηγείται τι συνέβαινε την πρώτη μέρα που άνοιγαν τα σχολεία:

«Στα σχολεία των χωριών τούτων, όταν ανοίξει το σχολείο, έρχονται οι μαθητές, φιλούν το χέρι του δασκάλου. Τους καταγράφει. Έπειτα αρχίζουν με τη σειρά και φέρνουν οι μαθητές μια πίτα, ένα ψωμί, κρασί. Όταν όμως θα αλλάξουν τα βιβλία ή τις τάξεις, τότε ο κάθε μαθητής θα παρουσιάσει τα νέα βιβλία του στο δάσκαλο να τα ράψει κι ο δάσκαλος τα ράφτει όλα τα βιβλία και τα φυλάγει επάνω στον πάγκο. Οι μαθητές φέρνουν τότε ένα δώρο στο διδάσκαλο, μαντίλι ή τσιράπια ή κότα ή αρνί, ό,τι θέλει ο καθένας, στους δε μαθητές φέρνουν μύγδαλα ή καρύδια ή ζαχαρωτά. Όλοι φέρνουν μικροί και μεγάλοι. Τότε οι μαθητές σηκώνονται όρθιοι, έρχονται στην παράδοση, στρώνουν μια βελέντζα ή παλτό καταγής. Σηκώνεται ο δάσκαλος, παίρνει το βιβλίο ενός μαθητή της δευτέρας ή της τρίτης κ.λ.π. τάξης στα χέρια και λέγει: «να αξιώσετε το μαθητή αυτό στην Β ή Γ ή Δ τάξη». Όλοι τότε οι μαθητές σηκώνουν εκείνον το μαθητή με τη βελέντζα καθισμένο μέσα και τον σύρουν άνω κάτω και φωνάζουν «άξιος», τον ανεβάζουν και τον κατεβάζουν 3 φορές. Κατόπιν εκείνος φιλεί το χέρι του δασκάλου και παίρνει τα βιβλία. Ο δάσκαλος του εύχεται Καλή Πρόοδο και μοιράζει στα παιδιά ό,τι φρούτα έφερε ο μαθητής. Έτσι όλοι οι μαθητές αξιώνονται, όχι την ίδια μέρα, αλλά τις άλλες. Τέλος με τη σειρά φέρουν ο καθένας στο δάσκαλο το κανίσκι του με το ψωμί, πίτα, αυγά, κρασί, ρακή κ.ά.

Γιορτές και ΈθιμαΤου Αγίου Μάμαντος (2 Σεπτεμβρίου). Είναι άγιος βοσκός. Παλιά γίνονταν  θυσίες προβάτων στα ξωκλήσια του, «προσέχοντας το αίμα να τρέξει μες στ' αυλάκι το νερό, που βγαίνει κάτω από το ιερό της εκκλησίας» (Σκύρος).

Το Γενέθλιον της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου). Της Παναγιάς της Αποσοδειάς (Αιτωλία), της Καρυδούς (Καστοριά).

Της Υψώσεως του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου): Την ημέρα αυτή κηδεύουν και θρηνούν στην Αίγινα με μιμική παράσταση και με αποχαιρετιστήριο ύμνο τον Διόνυσο – Λειδινό: ένα ντυμένο ανδρείκελο με υπερμεγέθη φαλλό, σύμβολο της γονιμότητας καθώς του τραγουδούν: «Φεύγεις, πάεις, Λειδινέ μου,/ τσ’ εμάς αφήνεις κρύους,/ πεινασμένους, διψασμένους/ τσ’ όχι λίγο μαραμένους/ Λειδινέ μου, Λειδινέ μου!/ Πάλι θα ‘ρθης Λειδινέ μου,/ με του Μάρτη τις δροσιές,/ με τ’ Απρίλη τα λουλούδια/ τσαι του Μάη τις δουλειές/ Λειδινέ μου, Λειδινέ μου» [Π. Ηρειώτη, Λαογρ. Η (1921), σ. 289]

23 Σεπτεμβρίου: Σύλληψις του Προδρόμου

Έθιμο της Αρμάτας στις Σπέτσες.

Κάθε χρόνο στις Σπέτσες, το δεύτερο Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου είναι αφιερωμένο σε εορταστικές εκδηλώσεις που συνδυάζουν τον εορτασμό της Παναγίας της Αρμάτας (κοντά στον Φάρο) και της επετείου της ναυμαχίας της 8ης Σεπτεμβρίου 1822. Γίνεται αναπαράσταση της καύσεως της τουρκικής ναυαρχίδας. Οι Σπέτσες είναι μία από οκτώ ευρωπαϊκές πόλεις που μετέχουν στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ιστορικών Αναπαραστάσεων.

Η Ναυμαχία των Σπετσών (8 Ιουλίου 1822). Στις 8 Σεπτεμβρίου 1822 ο τουρκικός στόλος, προερχόμενος από τη Μονεμβασία, κίνησε προς ανεφοδιασμό του Παλαμηδίου στο Ναύπλιο, το οποίο πολιορκούσαν από στεριάς δυνάμεις του Αλεξάνδρου Υψηλάντη και από θαλάσσης δυνάμεις της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Φθάνοντας στον χώρο ανάμεσα στο Τρικέρι και τη Σπετσοπούλα, οι τουρκικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον στόλο των τριών ηρωικών νησιών της Ελλάδος, των Σπετσών, της Ύδρας και των Ψαρών. Ο ναύαρχος του ελληνικού στόλου, Ανδρέας Μιαούλης, έδωσε διαταγή να κινηθεί ο ελληνικός στόλος προς το εσωτερικό του Αργολικού Κόλπου, για να εγκλωβίσει εκεί τους πολυαριθμότερους και καλύτερα εξοπλισμένους Τούρκους. Προκειμένου, όμως, να αφήσουν τις Σπέτσες ανυπεράσπιστες στο έλεος των Τούρκων, οι Σπετσιώτες πλοίαρχοι Ι. Τσούρπας, Δ. Λάμπορυ (ή Λεωνίδας) και Ι. Κούτσης, καθώς και ο Υδραίος Α. Κριεζής, αγνόησαν το σήμα του Μιαούλη και επετέθησαν εναντίον των Τούρκων. Η σφοδρότητα της ναυμαχίας έκανε το έδαφος να σείεται στην Ύδρα, από όπου όσοι παρακολουθούσαν τα γεγονότα έβλεπαν τόσο καπνό που νόμιζαν ότι οι Σπέτσες καίγονται.

Μέσα σ' αυτή την αναταραχή και αντάρα, ο Σπετσιώτης πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης (1792-1887), αψηφώντας τα κανόνια, τη φωτιά και τον καπνό, ώρμησε με το πυρπολικό του στο κέντρο του τουρκικού σχηματισμού, κατορθώνοντας να φθάσει στη ναυαρχίδα των εχθρών, στην οποία βάζει φωτιά. Η τουρκική ναυαρχίδα καίγεται και βουλιάζει --σύμφωνα με την παράδοση μπροστά στο λιμάνι. Η ενέργεια του Μπαρμπάτση ήταν καθοριστική για την έκβαση της ναυμαχίας, και ο τουρκικός στόλος υποχώρησε άπρακτος, με αποτέλεσμα το Ναύπλιο να πέσει 2½ μήνες αργότερα.


Πηγή : https://mhnes-12.weebly.com/


Πηγή: ekklisiaonline.gr

 

Λουλούδια, πουλιά και ζώα στη Λαϊκή μας Παράδοση

Λουλούδια, πουλιά και ζώα στη Λαϊκή μας Παράδοση

 

 

Τα λουλούδια και τα φυτά κατέχουν κεντρική θέση στην ελληνική λαογραφία, καθώς αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των λαϊκών εθίμων, της θρησκευτικής ζωής και της καθημερινότητας στην παραδοσιακή επαρχία. Από το στόλισμα του Επιταφίου μέχρι το μαγιάτικο στεφάνι, κάθε άνθος κουβαλάει τον δικό του ξεχωριστό συμβολισμό.

 

Τα Φυτά της Ελληνικής Αυλής

Στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική και καθημερινότητα, η αυλή του σπιτιού αποτελούσε το «στολίδι» της οικογένειας, γεμάτη με συγκεκριμένα λουλούδια:

 

Αγιόκλημα

Στην ελληνική λαογραφία και παράδοση, το αγιόκλημα (ή αιγόκλημα) είναι συνδεδεμένο με τη νοσταλγία, την αυγουστιάτικη νύχτα, το γλυκό άρωμα της υπαίθρου και την αγνή, τρυφερή αγάπη, ενώ το όνομά του προέκυψε παρετυμολογικά από το «αιγόκλημα» με την επίδραση του «αγιο-». Το αγιόκλημα προέρχεται από το μεσαιωνικό αιγόκλημα (αίγα + κλήμα), επειδή οι κατσίκες τρώνε τα κλαδιά του. Η λαϊκή φαντασία προσέδωσε στο φυτό το συνθετικό «αγιο» λόγω της χάρης και της ευωδιάς του, ή επεξεργάστηκε την ιδέα ότι τα λουλούδια του φέρνουν μια «ευλογημένη» πραότητα στον χώρο. Θεωρείται παραδοσιακό φυτό της αυλής και του περιβολιού, πάντα φυτεμένο δίπλα στο παράθυρο για να μπαίνει η μυρωδιά του στα δωμάτια. Στην ελληνική ποίηση, το αγιόκλημα έγινε σύμβολο του ρομαντισμού και της ερωτικής νοσταλγίας. Στη νεότερη λαϊκή μνήμη και τα τραγούδια (όπως τα «Θερινά Σινεμά»), το αγιόκλημα μαζί με το γιασεμί συνοδεύουν τις αναμνήσεις των καλοκαιρινών βραδιών.

 

Βασιλικός

Το πιο ιερό φυτό της ελληνικής παράδοσης. Σύμφωνα με το έθιμο, φύτρωσε στο σημείο όπου η Αγία Ελένη βρήκε τον Τίμιο Σταυρό. Χρησιμοποιείται από τους ιερείς για τον Αγιασμό, ενώ οι νοικοκυρές το είχαν πάντα σε γλάστρες στην είσοδο για καλοτυχία και προστασία.

 

Γιασεμί (και Φούλι)

Συνδεδεμένο άρρηκτα με τον έρωτα, την αγνότητα και τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες της υπαίθρου.

 

Γαρυφαλλιά

Το γαρύφαλλο (ή ζαμπάκι) είναι το κατεξοχήν λουλούδι της αγάπης, του πάθους αλλά και του αποχωρισμού στα δημοτικά τραγούδια. Οι άνδρες το φορούσαν συχνά πίσω από το αυτί ως δείγμα λεβεντιάς και φλερτ.

 

Γεράνι

Το πιο ανθεκτικό λουλούδι των γιαγιάδων. Συμβολίζει την απλότητα, τη ζεστασιά του σπιτικού και την ικανότητα επιβίωσης στις δυσκολίες.

 

********

 

Θρησκευτικά Έθιμα και Τελετουργίες

Τα λουλούδια συνδέονται στενά με τον κύκλο των εποχών και τις μεγάλες γιορτές της Ορθοδοξίας:

 

Ο Επιτάφιος θρήνος: Τη Μεγάλη Παρασκευή, οι κοπέλες κάθε ενορίας στολίζουν τον Επιτάφιο με πασχαλιές, βιολέτες, κρίνους και τριαντάφυλλα. Τα λουλούδια αυτά (που ονομάζονται και «χριστολούλουδα») μοιράζονται μετά στους πιστούς ως φυλακτό για την υγεία.

 

Ο Κρίνος της Παναγίας: Ανθίζει κοντά στην άνοιξη και συμβολίζει την απόλυτη αγνότητα, την καθαρότητα και τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

 

Η Πρωτομαγιά: Το μάζεμα των αγριολούλουδων (μαργαρίτες, παπαρούνες) για το πλέξιμο του Μαγιάτικου Στεφανιού. Το στεφάνι κρεμιέται στην πόρτα του σπιτιού για να φέρει την ευφορία της φύσης, την υγεία και να διώξει το «κακό μάτι».

 

*********

 

Μύθοι και Λαϊκές Δοξασίες

Πολλά λουλούδια διατηρούν τις ρίζες τους από την αρχαία ελληνική μυθολογία, έχοντας περάσει στη λαϊκή συνείδηση:

 

Ανεμώνη: Το λουλούδι του ανέμου. Στη λαογραφία συμβολίζει το εφήμερο, την εύθραυστη ομορφιά και τη μοναξιά, καθώς τα πέταλά της πέφτουν εύκολα με το πρώτο φύσημα.

 

Νάρκισσος: Συνδεδεμένος με τον αρχαίο μύθο της αυτοαρέσκειας, στην παράδοση της υπαίθρου θεωρείται σύμβολο της παροδικής νεότητας και της ματαιοδοξίας.

 

Στα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια, τα λουλούδια και τα φυτά δεν χρησιμοποιούνται για απλό ρομαντισμό, αλλά συνδέονται άμεσα με τη σκληρή ζωή του βουνού, τον θάνατο των αγωνιστών και τη λεβεντιά. Οι κλέφτες ζούσαν στα λημέρια («με τα πουλιά κουβέντιαζαν και με τα χόρτα στρώναν»), γι' αυτό και η άγρια φύση ήταν ο φυσικός τους χώρος.

 

*********

 

Τα πουλιά και τα ζώα στην Ελληνική Λαογραφία

 

Στην ελληνική λαογραφία γενικότερα, τα πουλιά κατέχουν ξεχωριστή θέση, καθώς συνδέονται με τα έθιμα, τις δεισιδαιμονίες, τον καιρό, την ξενιτιά και τον θάνατο. Ο λαός μας έβλεπε στα πουλιά «ψυχές» ή αγγελιαφόρους της μοίρας, ερμηνεύοντας τη συμπεριφορά και το πέταμά τους στην καθημερινή ζωή της υπαίθρου.

 

Στα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια, τα πουλιά δεν είναι απλά στοιχεία του τοπίου, αλλά ενεργοί χαρακτήρες που επικοινωνούν με τους ανθρώπους. Είναι οι «ανταποκριτές» του βουνού, οι σύνδεσμοι ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των πεθαμένων, αλλά και οι μοναδικοί μάρτυρες της σκληρής ζωής των αγωνιστών.

 

Το Γεράκι και ο Αετός: Σύμβολα Λεβεντιάς και Ελευθερίας

Ο αετός και το γεράκι αντιπροσωπεύουν τον ίδιο τον κλέφτη, την περηφάνια και την ανυποταξία του.

 

Ο Αετός: Είναι ο βασιλιάς των γκρεμών και των ψηλών κορφών, εκεί όπου δεν φτάνει ο Τούρκος κατακτητής. Όταν ένας κλέφτης πληγώνεται ή πεθαίνει, ο αετός εμφανίζεται για να του συμπαρασταθεί, να πάρει το κεφάλι του για να μην το βεβηλώσουν οι εχθροί, ή να φάει τις σάρκες του, σε μια πράξη «ένωσης» του ήρωα με την άγρια φύση.

 

Το Γεράκι: Συμβολίζει την ταχύτητα, την εξυπνάδα και την πολεμική αρετή του αγωνιστή.

 

 

Το «Πουλί» ως Αγγελιαφόρος (Το Μαύρο Πουλί)

Στην έναρξη δεκάδων κλέφτικων τραγουδιών συναντάμε το μοτίβο: «Ένα πουλί, καλό πουλί...» ή «Ένα μαύρο πουλί...».

 

Ο Αγγελιαφόρος: Τα πουλιά κάθονται σε ένα κλωνί ή πάνω από το λημέρι και «σκούζουν» (φωνάζουν) για να φέρουν τα κακά μαντάτα (π.χ. τον θάνατο ενός καπετάνιου, μια προδοσία ή τον ερχομό του εχθρικού στρατού).

 

Η Ανθρώπινη Λαλιά: Στην παράδοση, τα πουλιά αυτά έχουν ανθρώπινη λαλιά. Μιλάνε απευθείας στους κλέφτες, τους προειδοποιούν για τον κίνδυνο ή μεταφέρουν τα παράπονά τους στις μανάδες και τις γυναίκες τους στα χωριά.

 

Η Κουκουβάγια (Μπούφος) και το Κοράκι: Οι Προάγγελοι του Θανάτου

Αυτά τα πουλιά συνδέονται με το σκοτάδι, την καταστροφή και το τέλος της μάχης.

 

Το Κοράκι: Εμφανίζεται πάντα μετά τη μάχη. Είναι το πουλί που περιμένει να τραφεί από τα πτώματα των ηρωικά πεσόντων. Συχνά, οι πληγωμένοι κλέφτες του μιλάνε, ζητώντας του να κάνει υπομονή ή να πάει ένα τελευταίο γράμμα στους δικούς τους.

 

Η Κουκουβάγια: Το θρηνητικό της κλάμα μέσα στη νύχτα θεωρείται κακός οιωνός που προμηνύει την πτώση ενός λημεριού ή τον θάνατο του αρχηγού.

 

Το Τρυγόνι και το Αηδόνι: Η Νοσταλγία της Ειρήνης

 

Το Αηδόνι: Με το γλυκό του κελάηδισμα την άνοιξη, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ήχο των όπλων (των καρυοφυλλιών). Συμβολίζει την ομορφιά της ζωής που στερούνται οι κλέφτες, αποκλεισμένοι στα χιόνια και στις ερημιές.

 

Τα Πουλιά της Ξενιτιάς

Η ξενιτιά υπήρξε πληγή για την ελληνική οικογένεια και τα πουλιά έγιναν το βασικό σύμβολο του αποχωρισμού:

Το Χελιδόνι: Θεωρείται το πουλί της ελπίδας και της επιστροφής. Φέρνει την άνοιξη και το μήνυμα ότι ο ξενιτεμένος θα γυρίσει. Υπάρχει μάλιστα το έθιμο των «Χελιδονισμάτων» την 1η Μαρτίου, όπου τα παιδιά γυρίζουν τα σπίτια κρατώντας ένα ξύλινο χελιδόνι και τραγουδούν για τον ερχομό του.

 

Το Τρυγόνι: Σύμβολο της μοναξιάς, της πιστότητας και του θρήνου. Αν το τρυγόνι χάσει το ταίρι του, πιστεύεται ότι δεν ζευγαρώνει ποτέ ξανά και κελαηδάει θλιμμένα, γι' αυτό και στα λαϊκά τραγούδια παρομοιάζεται με τη μάνα ή τη γυναίκα που περιμένει τον ξενιτεμένο.

 

Προάγγελοι της Μοίρας και του Καιρού

Οι αγρότες και οι ναυτικοί παρατηρούσαν τα πουλιά για να προβλέψουν το μέλλον ή τις καιρικές συνθήκες:

 

Η Κουκουβάγια (Γκιώνης/Χαροπούλι): Στη λαϊκή πίστη, αν μια κουκουβάγια κάτσει στη στέγη ενός σπιτιού και φωνάξει το βράδυ, θεωρείται κακός οιωνός που προμηνύει θάνατο ή αρρώστια στην οικογένεια. Ο «Γκιώνης» μάλιστα, σύμφωνα με τον λαϊκό μύθο, είναι ένας αδελφοκτόνος που μεταμορφώθηκε σε πουλί και κλαίει τη νύχτα φωνάζοντας το όνομα του χαμένου αδελφού του (Αντώνη).

 

Ο Κόκορας (Πετεινός): Ο «ξυπνητής» του χωριού. Το λάλημά του τα μεσάνυχτα ή τα ξημερώματα διώχνει τα κακά πνεύματα, τους καλικάντζαρους και τα φαντάσματα της νύχτας. Αν όμως ο κόκορας λαλήσει σε ασυνήθιστη ώρα, θεωρείται σημάδι ότι ο καιρός θα αλλάξει απότομα.

 

Ο Γλάρος: Για τους νησιώτες, οι γλάροι που πετούν χαμηλά ή βγαίνουν στη στεριά προειδοποιούν για θαλασσοταραχή και δυνατές καταιγίδες.

 

Το Πουλί ως Ψυχή (Τα Μοιρολόγια)

Στην ελληνική παράδοση, η ψυχή του ανθρώπου μετά θάνατον συχνά παίρνει τη μορφή πουλιού:

 

Το Περιστέρι: Το κατεξοχήν πουλί της αγνότητας, της ειρήνης και του Αγίου Πνεύματος. Στα μοιρολόγια, η ψυχή ενός ανθρώπου που μόλις πέθανε παρομοιάζεται με λευκό περιστέρι που πετάει μακριά.

 

Το Κοράκι: Συνδεδεμένο με το σκοτάδι, τον θάνατο και την κακοτυχία. Η φράση «κρώζει το κοράκι» σημαίνει ότι έρχονται άσχημα νέα.

 

Το Αηδόνι και ο Έρωτας

 

Το Αηδόνι: Είναι ο βασιλιάς του έρωτα και της δημιουργίας στην παράδοση. Το γλυκό, νυχτερινό του κελάηδισμα συμβολίζει τον κρυφό καημό των ερωτευμένων, τη νιότη και την ομορφιά της φύσης.

 

Στην ελληνική λαογραφία, τα ζώα που ζούσαν μέσα ή γύρω από το παραδοσιακό σπίτι δεν ήταν απλώς χρησιμόθηρα εργαλεία, αλλά θεωρούνταν μέλη της οικογένειας, προστάτες του νοικοκυριού ή φορείς μεταφυσικών δυνάμεων. Ο λαός μας είχε αναπτύξει μια βαθιά σχέση σεβασμού και δεισιδαιμονίας μαζί τους.

 

Το Φίδι του Σπιτιού (Ο Σπιτοφίδακας)

Πρόκειται για την πιο ισχυρή και γοητευτική λαϊκή δοξασία της ελληνικής υπαίθρου. Πιστευόταν ότι κάθε σπίτι είχε το δικό του φίδι, το οποίο ζούσε στα θεμέλια, στους τοίχους ή κάτω από το κατώφλι. Το φίδι αυτό θεωρούνταν η «ψυχή» του σπιτιού ή ο ενσαρκωμένος πρόγονος της οικογένειας. Προτάτευε το νοικοκυριό από την κακοτυχία, τους κλέφτες και τα αρνητικά πνεύματα. Ήταν τεράστιο αμάρτημα να σκοτώσει κανείς τον σπιτοφίδακα. Αν κάποιος τον πείραζε, πίστευαν ότι το σπίτι θα έπεφτε, η οικογένεια θα ξεκληριζόταν ή θα πέθαινε ο αρχηγός του σπιτιού. Συχνά οι γιαγιάδες του άφηναν λίγο γάλα σε ένα πιατάκι.

 

Η Γάτα: Η Καθαρότητα και το Μεταφυσικό

Η γάτα είχε διπλή φύση στη λαϊκή συνείδηση, ακροβατώντας ανάμεσα στην ευλογία και τον φόβο. Ήταν αγαπητή γιατί κρατούσε το σπίτι και τις αποθήκες καθαρές από ποντίκια και ερπετά. Λόγω της νυχτερινής της φύσης και των ματιών της που φωσφορίζουν, η μαύρη γάτα συνδέθηκε με τη γρουσουζιά και τη μαγεία. Αν μια μαύρη γάτα έκοβε τον δρόμο κάποιου, θεωρούνταν κακός οιωνός. Οι αγρότες πίστευαν ότι όταν η γάτα νίβεται (πλένει το πρόσωπό της) γυρισμένη προς μια κατεύθυνση, δείχνει από πού θα έρθει ο καιρός (ο άνεμος ή η βροχή).

 

Ο Σκύλος: Ο Πιστός Σύντροφος και ο Διώκτης του Κακού

Ο σκύλος ήταν ο απόλυτος προστάτης της περιουσίας, αλλά του αποδίδονταν και υπερφυσικές ιδιότητες. Ο λαός πίστευε ότι οι σκύλοι μπορούν να δουν το κακό, τους χάρους, τα φαντάσματα ή τους καλικάντζαρους, τα οποία είναι αόρατα στον άνθρωπο. Όταν ένας σκύλος αλυχτούσε (έκλαιγε) παρατεταμένα μέσα στη νύχτα χωρίς λόγο, θεωρούνταν σημάδι ότι «βλέπει τον Χάρο» να πλησιάζει και ότι κάποιος στο χωριό θα πεθάνει.

 

Ο Κόκορας και οι Κοτες: Η Ευλογία της Γονιμότητας

Υπήρχε το αρχαίο έθιμο να σφάζουν έναν κόκορα στα θεμέλια ενός νέου σπιτιού (ή γεφυριού). Πίστευαν ότι το σπίτι χρειάζεται «αίμα» για να στεριώσει και να μην πέσει, μετατρέποντας τον κόκορα σε μια μορφή θυσίας-αντιδότου για την ασφάλεια των ανθρώπων. Όπως αναφέρθηκε και για τα πουλιά, το λάλημά του τα μεσάνυχτα («πρώτοι πετεινοί») και τα ξημερώματα έδιωχνε κάθε νυχτερινό κακό πνεύμα. Η θυσία του κόκορα κατά την ανέγερση ενός νέου σπιτιού ή γεφυριού αποτελεί μία από τις αρχαιότερες και πιο βαθιά ριζωμένες παραδόσεις. Ο λαός πίστευε ότι για να «στεριώσει» ένα κτίσμα, έπρεπε να ποτιστεί με αίμα, ώστε να εξευμενιστούν τα πνεύματα της γης (το λεγόμενο «στοιχείο» του τόπου). Ο κόκορας είναι το κατεξοχήν σύμβολο της ζωής, του φωτός και της γονιμότητας. Επειδή με το λάλημά του διώχνει το σκοτάδι, η θυσία του θεωρούνταν ότι προστατεύει το σπίτι από κάθε κακό πνεύμα. Ο πρωτομάστορας έσφαζε τον κόκορα πάνω στην πρώτη πέτρα των θεμελίων, αφήνοντας το αίμα να τρέξει στις τέσσερις γωνίες του κτίσματος. Υπήρχε η προκατάληψη ότι αν δεν θυσιαζόταν κάποιο ζώο, το κτίσμα θα έπαιρνε τη ζωή του πρώτου ανθρώπου που θα έμπαινε μέσα ή του ίδιου του μάστορα (όπως επιβιώνει στον πασίγνωστο μύθο για το Γεφύρι της Άρτας).

 

Τα Ζώα της Εργασίας: Το Γαϊδούρι και το Βόδι

Για τον παραδοσιακό αγρότη, τα ζώα που όργωναν τη γη και μετέφεραν τα αγαθά δεν ήταν απλά εργαλεία, αλλά οι πολυτιμότεροι συνεργάτες του. Η απώλειά τους σήμαινε οικονομική καταστροφή για την οικογένεια.

Το Βόδι (Ο «Ζευγολάτης»): Θεωρούνταν το πιο ευλογημένο ζώο της αγροτικής ζωής. Λόγω της βιβλικής του σύνδεσης με τη Γέννηση του Χριστού στη φάτνη, ο λαός πίστευε ότι η ανάσα του βοδιού είναι ζεστή και ιερή. Υπήρχε η αυστηρή ηθική απαγόρευση να μην χτυπούν ή βρίζουν ποτέ το βόδι την ώρα που όργωνε το χωράφι.

Το Γαϊδούρι (Ο «Υπομονετικός Σύντροφος»): Αν και συχνά το συνέδεαν με την πείσμα και την κουταμάρα στις λαϊκές παροιμίες, στην πραγματικότητα το σέβονταν για την ασταμάτητη εργατικότητά του. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, το γαϊδούρι έχει έναν σταυρό στην πλάτη του (από το τρίχωμά του) επειδή μετέφερε τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα.

Πώς τα τιμούσαν: Στις μεγάλες γιορτές (όπως τα Χριστούγεννα ή του Αγίου Μοδέστου, που είναι ο προστάτης των ζώων), οι αγρότες δεν έβαζαν τα ζώα να δουλέψουν. Τους έδιναν την καλύτερη τροφή, τα στόλιζαν με χάντρες για το μάτι και καθάριζαν σχολαστικά τους στάβλους τους.

 

Οι Δεισιδαιμονίες γύρω από τη Μαύρη Γάτα

Στην ελληνική επαρχία, η μαύρη γάτα συγκέντρωνε πάντα τον φόβο και την καχυποψία των ανθρώπων, καθώς το σκοτεινό της χρώμα συνδέθηκε άμεσα με το άγνωστο και το μεταφυσικό. Η πιο διαδεδομένη πρόληψη θέλει τη μαύρη γάτα να φέρνει γρουσουζιά αν κόψει τον δρόμο ενός ανθρώπου, ειδικά το πρωί. Αν συνέβαινε αυτό, ο χωρικός άλλαζε δρόμο ή έκανε τρεις φορές το σημείο του σταυρού για να ξορκίσει το κακό. Στις λαϊκές αφηγήσεις και τα παραμύθια, πίστευαν ότι οι μάγισσες ή τα κακά πνεύματα είχαν την ικανότητα να μεταμορφώνονται σε μαύρες γάτες τη νύχτα για να μπουν στα σπίτια απαρατήρητα και να κάνουν κακό ή να κλέψουν την τύχη του νοικοκυριού. Αν μια μαύρη γάτα πηδούσε πάνω από το φέρετρο ενός νεκρού πριν την κηδεία, υπήρχε η τρομακτική δεισιδαιμονία ότι ο νεκρός θα «βρικολάκιαζε». Για τον λόγο αυτό, απέκλειαν αυστηρά όλες τις γάτες από το δωμάτιο όπου βρισκόταν ο εκλιπών.

 

Κλείνοντας αυτό το σύντομο ταξίδι στην ελληνική λαογραφία, γίνεται φανερό ότι η παραδοσιακή κοινωνία δεν έβλεπε τη φύση σαν έναν απλό, άψυχο χώρο. Από το ευωδιαστό αγιόκλημα της αυλής και τα λουλούδια που στόλιζαν τους τάφους των κλεφτών, μέχρι τα πουλιά-αγγελιαφόρους και τον ιερό σπιτοφίδακα, τα πάντα γύρω από τον άνθρωπο της υπαίθρου είχαν ψυχή, λαλιά και νόημα.

 

Αυτός ο πλούτος των εθίμων και των δοξασιών δεν ήταν τίποτα λιγότερο από τον τρόπο με τον οποίο οι πρόγονοί μας προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο, να ξορκίσουν τους φόβους τους και να συνδεθούν με το θείο και το μεταφυσικό. Ακόμα και σήμερα, πολλές από αυτές τις συνήθειες επιβιώνουν μέσα μας, θυμίζοντάς μας μια εποχή όπου ο άνθρωπος και η φύση ζούσαν σε μια βαθιά, αδιάσπαστη και μαγική ισορροπία.

 

Πηγή: ΑΙ

 

Το αλώνισμα

Το αλώνισμα

Παραδοσιακές πρακτικές αλωνίσματος στην προβιομηχανική Ελλάδα

Έλενα Λαγούδη

 

« Ευθύς μόλις πρωτοφανεί ο γίγαντας Ωρίωνας, τ΄άγιο της Δήμητρας το στάρι λιχνίζουνε, μέσα σ΄ένα τόπο καλοπνεούμενο και πάνω σ΄ ένα αλώνι καλοϊσιασμένο» Ησίοδος  

 

Αλώνισμα., Μπρούσαλης, Πέτρος Αθήνα, Θουκυδίδου 7Α, τηλ: 3231396, CC BY
Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ)- Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ)

  


Λίχνισμα., Φραντζής, Λέων Αθήνα (Ψυχικό) τηλ. 7035 | 77035, CC BY
Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ)- Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ)

Θημωνιές, αλώνια, λίχνισμα, στέντζερο, άφαλος, ξώγυρας, δοκάνα, βολόσυρος, δικράνι, δρεμόνι, δάρτης, χερόβολο, λαμνί, κότσαλα, κόσκινο, σύρτης- είναι λέξεις άγνωστες για εμάς σήμερα, όμως κάποτε στην καθημερινότητα των γεωργών. Ή μάλλον, στην καθημερινότητα του Ιουλίου, καθώς ήταν ο μήνας του αλωνίσματος. Για αυτό και ανάλογα με την περιοχή ο Ιούλιος ονομαζόταν και Αλωνάρης, Αλωνευτής, Δευτερόλης, Δευτερογιούλης, Αηλιάς, Φουσκομηνάς, Χασκομηνάς, Γυαλιστής ή Γυαλινός, Αηκερατίτης και Χορτοκόπος. 

Κατασκευή και λειτουργία του αλωνιού

Το αλώνι φτιαχνόταν σε μέρος που φύσουν άνεμοι. Ήταν στρωμένο με πέτρα (πετράλωνο) ή με χώμα (χωματάλονο), φτιαγμένο δηλαδή με λάσπη ανακατεμένη με κοπριά βοδιού. Ήταν κυκλικό, με διάμετρο τουλάχιστον τέσσερα μέτρα. Το οριοθετούσαν όρθιες πέτρες, οι οποίες αλλού ονομάζονταν αζούροι και αλλού σφεντόνα και στο κέντρο έφερε ένα ξύλινο κοντάρι, το στοιχερό ή στέντζερο, από όπου έδεναν το ζώο που θα έκανε το αλώνισμα γυρίζοντας γύρω-γύρω. 

Τα ζώα που χρησι­μοποιούσαν στο αλώνισμα, ήδη από την Αρχαιότητα, ήταν βόδια,άλογα ή μουλάρια. Όπως αναφέρει ο Ξενοφώντας τη φροντίδα για το αλώνι και τα ζώα είχαν οι επαλωσταί, από το επί+αλοάω, δηλαδή ο αλωνίζων. 

Αλώνισμα και λίχνισμα

Το αλώνισμα ξεκινούσε με το στρώσιμο του αλωνικού  σ’ όλο το αλώνι με το διχάλι, ένα ξύλινο εργαλείο με μακρύ χέρι, σε σχήμα περισπωμένης με διχάλα στην πάνω άκρη της οποίας τα χαχάλια (τα δυο ανοιχτά μέρη) είναι γυρισμένα προς τα επάνω με άκρες χωρίς αιχμή (κούτουλες). Το στρώσιμο έπρεπε να είναι του ίδιου πάχους σ όλα τα σημεία, για να περνά εύκολα ο βολόσυρος και να μη μπουκώνει.  

Ο βολόσυρος ήταν ένα γεωργικό εργαλείο φτιαγμένο από δύο χοντρές σανίδες σκληρού ξύλου, συναρμολογημένες σε ένα ενιαίο σώμα. Ήταν στενότερο μπροστά και πλατύτερο πίσω, με προεξοχές-δόντια στα άκρα του πίσω μέρους για στήριξη όταν τοποθετείται όρθιο. Το μπροστινό μέρος ήταν κυρτωμένο προς τα πάνω για να διευκολύνει την ολίσθηση πάνω στο αλώνι. Στην κάτω επιφάνεια του βολόσυρου υπήρχαν υποδοχές με σφηνωμένες βολοσυρόπετρες (κοφτερές πέτρες τσακμακόπετρας-πυρίτη), οι οποίες, καθώς περνούσε ο βολόσυρος πάνω από το αλώνι, έκοβαν το άχυρο και διευκολύνουν το αλώνισμα. 

Ο αλωνάρης οδηγούσε το ζώο το οποίο έσερνε το βολόσυρο και ένας βοηθός συμπλήρωνε αλωνικό όταν χρειαζόταν. Το αλώνισμα γινόταν τις πιο ζεστές ώρες της ημέρας, γιατί φρυγάνιαζε, δηλαδή αποξεραινόταν το αλωνικό και έτσι το αλώνισμα γινόταν ευκολότερο. Οι πολύ ζεστές ανέφελες μέρες λεγόταν αλωνόμερες, ενώ αν ήταν συννεφιασμένη η ημέρα δεν γινόταν αλώνισμα, γιατί μαλάκωνε το αλωνικό και δεν κοβόταν. 

Ύστερα άρχιζε η επόμενη διαδικασία, του λιχνίσματος, που είχε σκοπό να χωρίσει τον καρπό του από τ άχυρα. Για να πετύχει το λίχνισμα, χρειαζόταν να φυσά ουρματικός αέρας, δηλαδή συνεχής αλλά όχι δυνατός. Και αυτή η διαδικασία ήταν απαιτητική και ήθελε εξειδικευμένα εργαλεία όπως τη βολίστη (κόσκινο με μεγάλες στρογγυλές τρύπες), το δικράνι, το παράσυρο (σκούπα) και τα ζευγατικά. Αφού ολοκληρωνόταν το καθάρισμα, τοποθετούσαν τον καρπό σε τσουβάλια και τον πήγαιναν στον μύλο για άλεσμα, ενώ τα άχυρα μετατρέπονταν σε αχυρόμπαλες για το τάισμα των ζώων.

 

'Εθιμα και παραδόσεις του αλωνίσματος  

Το αλώνι ήταν τόπος ιερός. Οι αλωνάρηδες, λιχνιστάδες και βοηθοί στο τέλος των εργασιών έκαναν έναν σταυρό πάνω στον καρπό ή έχωναν κάτι σιδερένιο, “για να σιδερώσει το σιτάρι”, δηλαδή να γίνει γερό. Κάθε περιοχή της Ελλάδας είχε έθιμα και παραδόσεις για το αλώνισμα, όπως για παράδειγμα ότι δεν έπρεπε να έρθει στο αλώνι γυναίκα γνέθοντας με ρόκα γιατί «ήταν ξωτικιά και έδιωχνε τον άνεμο και δεν μπορούσαν να λιχνίσουν». Αλλού πίστευαν ότι το αλώνι ήταν άσυλο για τον νυχτοπερπατητή καθώς στοιχειό ή ξωτικό δεν έμπαινε μέσα στο αλώνι . 

Το πρώτο ψωμί από τη νέα σοδειά συνήθως το προσέφεραν σε περαστικούς και το μοιραζόντουσαν με την κοινότητα. Στην Αρχαιότητα το πρώτο ψωμί από τη νέα σοδειά λεγόταν θάργηλος ή θαλύσιος άρτος και το προσέφεραν στους θεούς. 

 

Πηγή: searchculture.gr