...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Οκτώβριος: όνομα, συνήθειες, παραδόσεις, λαϊκή σοφία

Οκτώβριος: όνομα, συνήθειες, παραδόσεις, λαϊκή σοφία

 



Ο Οκτώβριος ή Οκτώβρης είναι ο δεύτερος μήνας του φθινοπώρου και δέκατος όλου του χρόνου στο Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Είναι ένας από τους 7 μήνες που έχουν 31 μέρες (Ιανουάριος, Μάρτιος, Μάιος, Ιούλιος, Αύγουστος, Δεκέμβριος οι άλλοι).

 

Από που πήρε το όνομά του: Η ονομασία του προέρχεται από το λατινικό October, -bris. Octo είναι το οκτώ και ottavo ο έβδομος. Αυτό το otto τροφοδότησε και όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες (otto στα ιταλικά, ocho στα ισπανικά, eight στα αγγλικά,  acht στα γερμανικά κ.ο.κ). Οι Ρωμαίοι τον ονόμαζαν και Sementilius (semen = σπόρος), από την σπορά, βασική ασχολία της εποχής.

 

Γιατί ονομάστηκε «όγδοος» αφού είναι ο δέκατος;
Στο ρωμαϊκό ημερολόγιο πρωτοχρονιά ήταν η 1η Μαρτίου, έτσι ο Οκτώβριος ήταν ο όγδοος μήνας του έτους. Το 153 π.Χ. η Σύγκλητος καθιέρωσε ως πρώτο μήνα τον Ιανουάριο και έτσι ο Οκτώβριος έγινε ο δέκατος μήνας ενώ το 46. π.Χ. καθιερώθηκε το νέο Ιουλιανό ημερολόγιο από τον Ιούλιο Καίσαρα όπου οι Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος διατήρησαν τα ονόματά τους παρά την αλλαγή σειράς τους (ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος).

 

Πως αλλιώς λέγεται:
Οχτώβρης
, Αηδημητριά​της από τη μεγάλη γιορτή του Αγίου Δημητρίου που αποτελεί το ορόσημο του χειμώνα.
Σπαρτής ή Σπαρτάς ή Σποριάς γιατί σπέρνουμε πολλά στις μέρες του και είναι η βασική γεωργική ασχολία.
Παχνιστής γιατί καλύπτονται από πάχνη οι αγροί
Μπρουμάρης
​ δηλαδή ομιχλώδης και σκοτεινός.
Τρυγομηνάς (από τον τρύγο) τον ονομάζουν οι Έλληνες του Πόντου, αν και έτσι είναι γενικώς γνωστός ο Σεπτέμβριος και όχι ο Οκτώβριος.
Νειαστής (αρχ.): με πολλά οργώματα (νεάω = οργώνω χέρσα γη).

 

Χριστιανική Παράδοση: η χριστιανική παράδοση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την γιορτή του Αγίου Δημητρίου στις 26 του μήνα, μεγάλου αγίου της Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Η γιορτή του Αγίου Δημητρίου με εκείνη του Αγίου Γεωργίου χώριζαν το γεωργικό έτος σε δύο εξάμηνα (τέταρτος, δέκατος μήνας) και πραγματικά σήμαιναν την έλευση του χειμώνα.

 

Με ποιες συνήθειες/φαινόμενα συνδέεται:
Τα πρωτοβρόχια:
οι πρώτες αξιοσημείωτες βροχές που τόσο τις έχει ανάγκη το χώμα, τα φυτά, όλα.
Τα σύννεφα πυκνώνουν, τα φύλλα αρχίζουν να πέφτουν, η φύση ξεκινά να χάνει πολύ από το πράσινο χρώμα της, ο ήλιος μικραίνει.
3 Οκτωβρίου: Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, πολιούχου Αθηνών.
18 Οκτωβρίου: του Ευαγγελιστή Λουκά.
26 Οκτωβρίου
: του Αγίου Δημητρίου, γιορτή που έδωσε τα προσωνύμια «Αι-Δημητριάτης» και «Αι-Δημήτρης» στον μήνα.

Φρούτα και λαχανικά: Ακτινίδια, αχλάδια, λεμόνια, μήλα, ρόδι, σταφύλια, φραγκόσυκα, ροδάκινα, κουνουπίδι, καρότα, κολοκύθια, ραδίκια, κρεμμύδι, λάχανο, μαρούλια, μελιτζάνες, ντομάτες, πατάτες, παντζάρια, πιπεριές, σέλινο, σπανάκι, φασολάκια.
Μαζεύουμε: σπανάκι, κουνουπίδια, λάχανα
Φυτεύουμε: σέλινα, πράσα, μαϊντανό, κρεμμύδια, κουκιά, σκόρδα.
Ανθίζουν: Είναι η εποχή που πρωτανθίζουν τα κυκλάμινα και τα αϊδημητριάτικα. «Κυκλάμινο, κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα που βρήκες χρώματα κι ανθείς, που μίσχο και σαλεύεις;» (Γιάννης Ρίτσος)

 

Παροιμίες:
Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οκτώ σειρές στ’ αλώνι ή Οκτώβρης και δεν έσπειρες οκτώ σωρούς δεν έκανες.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες καρπό πολύ δεν παίρνεις.
Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα ‘χεις.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες, τρία καλά δεν έκαμες.
Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός.
Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια.
Άη Δημητράκη μου, μικρό καλοκαιράκι μου.
Αν δε χορτάσει ο Οκτώβριος τη γη, πούλησε τα βόδια σου και αγόρασε σιτάρι.
Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις.
Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι.
Τ’ άη – Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ‘μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό.
Τ’ Άη Λουκά σπείρε τα κουκιά.
Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα.

 

Αργίες: 28 Οκτωβρίου, γιορτή του ΟΧΙ

 

Πηγή: elniplex.com

Λαζώτης: Ο κρητικός χορός που έρχεται από τον Πόντο

Λαζώτης: Ο κρητικός χορός που έρχεται από τον Πόντο – Η ξεχασμένη ιστορία του και η ανάγκη να αποκατασταθεί η αυθεντική του μορφή!

 

Ανάμεσα στους παραδοσιακούς χορούς της Κρήτης υπάρχει ένας που σήμερα ελάχιστοι γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι χορεύουν. Ο Λαζώτης, γνωστός σε ορισμένες περιοχές και ως Λαζός ή Λαζιώτικος, αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα και λιγότερο μελετημένα κομμάτια της κρητικής  μουσικής και χορευτικής παράδοσης.

 

Αν και τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται συχνά ως «ξεχασμένος» χορός, οι μαρτυρίες ανθρώπων που τον έζησαν αποδεικνύουν ότι μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος των τοπικών γλεντιών σε αρκετές περιοχές του Ρεθύμνου και της Μεσαράς.

 

Το σημαντικότερο όμως είναι πως ο Λαζώτης ήταν ανέκαθεν μικτός  χορός. Άνδρες και γυναίκες συμμετείχαν μαζί στον ίδιο κύκλο, όπως συνέβαινε και με πολλούς ακόμη παραδοσιακούς κρητικούς χορούς. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τις μαρτυρίες των παλαιότερων όσο και από τις ιστορικές καταγραφές που έχουν διασωθεί.

 

Ο Λαζώτης χορευόταν κυρίως στις επαρχίες Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου, ενώ καταγράφεται επίσης στην επαρχία Ρεθύμνου, στα Χάρκια και στην Αρκούδαινα (σήμερα Αρχοντική), καθώς και στην επαρχία Μυλοποτάμου, στους Έρφους, την Αλφά και τον Αΐμονα. Παράλληλα ήταν γνωστός και στη Μεσαρά, γεγονός που δείχνει ότι η διάδοσή του ήταν πολύ ευρύτερη απ’ όσο πιστεύεται σήμερα.

 

Η αυθεντική μορφή του αποτελείται από οκτώ βήματα, με χαρακτηριστικό λύγισμα του γονάτου στο τέταρτο και στο έβδομο βήμα, το οποίο συνοδεύεται από μια ήπια και συμμετρική κίνηση του κορμού. Πρόκειται για έναν λιτό, σοβαρό και μερακλίδικο χορό, χωρίς περιττές κινήσεις και χορογραφικές παρεμβάσεις, όπως ακριβώς τον παρέλαβαν οι νεότεροι από τους παλαιότερους χορευτές των χωριών.

 

Οι καταγραφές που τον διέσωσαν

Η διάσωση του Λαζώτη οφείλεται σε λίγες, αλλά ιδιαίτερα πολύτιμες καταγραφές.

Ο Θανάσης Σκορδαλός συμπεριέλαβε τον χορό στον δίσκο «Αθανάσιος Σκορδαλός» (Fidelity, 1973) με τον τίτλο «Με το Λαζιώτικο Χορό χορεύεις κοπελλιά μου». Έναν χρόνο αργότερα, ο Κώστας Μουντάκης ηχογράφησε τον ίδιο σκοπό με τον τίτλο «Κάνε με κυρά γαμπρό», ο οποίος κυκλοφόρησε αργότερα στον δίσκο «Ξεφάντωμα».

 

Ακόμη σημαντικότερη είναι μια σπάνια βιντεοσκοπημένη καταγραφή από τα Χάρκια Ρεθύμνου. Ο Αντώνης Τζανιδάκης, ο Στέλιος Γεωργιουδάκης και η σύζυγός του Άννα, δάσκαλοι του Λυκείου των Ελληνίδων Ρεθύμνου, επισκέπτονται αρχές της δεκαετίας του 1980 το χωριό και καταγράφουν κατοίκους να χορεύουν τον Λαζώτη υπό τους ήχους της λύρας του αείμνηστου Στέλιου Διαμαντή (Διαμαντοστελή).

 

Το συγκεκριμένο βίντεο αποτελεί ίσως το σημαντικότερο οπτικό τεκμήριο του χορού, καθώς αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο χορευόταν από ανθρώπους που τον γνώριζαν βιωματικά και τον διατηρούσαν ως ζωντανό στοιχείο της τοπικής παράδοσης.

 

https://www.youtube.com/watch?v=CQtt2iTWg-s&t=193s

 

 

Η μελωδία που οδηγεί στον Πόντο

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του Λαζώτη δεν είναι μόνο ο τρόπος που χορεύεται, αλλά και η ίδια η μουσική του.

 

Η μελωδία του ταυτίζεται ουσιαστικά με τον ποντιακό σκοπό «Μητερίτσα», μια ομοιότητα που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Η μουσική συγγένεια είναι τόσο έντονη ώστε γεννά εύλογα ερωτήματα για τη διαδρομή του σκοπού μέχρι την Κρήτη.

 

Αν και μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές που να τεκμηριώνουν με βεβαιότητα πώς έφτασε η συγκεκριμένη μελωδία στην Κρήτη, είναι πιθανό να μεταφέρθηκε μέσα από τις επαφές Κρητικών και Ποντίων. Μάλιστα, έχει διατυπωθεί και η θεωρία ότι ο χορός συνδέεται με τους Λαζούς που, σύμφωνα με την παράδοση, εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη μετά την απελευθέρωσή της από τον Νικηφόρο Φωκά, χωρίς όμως η άποψη αυτή να μπορεί να επιβεβαιωθεί ιστορικά.

 

Με το πέρασμα των χρόνων η μελωδία ενσωματώθηκε στην κρητική μουσική παράδοση και προσαρμόστηκε στα τοπικά χορευτικά πρότυπα, δημιουργώντας έναν χορό με ξεχωριστή ταυτότητα.

 

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παρατηρείται ένα φαινόμενο που αλλοιώνει την ιστορική φυσιογνωμία του Λαζώτη.

 

Δεκάδες χορευτικοί σύλλογοι και ομάδες παρουσιάζουν τον Λαζώτη αποκλειστικά ως γυναικείο χορό, με αποτέλεσμα αυτή η λανθασμένη εικόνα να αναπαράγεται συνεχώς μέσα από εκδηλώσεις και βίντεο στο διαδίκτυο.

 

Η εικόνα αυτή, όμως, δεν επιβεβαιώνεται από καμία από τις γνωστές καταγραφές. Αντίθετα, τόσο οι προφορικές μαρτυρίες όσο και το πολύτιμο οπτικό υλικό από τα Χάρκια δείχνουν ξεκάθαρα ότι ο Λαζώτης χορευόταν από άνδρες και γυναίκες μαζί, στον ίδιο κύκλο.

 

Η διατήρηση της παράδοσης δεν σημαίνει μόνο να συνεχίζουμε να χορεύουμε έναν παλιό  χορό, αλλά και να τον παρουσιάζουμε με σεβασμό στην ιστορική του μορφή. Όταν μια ανακριβής εκδοχή επαναλαμβάνεται επί χρόνια, κινδυνεύει να αντικαταστήσει στη συλλογική μνήμη την αυθεντική.

 

Ο Λαζώτης δεν χρειάζεται να «επανεφευρεθεί». Χρειάζεται να ξαναγνωριστεί όπως πραγματικά ήταν: ένας αυθεντικός κρητικός μικτός χορός, που κουβαλά μια ξεχωριστή μουσική ιστορία, πιθανές γέφυρες με τον Πόντο και μια παράδοση που αξίζει να διασωθεί χωρίς παραποιήσεις.

 

Η αυθεντικότητα της παράδοσης δεν διαφυλάσσεται με τη δημιουργία νέων εκδοχών, αλλά με τον σεβασμό στις ιστορικές μαρτυρίες και στα τεκμήρια που έχουν διασωθεί.

 

Κώστας Βασιλάκης

Αφιερωμένο στη μνήμη της γιαγιάς μου Αθηνάς Βασιλακάκη (η πρώτη χορεύτρια στο παλιό βίντεο από τα Χαρκια)

 

Πηγή: rethemnos.gr

Η τραγική ιστορία του Ανέστου Δελιά του μοναδικού μεγάλου ρεμπέτη που πέθανε από ηρωίνη

Η τραγική ιστορία του Ανέστου Δελιά του μοναδικού μεγάλου ρεμπέτη που πέθανε από ηρωίνη

Του Νίκου Δεμισιώτη

 


 

Το ρεμπέτικο δεν ήταν απλώς τραγούδια που ήρθε στην Ελλάδα από τη Σμύρνη και «ενηλικιώθηκε» στις φτωχές προσφυγογειτονιές. Ήταν η φωνή των ανθρώπων που έζησαν στο περιθώριο. Των εργατών, των φυλακισμένων, εκείνων που αναζητούσαν μία διέξοδο από την σκληρή καθημερινότητα.

 

Το ρεμπέτικο κατέγραψε τη φτώχεια, τον έρωτα, τον ξεριζωμό, την αδικία, τη φυλακή ακόμα και την εξάρτηση από τα ναρκωτικά, χωρίς εξιδανικεύσεις και χωρίς ωραιοποιήσεις.

 

Το ρεμπέτικο «γεννήθηκε» στη Μικρά Ασία και «μεγάλωσε» στον Πειραιά, στη Δραπετσώνα, στην Κοκκινιά. Εκεί, δηλαδή, που οι ανατολίτικες μελωδίες συνάντησαν το μπουζούκι και τον μπαγλαμά του λιμανιού. Εκεί δημιουργήθηκε ένα μουσικό ιδίωμα που έμελλε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι, όχι μόνο της μουσικής ιστορίας, αλλά της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

 

Ρεμπέτης ήταν ο απείθαρχος, ο παράνομος, ο αλήτης, ο μάγκας ή ο γλεντζές και ο ξενύχτης. Οι ρίζες της λέξης προέρχονται πιθανότατα από την τουρκική γλώσσα (ρεμπέτ σημαίνει ανυπότακτος) ή από τη σερβική (επίσης ρεμπέτ όπου όμως εδώ δίδεται η έννοια του αντάρτη) που ταιριάζει με τη βενετική rebelo (αντάρτης) και την ισπανική rebelde (αντάρτης, επαναστάτης).

 

Το ρεμπέτικο ακουγόταν στους τεκέδες, στις ταβέρνες, στις αυλές των συνοικιών πολύ πριν φτάσει στις δισκογραφικές εταιρείες. Από εκεί «ξεπήδησαν» σπουδαίοι δημιουργοί όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Γιώργος Μπάτης, ο θρυλικός Μπαγιαντέρας αλλά και ο τραγικός Ανέστος Δελιάς. Ο μοναδικός ρεμπέτης που πέθανε από χρήση ηρωίνης.

 

Ο Δελιάς και η «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιά»

Ο Ανέστος Δελιάς γεννήθηκε στη Σμύρνη γύρω στο 1912, μέσα σε οικογένεια με έντονη μουσική παράδοση. Ο πατέρας του ήταν ο Παναγιώτης Δέλλιος ή αλλιώς «Μαύρος Γάτος» δεξιοτέχνης του σαντουριού. Η Μικρασιατική Καταστροφή άλλαξε δραματικά και τη δική του ζωή, όπως συνέβη με χιλιάδες άλλους πρόσφυγες, που ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες και ήρθαν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα που τους γύρισε την πλάτη και έβαλε τους περισσότερους από αυτούς στο περιθώριο και τη φτώχεια.

 

Η οικογένεια του νεαρού Ανέστου εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και συγκεκριμένα στη Δραπετσώνα. Εκεί, περίπου το 1930 είχε μία γνωριμία που θα τοu άλλαζε τη ζωή. Ο μικρός Σμυρνιός είχε μεγάλη λατρεία για το μπουζούκι. Κάποια στιγμή τον άκουσε ο Μάρκος Βαμβακάρης και τον πήρε κοντά του.

 

«Ήταν ένα παιδάκι και κα­θόταν εκεί στο Καστράκι, εκεί που καθόνταν οι πρόσφυγες. Εκεί υπήρχανε όλοι οι τεκέδες. Επηγαίναμε κι αυτός λοιπόν ετραβιότανε με τους τεκέδες κι έπαι­ζε κατ' αρχήν κιθάρα. Εγώ τον έβαλα μπροστά να μάθει μπου­ζούκι, κι όπως και έμαθε. Αυτός ήταν πολύ καλό παιδί αλλά τον έφαγε η πρέζα. Εμείς τότε δεν τον εζυγώναμε» έχει γράψει στην αυτοβιογραφία του ο Μάρκος Βαμβακάρης.

 

Ο μικρός γρήγορα εξελίχθηκε σε δεξιοτέχνη. «Στα χέρια του το μπουζούκι δεν έβγαζε ήχους, έβγαζε λυγμούς», έλεγαν εκείνοι που τον είχαν ακούσει.

 

Το καλοκαίρι του 1934 είχε έρθει η ώρα για το βήμα παραπάνω. Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Γιώργος Μπάτης και Ανέστος Δελιάς δημιουργούν την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία της χώρας.

 

Το όνομά της; «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» που «γεννήθηκε» στη Μάντρα του Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά, από μία ιδέα του μικρασιάτη μουσικού και συνθέτη Σπύρου Περιστέρη ο οποίος έπεισε τον Βαμβακάρη να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι και εκείνος «έψησε» τους άλλους τρεις να το κάνουν μαζί. Και μετά «κόλλησαν».

 

Ο Περιστέρης ήταν αυτός που έπεισε τον Σαραντόπουλο να πάρει την «Τετράς» στην Μάντρα του. Εκεί, δηλαδή, που Ανέστος Δελιάς ξετύλιξε το ταλέντο του και παρουσίασε τα πρώτα τραγούδια που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.

 

Το 1935 κυκλοφόρησε το εμβληματικό «Μες στης πόλης το χαμάμ» με τις φωνές του Παγιουμτζή και του Παπαϊωάννου και την επόμενη χρονιά το θρυλικό «ο πόνος του πρεζάκια», ένα τραγούδι που αποδείχθηκε τραγικά προφητικό για τον ίδιο.

 

«Αθηναίισσα», «Έκανες τη φιγούρα σου μάγκα στη γειτονιά μου», «Για ένα παλιό σακάκι», «Δεν είδανε τα μάτια μου τέτοια καλή γυναίκα», «Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Tο παράπονο του πρεζάκια», «Ο Νίκος (Μάθεσης) ο Τρελλάκιας», «Όταν μπουκάρω στον τεκέ», «Πάρε ένα γυαλί και κόψε το λαιμό σου», «Η πρέζα», «Μάγκα μου το μαχαίρι σου» (ή «Φιγουρατζής» ή «Το κουτσαβάκι»), κ.ά.

 

Γενικά, ο Ανέστος Δελιάς δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει πολλά τραγούδια. Όταν τον Αύγουστο του 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του, ένα από τα πρώτα μέτρα που επέβαλε ήταν η λογοκρισία σε πρώτη φάση και η πλήρης απαγόρευση στη συνέχεια (1937) των «χασικλίδικων».

 

Ο Μεταξάς θεωρούσε τους ρεμπέτες «ζωύφια» και «τουρκόσπορους» οι οποίοι με τη μουσική τους, τη χασισοποτεία τους και την περιθωριακή συμπεριφορά τους παρασέρνουν και άλλους στην… ακολασία.

 

Ο μοναδικός ρεμπέτης που πέθανε από ηρωίνη

Η αντίστροφη μέτρηση για τον Δελιά όταν έμπλεξε με την ηρωίνη. Πιθανότατα σε αυτό συνέβαλε η γνωριμία του με μια γυναίκα από την κακόφημη συνοικία των Βούρλων (τον πρόδρομο της Τρούμπας), την Κούλα ή οποία ήταν γνωστή με το παρατσούκλι Σκουλαρικού.

 

«Ο Ανέστης Δελιάς ήταν μπουζουκάκι καλό, είχε και στοματάκι, ήταν ωραίος. Είχε μια γκόμενα πουτάνα, στα Βούρλα. Αυτή ήταν πρεζού. Έκανε βίζιτες, να πούμε, αλλά δεν ήθελε να την πάρουνε χαμπάρι. Και αυτός ο ηλίθιος, να πούμε, δεν την είχε καταλάβει. Και μένανε σε ένα παραγκάκι στα Χιώτικα. Στον Άγιο Διονύση. Εκεί που είναι τα Βούρλα, από κάτω ήταν τα Χιώτικα, που λέγανε.

 

Όπως κοιμότανε λοιπόν ο Ανέστης μαζί της, να πούμε, τώρα τον εγουστάριζε βέβαια, ήθελε να τον κάνει κτήμα της. Του έκανε ένα γιουχ, δηλαδή όπως παίρνουμε ένα χαρτί, να πούμε το στρίβουμε και το κάνουμε σαν χωνάκι, έτσι όπως το τσιγάρο. Του 'βαζε λοιπόν την πρέζα στο χωνάκι. Αυτός κοιμότανε, να πούμε, αυτή παρακολουθούσε την αναπνοή του. Με το που έκανε να αρχίσει να κοιμάται, του 'βαζε το χωνάκι. Έτσι την έπαιρνε την πρέζα αυτός. Μία, δύο, τρεις, πέντε. Δεν το καταλάβαινε. Η ηρωίνη τώρα, αν την πιεις πέντες φορές τσιμπήθηκες. Την άρπαξες. Την τέταρτη φορά, λοιπόν, σηκώθηκε, κρυάδες, κομάρες, ρίγους, η κοιλιά του τον πόναγε. Μου το είχε πει ο ίδιος εμένα, μετά. Της λέει, ρε συ Κούλα, της λέει, τι έχω, δεν ξέρω τι έχω, τρέμω, ξέρω γω. Ρίξε μου ρούχα απάνω μου. Μπα, τίποτα δεν έχεις, λέει, θα σου δώκω, λέει, μια σκόνη, λέει, που είναι, λέει, για τις κρυάδες, λέει, γι' αυτά. Μόλις την ήπιε, ουπ, έγινε στα γρήγορα καλά. Την άλλη μέρα άρρωστος πάλι. Σου λέει, ας πιω άλλη μια ψιλούλα μήπως γίνω και πάλι καλά. Και αυτό ήτανε, Λευτέρη μου. Μία, δύο, τρεις, τον έκανε πρεζάκια...», είχε αφηγηθεί ο στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ο ρεμπέτης Στέλιος Κερομύτης, ο λεγόμενος «αριστοκράτης μπουζουξής», γνωστός και ως Μπούμπης.

 

Η αλήθεια είναι, βέβαια, πως αυτή καταγραφή έχει πιθανότατα μία μεγάλη δόση υπερβολής καθώς παρουσιάζει τον Δελιά σαν άβουλο πλάσμα και την Κούλα σαν μια δαιμονική γυναίκα που τον έμπλεξε με την πρέζα χωρίς τη θέλησή του. Πράγμα, μάλλον, απίθανο.

 

Το 1938 ο Δελιάς εξορίστηκε στην Ίο ως τοξοκιμανής. Εκεί «καθάρισε» με τη βοήθεια του «τελευταίου ρεμπέτη» Μιχάλη Γενίτσαρη. Με την εισβολή της φασιστικής Ιταλίας του Μουσολίνι στην Ελλάδα, ο Δελιάς ντύθηκε στα χακί και πήγε στο μέτωπο όπου, όπως είναι φυσικό, ολοκληρώνει (θέλοντας και μη, είναι η αλήθεια) την απεξάρτησή του.

 

Με την εισβολή των Γερμανών και την παράδοση της Ελλάδας, ο Ανέστος Δελιάς, επιστρέφει στη μουσική. Με τη Νταίζη Σταυροπούλου, η οποία ήταν ερωτευμένη μαζί του, πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη όπου εκείνος κάνει κάποιες εμφανίσεις στου «Κέρκυρα» (ταβέρνα σε μια κακόφημη περιοχή στην οδό Ειρήνης).

 

Οι δρόμοι τους, όμως, χωρίζουν γρήγορα. Η Σταυροπούλου γνωρίζει τον Βασίλη Τσιτσάνη και κάνει καριέρα στο πλάι του, ενώ ο Ανέστος Δελιάς επιστρέφει στην Αθήνα (που βρίσκεται υπό ναζιστική κατοχή) αλλά και στη χρήση ηρωίνης. Ο Παγιουμτζής και ο Μπαγιαντέρας έκαναν μία τελευταία προσπάθεια να τον τραβήξουν μακριά από την πρέζα αλλά η προσπάθεια αυτή ήταν καταδικασμένη να αποτύχει.

 

Στις 31 Ιουλίου 1944, ο Ανέστος Δελιάς βρέθηκε νεκρός μέσα σε ένα καροτσάκι μεταφοράς, στη Βαρβάκειο, έχοντας στα χέρια του το μπουζούκι του. «Έσβησε» από υπερβολική δόση ηρωίνης, σε συνδυασμό με την ασιτία και τις κακουχίες.

 

Ο Δελιάς είναι ο μοναδικός (επιβεβαιωμένα και τεκμηριωμένα) γνωστός ρεμπέτης που έφυγε από τη ζωή εξαιτίας των ναρκωτικών.

 

Πηγή: reader.gr

 

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Ελληνικά φαγητά που χάνονται στο πέρασμα των χρόνων

Ελληνικά φαγητά που χάνονται στο πέρασμα των χρόνων

Προλάβατε την περίφημη μπομπότα; Η δική σας η γιαγιά σάς έφτιαχνε ζαχαρόψωμο; Τα Χριστούγεννα τρώγατε τσιγαρίδες;

 


Όχι να το παινευτούμε ως χώρα, αλλά η ελληνική κουζίνα – πέρα από το ότι είναι πλούσια σε επιλογές – έχει γεύσεις ασυναγώνιστες, που ενθουσιάζουν τον ουρανίσκο. Και δεν είναι μόνο τα κλασικά φαγητά (μουσακάς, γεμιστά, σουβλάκι, που ζητάνε σαν τρελοί και οι τουρίστες), αλλά και πολλές, πολλές άλλες επιλογές που όρεξη να έχεις να τις ανακαλύψεις και να τις μαγειρέψεις.

 

Υπάρχουν ή μάλλον υπήρχαν και συνταγές που μεγάλωσαν γενιές και γενιές και στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, αλλά και σε εποχές φτώχειας κρατούσαν χορτάτες τις οικογένειες και στήλωναν τους άντρες που πήγαιναν στα χωράφια.

 

Μιλάμε για φαγητά παλιά, ελληνικά, κυρίως της επαρχίας, που είναι γνωστά στις νεότερες γενιές (στη σημερινή είναι λέξεις άγνωστες) και ως τα «φαγητά της γιαγιάς».

 

Αν έχεις μεγαλώσει σε επαρχία ή ζούσε η γιαγιά σου στην επαρχία, όλο και θα σου έφτιαχνε κάποια από τα φαγητά που έδινε εκείνη στα δικά της παιδιά και στομώνανε. Αυτά, λοιπόν, τα φαγητά σήμερα είτε δεν υπάρχουν καθόλου, αφού χάθηκαν στον χρόνο, είτε τα φτιάχνουν σε κάποιες περιοχές, αλλά η σκόνη της λησμονιάς είναι έτοιμη να τα καλύψει και αυτά.

 

Βέβαια, εδώ που τα λέμε, κάποια από αυτά ήταν σωστές «βόμβες» για την υγεία και τα δόντια, όπως το ζαχαρόψωμο. Κι έτσι τώρα που οι διατροφικές συνήθειες έχουν αλλάξει, αυτά πήραν τη θέση τους στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Αλλά ας δούμε παρακάτω κάποια από αυτά τα ξεχασμένα «φαγητά της γιαγιάς».

 

Μπομπότα

Την έχεις σίγουρα ακούσει, ίσως και να την χρησιμοποιείς σε διάφορες εκφράσεις, αλλά ενδεχομένως να μην την έχεις δοκιμάσει ποτέ. Είναι η περίφημη μπομπότα ή αλλιώς η «πίτα των φτωχών». Έχει συνδεθεί με τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, ενώ συνέχιζε να υπάρχει στα ελληνικά τραπέζια και για τα επόμενα χρόνια, αλλά σιγά σιγά άρχισε να ξεχνιέται. Για να επιστρέψει, όμως, τελευταία με νέες εκδοχές.

Ωστόσο, η παλιά, η κλασική η μπομπότα ήταν ένα είδος ψωμιού που υπήρχε σε πολλά φτωχικά σπίτια, που δεν είχαν σταρένιο αλεύρι. Στην πραγματικότητα ήταν χυλός καλαμποκάλευρου με αλατισμένο νερό και λάδι, ενώ αν ήθελαν (και υπήρχε) πρόσθεταν σε αυτόν κι ένα αυγό. Την έψηναν στη γωνιά (όπως έλεγαν οι παλαιοί) στο τζάκι ή στο φούρνο, αφού πρώτα την τύλιγαν με φύλλα κουτσουπιάς ή καρυδιάς και τη σκέπαζαν με ζεστή στάχτη και θράκα.

 

Τσιγαρίδες

Στα χωριά όταν έσφαζαν το χοιρινό, έπαιρναν μικρά κομμάτια λίπους, τα έβραζαν σε καζάνια με νερό και αλάτι και κατόπιν τις αποθήκευαν και μπορούσαν να τις καταναλώνουν μέχρι και έναν χρόνο. Οι τσιγαρίδες μπορείς να πεις ότι ήταν το… μπέικον της εποχής, αφού έμοιαζαν αρκετά οπτικά, αλλά τις χρησιμοποιούσαν κυρίως ως μεζέ σε γιορτές, γλέντια ή τα Χριστούγεννα σε πολλές περιοχές.

 

Ζαχαρόψωμο

Διάσημο πρωινό ή απογευματινό σνακ των παιδικών μας χρόνων. Μία βρεγμένη φέτα ζυμωτό ψωμί πασπαλισμένο με μπόλικη ζάχαρη για φουλ ενέργεια. Και φουλ ζημιά στα δόντια. Είχε και παραλλαγές και μαζί με τη ζάχαρη πασπάλιζαν και κακάο. Άλλη μία επιλογή ήταν φέτα ψωμί (όχι βρεγμένη) στην οποία άλειβαν ζαχαρούχο γάλα.

 

Ρεβιθόψωμο

Όπως έλεγε και η γιαγιά μου, «με το ρεβιθόψωμο στηλώναμε στην Κατοχή». Που σημαίνει ότι ήταν ιδιαίτερα θρεπτικό και χόρταινε η οικογένεια. Το ρεβιθόψωμο φτιαχνόταν με ρεβίθια, αλεύρι και λίγο λάδι.

 

Κλωτσοτυρόπιτα

Σήμερα, τη συναντάς κυρίως σε περιοχές της Ηπείρου. Φτιάχνεται από πρόβειο ή κατσικίσιο γάλα ανακατεμένο με κολοκύθι και καλαμποκάλευρο. Παλαιότερα, όμως, ήταν ιδιαίτερη δημοφιλής ως πίτα, με την οποία χόρταινε ολόκληρη η οικογένεια. Μάλιστα, έπαιρναν μαζί και στα χωράφια για να τους «κρατάει» στην επίπονη δουλειά.

 

Χτυπητό αυγό

Ως παιδί δεν γίνεται να μην έχεις δοκιμάσει χτυπητό (ή χτυπημένο) αυγό. Το τρώγαμε μετά μανίας, κυρίως τα απογεύματα. Πώς φτιαχνόταν; Έπαιρναν τον κρόκο ενός ωμού αυγού και το χτυπούσαν καλά με μία κουταλιά της σούπας. Αν ήθελες, πρόσθεταν και λίγο κακάο.

 

Η κουλούρα της νύφης

Στην πραγματικότητα πρόκειται για έθιμο, που μέχρι και πριν κάποια χρόνια ήταν αρκετά διαδεδομένο σε πολλές περιοχές της χώρας. Σήμερα, κουλούρα του γάμου φτιάχνουν, κυρίως οι γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, που θέλουν να τηρούν το έθιμο που τους έμαθαν η γιαγιά και η μαμά. Τι είναι η κουλούρα της νύφης; Πρόκειται για ψωμί σε σχήμα κουλούρας, που είναι στολισμένη με διάφορα σχέδια που έχουν τον ιδιαίτερο συμβολισμό τους: τα σταφύλια για παράδειγμα συμβολίζουν την παραγωγικότητα, τα λουλούδια τον βίο ανθόσπαρτο του ζευγαριού και πάει λέγοντας. Την αποκαλούν η «κουλούρα της νύφης», επειδή την φτιάχνει το σόι της νύφης και την προσφέρει την ημέρα του γάμου, όταν ενώνονται τα δύο σόγια.

 

Κουκιά

Τα κουκιά δεν είναι προς εξαφάνιση, εννοείται. Ίσα ίσα, διατροφικά έχουν αρκετά πολύτιμα στοιχεία. Ωστόσο, ως τρόφιμο συνδέονται με διάφορες αλλεργίες, ενώ μπορεί να δημιουργήσουν πρόβλημα σε άτομα που έχουν διαπιστωμένη ανεπάρκεια ενζύμου G6PD. Γενικά, τα κουκιά οι παλαιότεροι τα είχαν «δαιμονοποιήσει» σε μεγάλο βαθμό και δεν επέτρεπαν στα παιδιά να φάνε. Θυμάμαι τους δικούς μου να τρώνε κουκιά ή φάβα από κουκιά κι εμάς δεν μας άφηναν καν να δοκιμάσουμε γιατί θα… παθαίναμε αλλεργία. Κι επειδή μου είχαν κάνει τέτοια «πλύση», δεν έχω φάει ποτέ στη ζωή μου κουκιά, μιας και στην άκρη του μυαλού μου υπάρχει αυτός ο φόβος. Και όπως φαίνεται, στην ίδια θέση είναι και άλλοι πολλοί, που είτε δεν έχουν δοκιμάσει ποτέ κουκιά είτε τα αποφεύγουν γενικότερα. Έτσι, ως φαγητό δεν είναι από τα ιδιαίτερα γνωστά ή από αυτά που μαγειρεύουν συχνά. Παραμένει, όμως, δημοφιλής και αξεπέραστη η φράση… «Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω».

 

Βραστογαλιά ή βραστόγαλο

Αυτό και αν έχει συνδεθεί με τα παιδικά χρόνια στο χωριό, το καλοκαίρι, αφού ήταν το πρωινό για πολλά παιδιά. Αλλά και για τους μεγάλους, πριν φύγουν για τα χωράφια. Η βραστογαλιά είναι βρασμένο κατσικίσιο γάλα (ή πρόβειο) με αλάτι, το οποίο έριχνες σε μια γαβάθα και έτριβες σε αυτό μπόλικο ζυμωτό ψωμί.

 

Ψωμοκεφτέδες

Η μαγειρική θέλει φαντασία. Και ακόμα και τις εποχές που δεν υπήρχαν λεφτά για πολλά υλικά, ακόμα και με τα λιγοστά που είχαν στην κουζίνα τους, οι νοικοκυρές δημιουργούσαν. Και μία από αυτές τις δημιουργίες ήταν και οι ψωμοκεφτέδες, που σήμερα τους φτιάχνουν όσες έχουν τη συνταγή της γιαγιάς. Περί τίνος πρόκειται; Για κεφτέδες μπαγιάτικου ψωμιού με τυριά που είχαν στη διάθεσή τους. Τους έπλαθαν και κατόπιν τους τηγάνιζαν και ήταν νοστιμότατοι.

 

Σταρόζουμο

Παλαιότερα, που έφτιαχναν τους δίσκους με τα κόλλυβα για το νεκρό στα σπίτια, το σταρόζουμο έκανε… θραύση. Το στάρι που πάντα περίσσευε, το έπαιρναν και το έβραζαν ξανά μέχρι να γίνει μία πηχτή σούπα. Μετά το έβαζαν σε γαβάθες και πρόσθεταν ζάχαρη, λίγη κανέλλα (αν ήθελαν) και 2 με 3 κουταλιές της σούπας κόκκινο κρασί. Αυτή η εκδοχή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στην Πελοπόννησο, ενώ σήμερα αρκετοί το φτιάχνουν και τη Μ. Παρασκευή. Απλά, δεν είναι τόσο δημοφιλές όσο παλαιότερα.

 

Πηγή: newsbeast.gr 

Φωτογραφία:  cantina.protothema.gr

Λαδένια Μυκόνου

Λαδένια Μυκόνου





ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ

750 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις

4 κ.σ. ελαιόλαδο

1 φακελάκι μαγιά στιγμής

1/2 κ.γ. ζάχαρη

1 κ.γ. αλάτι

περίπου 1½ ποτήρι χλιαρό

3 ντομάτες ώριμες

3 ξερά κρεμμύδια

1 κ.σ. κάπαρη

1/4 φλ. ελαιόλαδο

1 κ.γ. ρίγανη

αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι


ΟΔΗΓΙΕΣ

-Κοσκινίζουμε το αλεύρι σε λεκανίτσα.

-Πασπαλίζουμε τη μαγιά και τη ζάχαρη.

-Προσθέτουμε το ελαιόλαδο και τρίβουμε, ψιχουλιάζουμε, το αλεύρι με τα υπόλοιπα υλικά με τα δάχτυλα.

-Λίγο λίγο προσθέτουμε το νερό, λίγη ρίγανη και το αλάτι και ζυμώνουμε μέχρι να έχουμε μια ζύμη ομοιόμορφη που δεν κολλάει στα χέρια.

-Λαδώνουμε ελαφρά ένα μπολ. Βάζουμε μέσα τη ζύμη.

-Σκεπάζουμε το μπολ καλά με μεμβράνη ή νωπό, καθαρό, βαμβακερό πανί και την αφήνουμε να διπλασιαστεί σε όγκο και να φουσκώσει για περίπου 45΄ έως 1 ώρα.

-Στο μεταξύ αφαιρούμε τους σπόρους και τα υγρά από τις ντομάτες και τις κόβουμε σε φέτες.

Κόβουμε και τα κρεμμύδια σε φέτες.

-Μόλις διπλασιαστεί σε όγκο η ζύμη λαδώνουμε ρηχό ταψί για πίτα ή το ταψί του φούρνου.

-Με τα δάχτυλα απλώνουμε τη ζύμη μέχρι να πιάσει περίπου όλη την επιφάνεια του ταψιού.

-Βάζουμε επάνω τα ψιλοκομμένα λαχανικά, ντομάτες, κρεμμύδι, και την κάπαρη.

-Πασπαλίζουμε με τη ρίγανη και αλατοπιπερώνουμε.

-Περιχύνουμε με το ελαιόλαδο και ψήνουμε στους 170°C στις αντιστάσεις, στην τελευταία σχάρα του φούρνου, για 50΄ και μέχρι να ροδίσει η λαδένια.

Πηγή : missbloom.gr

Η ιστορία της Νίκαιας

Η ιστορία της Νίκαιας

 

 

Η Νίκαια Αττικής, γνωστή παλαιότερα ως Κοκκινιά, είναι μια πόλη με βαθιά ιστορία, άρρηκτα συνδεδεμένη με τον προσφυγικό ελληνισμό και την Εθνική Αντίσταση.

 

Η ίδρυση της Κοκκινιάς

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες από τη Σμύρνη, τον Πόντο, την Κωνσταντινούπολη και άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η τότε ακατοίκητη έκταση ονομάστηκε Κοκκινιά, πιθανότατα από το κοκκινωπό χρώμα του εδάφους.

 

Οι πρώτοι κάτοικοι έζησαν σε σκηνές και πρόχειρα παραπήγματα, ώσπου άρχισαν να χτίζονται οι γνωστές προσφυγικές κατοικίες. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, δημιούργησαν μια ζωντανή κοινότητα με έντονη πολιτιστική και κοινωνική ζωή.

 

Η Κατοχή και το Μπλόκο της Κοκκινιάς

Η πιο δραματική στιγμή στην ιστορία της πόλης ήταν το Μπλόκο της Κοκκινιάς, στις 17 Αυγούστου 1944. Γερμανικά στρατεύματα κατοχής, μαζί με συνεργάτες τους, περικύκλωσαν την πόλη. Πολλοί κάτοικοι συνελήφθησαν, βασανίστηκαν ή εκτελέστηκαν, ενώ εκατοντάδες οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το γεγονός αυτό αποτελεί μία από τις πιο τραγικές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

 

Από την Κοκκινιά στη Νίκαια

Το 1940 ο δήμος μετονομάστηκε επίσημα σε Νίκαια, προς τιμήν της ιστορικής πόλης της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία, από όπου κατάγονταν πολλοί πρόσφυγες.

 

Η Νίκαια σήμερα

Σήμερα η Νίκαια είναι ένας μεγάλος δήμος του Πειραιά. Διατηρεί έντονα τα προσφυγικά της στοιχεία μέσα από:

  • το Μνημείο του Μπλόκου της Κοκκινιάς,
  • τις παλιές προσφυγικές γειτονιές,
  • πολιτιστικούς συλλόγους που κρατούν ζωντανές τις μικρασιατικές παραδόσεις,
  • τις εκδηλώσεις μνήμης που πραγματοποιούνται κάθε Αύγουστο.

Η ιστορία της Νίκαιας είναι μια ιστορία προσφυγιάς, αγώνα, αλληλεγγύης και αναγέννησης. Οι κάτοικοί της κατάφεραν να μετατρέψουν έναν άγονο τόπο σε μια από τις σημαντικότερες εργατικές και προσφυγικές πόλεις της Ελλάδας.

 

Όταν δημιουργήθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός της Κοκκινιάς μετά το 1922, οι δρόμοι και οι πλατείες δεν πήραν τυχαία ονόματα. Οι περισσότεροι ονομάστηκαν προς τιμήν των αλησμόνητων πατρίδων των προσφύγων, ώστε να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη των τόπων που άφησαν πίσω τους.

 

Έτσι συναντάμε δρόμους όπως:

  • Σμύρνης
  • Προύσης
  • Κυζίκου
  • Φιλαδελφείας
  • Καισαρείας
  • Περγάμου
  • Κιλικίας
  • Εφέσου
  • Πόντου
  • Βιθυνίας

 

Οι πλατείες επίσης συνδέθηκαν με την ιστορία και τη ζωή των κατοίκων.

 

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι:

  • Πλατεία Δαβάκη, που πήρε το όνομά της προς τιμήν του ήρωα του ελληνοϊταλικού πολέμου, συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη.
  • Πλατεία Οσίας Ξένης, η οποία έγινε παγκοσμίως γνωστή από το Μπλόκο της Κοκκινιάς στις 17 Αυγούστου 1944. Σήμερα ονομάζεται και Πλατεία 17ης Αυγούστου 1944, για να τιμά τη θυσία των κατοίκων.

 

Η επιλογή των ονομάτων δεν ήταν απλώς διοικητική. Ήταν ένας τρόπος ώστε οι πρόσφυγες να νιώθουν ότι ένα κομμάτι της Σμύρνης, της Προύσας, της Καισάρειας και των άλλων χαμένων πατρίδων συνέχιζε να ζει στη νέα τους πόλη.

 

Όταν άρχισε να δημιουργείται η Κοκκινιά μετά το 1922, οι χιλιάδες πρόσφυγες δεν εγκαταστάθηκαν τυχαία. Η περιοχή χωρίστηκε σε συνοικίες (τομείς), ώστε να οργανωθεί καλύτερα η στέγαση.

 

Πολλές φορές οι άνθρωποι από την ίδια πατρίδα εγκαθίσταντο κοντά ο ένας στον άλλον. Έτσι δημιουργήθηκαν γειτονιές με έντονο τοπικό χαρακτήρα:

 

  • Μικρασιάτες από τη Σμύρνη.
  • Πρόσφυγες από την Προύσα και τη Βιθυνία.
  • Πόντιοι από τις περιοχές του Πόντου.
  • Κάτοικοι από την Καππαδοκία και την Καισάρεια.
  • Πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη.

 

Αυτό βοήθησε τους ανθρώπους να στηρίζουν ο ένας τον άλλον, να διατηρήσουν τα έθιμα, τη διάλεκτο, τη μουσική και τις συνταγές των πατρίδων τους.

 

Με τα χρόνια δημιουργήθηκαν οι γνωστές γειτονιές της Νίκαιας, όπως τα Αρμένικα, τα Προσφυγικά, η Νεάπολη, τα Κηπόπολη και άλλες, καθεμία με τη δική της ιστορία.

 

Η Κοκκινιά έγινε γρήγορα μια από τις μεγαλύτερες εργατικές συνοικίες της Ελλάδας. Οι περισσότεροι κάτοικοι εργάζονταν στα εργοστάσια του Πειραιά, στα λιμάνια ή ως τεχνίτες. Παρά τις δυσκολίες, ίδρυσαν σχολεία, εκκλησίες, αθλητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους, δίνοντας ζωή στη νέα τους πόλη.

Μάλιστα, πολλοί παλιοί Νικαιώτες ακόμη και σήμερα δεν λένε «πάω στη Νίκαια», αλλά «πάω στην Κοκκινιά», γιατί το όνομα αυτό παραμένει βαθιά δεμένο με την ιστορία και την ταυτότητα της πόλης.

 

Πριν από περίπου 100 χρόνια, η Κοκκινιά ήταν εντελώς διαφορετική από τη σημερινή Νίκαια.

Όταν έφτασαν οι πρόσφυγες το 1922-1923, η περιοχή ήταν σχεδόν άδεια, με χωράφια, λίγα δέντρα και κόκκινο χώμα. Δεν υπήρχαν ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, αποχέτευση ή ηλεκτρικό ρεύμα.

 

Οι πρώτες γειτονιές αποτελούνταν από σκηνές και παράγκες από ξύλα, τσίγκους και πανιά. Αργότερα χτίστηκαν μικρά προσφυγικά σπίτια, συνήθως ενός δωματίου με μικρή αυλή. Οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και τον χειμώνα γέμιζαν λάσπες.

 

Η ζωή ήταν δύσκολη. Οι οικογένειες συχνά ζούσαν πολλές μαζί στο ίδιο σπίτι. Το νερό το έπαιρναν από κοινόχρηστες βρύσες. Οι γυναίκες έπλεναν τα ρούχα στις αυλές ή στις δημόσιες βρύσες. Τα παιδιά έπαιζαν στους χωματόδρομους, ενώ οι γείτονες άφηναν συχνά τις πόρτες ανοιχτές και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον.

 

Παρά τη φτώχεια, η Κοκκινιά είχε έντονη ζωή. Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους τις παραδόσεις τους. Μαγείρευαν μικρασιάτικες συνταγές. Τραγουδούσαν σμυρναίικα και παραδοσιακά τραγούδια. Δημιούργησαν συλλόγους, σχολεία και εκκλησίες. Οι μικρές αγορές και τα καφενεία έγιναν γρήγορα τόποι συνάντησης.

 

Σιγά σιγά, τη δεκαετία του 1930, οι παράγκες αντικαταστάθηκαν από πιο σταθερές κατοικίες, άνοιξαν καταστήματα και η Κοκκινιά μετατράπηκε σε μια ζωντανή εργατική πόλη.

 

Το εντυπωσιακό είναι ότι σε αρκετές γειτονιές της Νίκαιας σώζονται ακόμη μερικά από τα προσφυγικά σπίτια εκείνης της εποχής. Αποτελούν ζωντανά μνημεία της ιστορίας των ανθρώπων που, έχοντας χάσει τις πατρίδες τους, κατάφεραν να χτίσουν μια νέα ζωή από το μηδέν.

Top of Form

 

Οι σημαντικότεροι ναοί είναι:

  • Ιερός Καθεδρικός Ναός Αγίου Νικολάου – Ο μητροπολιτικός ναός της πόλης και έδρα της Μητρόπολης Νικαίας.
  • Ιερός Ναός Οσίας Ξένης – Ένας από τους πιο αγαπητούς ναούς της Νίκαιας, δίπλα στην ιστορική πλατεία Οσίας Ξένης.
  • Ιερός Ναός Αγίας Τριάδας – Από τις μεγαλύτερες ενορίες της πόλης.
  • Ιερός Ναός Γενεσίου της Θεοτόκου (Παναγίτσα Περιβολάκι) – Ιστορικός ναός, συνδεδεμένος με τις πρώτες προσφυγικές οικογένειες.
  • Ιερός Ναός Αγίων Ελισάβετ και Φιλίππου – Ένα ιδιαίτερο εκκλησάκι στον λόφο της Δεξαμενής. Είναι αφιερωμένο στους Αγίους Ελισάβετ και Φίλιππο και συνδέεται με την επίσκεψη της βασίλισσας Ελισάβετ και του πρίγκιπα Φιλίππου στην Ελλάδα.
  • Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου
  • Ιερός Ναός Αγίου Χριστοφόρου
  • Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

 

Ένα ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο είναι ότι οι πρώτοι πρόσφυγες της Κοκκινιάς δεν είχαν μεγάλους ναούς. Οι πρώτες λειτουργίες γίνονταν σε πρόχειρα παραπήγματα και μικρά ξύλινα εκκλησάκια. Με τον κόπο των ίδιων των κατοίκων άρχισαν σταδιακά να χτίζονται οι σημερινοί ναοί, που έγιναν όχι μόνο χώροι λατρείας αλλά και κέντρα αλληλεγγύης για τις προσφυγικές οικογένειες.

 

Η Παναγίτσα στο Περιβολάκι είναι από τους πιο αγαπημένους και ιστορικούς ναούς της Νίκαιας. Η ιστορία της είναι άρρηκτα δεμένη με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας.

Το 1922, οι πρόσφυγες από τα Μούγλα της Μικράς Ασίας έφτασαν στην Κοκκινιά έχοντας μαζί τους το πολυτιμότερο κειμήλιό τους: τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, οι γυναίκες έκρυψαν την εικόνα στα ρούχα τους για να τη σώσουν κατά τον ξεριζωμό.

 

Στην αρχή δεν υπήρχε κανονική εκκλησία. Το 1932 οι πρόσφυγες έχτισαν ένα μικρό ξύλινο εκκλησάκι, μια απλή παράγκα, ακριβώς στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα ο ναός. Εκεί τοποθέτησαν την εικόνα της Παναγίας και από τότε ο χώρος έγινε το πνευματικό κέντρο της γειτονιάς.

 

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, παρά τις τεράστιες δυσκολίες, οι κάτοικοι κατάφεραν να αντικαταστήσουν το ξύλινο εκκλησάκι με έναν πιο γερό ναό. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1958, άρχισε η ανέγερση του μεγάλου ναού που βλέπουμε σήμερα, χάρη στις προσφορές και την προσωπική εργασία των ενοριτών.

 

Οι παλιοί Νικαιώτες την αποκαλούν τρυφερά «Παναγίτσα», παρόλο που είναι ένας μεγάλος και επιβλητικός ναός. Το υποκοριστικό εκφράζει την ιδιαίτερη αγάπη των κατοίκων προς την Παναγία, που τους συντρόφευσε στον ξεριζωμό και τους έδωσε δύναμη να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.

 

Κάθε χρόνο, στις 8 Σεπτεμβρίου, εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η Παναγίτσα πανηγυρίζει με μεγάλη λαμπρότητα και πραγματοποιείται λιτάνευση της ιερής εικόνας στους δρόμους της Νίκαιας.

 

Η Παναγίτσα δεν είναι μόνο ένας ναός· για πολλές οικογένειες της Νίκαιας αποτελεί σύμβολο της μνήμης, της πίστης και της ελπίδας που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες από τις αλησμόνητες πατρίδες.

 

Ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου είναι ο παλαιότερος ναός της Νίκαιας και η ιστορία του είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη γέννηση της πόλης.

Το 1922, όταν εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά οι πρώτοι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, δεν υπήρχε εκκλησία. Ο Νικόλαος Πλαστήρας παραχώρησε στους πρόσφυγες ένα στρατιωτικό αντίσκηνο, το οποίο στήθηκε στην ανατολική πλευρά της σημερινής πλατείας Αγίου Νικολάου και χρησιμοποιήθηκε ως ο πρώτος χώρος λατρείας.

Το 1923 έγινε η θεμελίωση του ναού από τον Αρχιερατικό Επίτροπο Σεβαστείας Γερβάσιο. Η ανέγερση πραγματοποιήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου χάρη στις προσφορές, την προσωπική εργασία και τις θυσίες των προσφύγων, που, παρά τη φτώχεια τους, ήθελαν να αποκτήσουν τον δικό τους ναό.

Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1928-1929 και ο ναός εγκαινιάστηκε το 1930 από τον Μητροπολίτη Σεβαστείας Γερβάσιο.

 

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του ναού είναι το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο από ξύλο καρυδιάς. Είναι έργο λαϊκής τέχνης και φέρει σκαλιστές παραστάσεις με αμπέλια, πουλιά και τη βιβλική σκηνή του Κάιν και του Άβελ. Οι αγιογραφίες προστέθηκαν αργότερα από τους αδελφούς Σούτσους, υπό την επίβλεψη του σημαντικού βυζαντινολόγου Αναστασίου Ορλάνδου.

 

Ο ναός είναι τρισυπόστατος και είναι αφιερωμένος:

  • στον Άγιο Νικόλαο,
  • στους 318 Θεοφόρους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου,
  • και στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Ο πρώτος εφημέριος του ναού ήταν ο πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Παπαδόπουλος, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην ανέγερσή του. Στον περίβολο του ναού βρίσκεται και ο τάφος του πρώτου Μητροπολίτη Νικαίας, Γεωργίου Παυλίδη.

Για τους παλιούς κατοίκους της Κοκκινιάς, ο Άγιος Νικόλαος δεν ήταν απλώς μια εκκλησία. Ήταν το πρώτο σημείο όπου συγκεντρώνονταν οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες για να προσευχηθούν, να πάρουν κουράγιο και να αρχίσουν τη νέα τους ζωή. Έτσι έγινε ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της ιστορίας και της ταυτότητας της Νίκαιας.

 

Η Νίκαια είναι μια πόλη με μεγάλη και ξεχωριστή ιστορία. Δημιουργήθηκε από ανθρώπους που ήρθαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και κατάφεραν, μέσα από πολλές δυσκολίες, να δημιουργήσουν μια νέα ζωή.

 

Οι δρόμοι, οι πλατείες, οι εκκλησίες και οι γειτονιές της κρατούν ακόμη ζωντανές τις μνήμες εκείνων των ανθρώπων και των πατρίδων που άφησαν πίσω τους. Η ίστορία της Νίκαιας είναι μια ιστορία προσφυγιάς, αγώνα, δημιουργίας και ελπίδας.

 

Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό: ότι μια πόλη που γεννήθηκε μέσα από τον ξεριζωμό κατάφερε να γίνει μια ζωντανή πατρίδα για τις επόμενες γενιές.

 

Πηγή: ΑΙ