...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Χελιδόνια

Ένα χελιδόνι έχει φτιάξει τη φωλιά του κάτω από τη στέγη ενός σπιτιού: Tι σημαίνει αυτός ο δημοφιλής οιωνός;

 


Κάθε άνοιξη, επιστρέφουν με χάρη και ζωγραφίζουν τον ουρανό με τον χορό τους και την ομορφιά τους.

Τα χελιδόνια έχουν γοητεύσει τους ανθρώπους εδώ και γενιές. Αλλά πέρα ​​από την ομορφιά τους, ξέρατε ότι έχουν και βαθιά συμβολική σημασία; Σε πολλούς πολιτισμούς, αυτά τα πουλιά πιστεύεται ότι διαθέτουν σχεδόν μαγικές ιδιότητες. Έτσι, όταν βλέπετε ένα να πετάει στον κήπο σας, μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή εποχιακή επίσκεψη.

 

Χελιδόνια: Φτερωτοί φορείς καλής τύχης
Σε διάφορες παραδόσεις, τα χελιδόνια θεωρούνται ουράνιοι αγγελιοφόροι. Δεν σηματοδοτούν μόνο την επιστροφή των θερμότερων ημερών — αντιπροσωπεύουν την αγάπη, την ειρήνη και έναν ήπιο τρόπο ζωής. Πιστεύεται ακόμη και ότι τα χελιδόνια επιλέγουν να φωλιάζουν μόνο κοντά σε καλόκαρδους ανθρώπους. Αρκετά καλό κομπλιμέντο, έτσι δεν είναι;

 

Εντοπίζετε μια φωλιά χελιδονιού κάτω από τη στέγη σας; Θεωρήστε τον εαυτό σας τυχερό. Σε ορισμένους πολιτισμούς, αυτές οι φωλιές πιστεύεται ότι φέρνουν προστασία στο σπίτι — προστατεύοντάς το από την αρνητική ενέργεια, ακόμη και από καταιγίδες ή κεραυνούς. Σαν ήσυχοι μικροί φύλακες, φέρνουν παρηγοριά χωρίς να ζητούν πολλά σε αντάλλαγμα.

 

Σημάδια άνοιξης και ίσως κάτι ακόμα
Όταν τα χελιδόνια επιστρέφουν, είναο σαν η φύση να προσφέρει ένα νέο ξεκίνημα. Φέρνουν φως, ζεστασιά και ελπίδα. Σε παλαιότερες εποχές, οι άνθρωποι παρακολουθούσαν στενά τη συμπεριφορά τους, πιστεύοντας ότι μπορούσε να προβλέψει τι θα ακολουθούσε.

 

Για παράδειγμα:

Χελιδόνια που πετούν ψηλά; Θα υπάρξει καλός και καθαρός ουρανός.
Πετούν χαμηλά; Μπορεί να έρχεται κακός καιρός.
Πρόωρη άφιξη τους; Μια ευημερούσα χρονιά θα μπορούσε να είναι μπροστά.
Ακόμα και το κελάδημα τους θεωρούνταν ότι είχε νόημα — όσο πιο χαρούμενο ακουγόταν, τόσο πιο φωτεινές θα ήταν οι μέρες που θα ερχόντουσαν.

 

Ένα πουλί γεμάτο πνευματικό νόημα
Ένας συγκινητικός θρύλος λέει πώς τα χελιδόνια προσπάθησαν να απαλύνουν τον πόνο του Ιησού τραβώντας τα καρφιά από τα χέρια του κατά τη σταύρωση. Από εκείνη τη στιγμή, λέγεται ότι ήταν ευλογημένα, οι φωλιές τους θεωρούνταν ιερές. Γι’ αυτό, σε πολλά μέρη, η καταστροφή μιας φωλιάς χελιδονιού θεωρείται βαθιά λανθασμένη.

Έτσι, όταν τα χελιδόνια σας επισκέπτονται, θεωρείται ότι φέρνουν μια ευλογία — μια αίσθηση γαλήνης, ζεστασιάς και απαλού πνευματικού φωτός.

 

Παλιές πεποιθήσεις ή Μηνύματα από το σύμπαν;
Με την πάροδο του χρόνου, πολλές δεισιδαιμονίες έχουν σχηματιστεί γύρω από τα χελιδόνια. Κάποιες είναι συγκινητικές, άλλες μυστηριώδεις, αλλά όλες φαίνεται να μας συνδέουν με κάτι πέρα
​​από την καθημερινότητα.

 

Ακολουθούν μερικά παραδείγματα:
Ένα χελιδόνι πετάει μέσα στο σπίτι σας; Μπορεί να μεταφέρει ένα σημαντικό μήνυμα.
Κάθεται στο περβάζι του παραθύρου σας; Ένα σημάδι για να είστε προσεκτικοί.
Πετάει μέσα στο σπίτι; Κάποιοι πιστεύουν ότι σηματοδοτεί επερχόμενες προκλήσεις ή προβλήματα στην οικογένεια.

Μια εγκαταλελειμμένη φωλιά; Μπορεί να υποδηλώνει οικογενειακές εντάσεις.
Αλλά αν κάποιο πετάξει κατευθείαν προς το μέρος σας – λέγεται ότι φέρνει τύχη!


Μια τελευταία σημείωση: Το να βλάψετε ένα χελιδόνι θεωρείται πολύ κακή τύχη. Αντίθετα, η παράδοση προτείνει να το καλωσορίσετε με καλοσύνη και ευγνωμοσύνη.

 

Πηγή: robroy.gr/

Μάρτιος

 ΜΑΡΤΙΟΣ

 

 

Ο Μάρτης είναι ο τρίτος κατά σειρά μήνας του χρόνου του πολιτικού έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο και έχει 31 ημέρες. Πήρε το όνομά του από το Ρωμαίο θεό του πολέμου Mars δηλ. τον Άρη.

 

Όπως λέει η ρωμαϊκή ιστορία οι ιδρυτές της Ρώμης, Ρώμος και Ρωμύλος, ονόμασαν αυτόν τον πρώτο μήνα Μάρτιο, προς τιμή του πατέρα τους και γενάρχη των Ρωμαίων του θεού Άρη. Για τούτο και κατά τον Πλούταρχο (Βίος Νουμά, 19) αναφέρεται πως ο Μάρτιος απεικονίζεται ως άνδρας ενδεδυμένος με δέρμα λύκαινας.

 

Επίσης τον πρώτο μήνα της άνοιξης οι Ρωμαίοι άρχιζαν τις πολεμικές επιχειρήσεις.Κατά τους χρόνους όμως της «ελεύθερης ρωμαϊκής πολιτείας» ο μήνας αυτός ήταν αφιερωμένος στον θεό Ερμή.

 

Κατά την υπό του Νουμά όμως διαρρύθμιση μετακινήθηκε σαν τρίτος μήνας και πρώτος ο προς τιμή του ειρηνικού θεού Ιανού. Για άλλους η μετατόπιση αυτή έγινε μετά το 153 π.Χ. από τους υπάτους εξακολουθώντας να παραμένει ο Μάρτιος πρώτος μήνας του θρησκευτικού έτους.


Αττικός μήνας: ΕΛΑΦΗΒΟΛΙΩΝ 21 Μαρτίου-19 Απριλίου
Στην αρχαιότητα τα ιερά Ελαφηβόλια τα γιόρταζαν προς τιμήν της Αρτέμιδος.
Η αντιστοιχία του Μαρτίου με το αρχαίο αττικό ημερολόγιο είναι κατά το πρώτο 15νθήμερο με τον 8ο μήνα τον Αθεστηριώνα, κατά δε το 2ο 15νθήμερο με τον 9ο τον Ελαφηβολιώνα.

 

Γεωργικές εργασίες
Σπορά καλαμποκιού.
Φύτεμα πατάτας (στα ορεινά).
Λιπαίνεται, ποτίζεται και αραιώνεται το βαμβάκι.
Φύτεμα των πυρηνόκαρπων δέντρων.
Φρεζάρονται,κλαδεύονται,λιπαίνονται τα αμπέλια.
Λιπαίνονται οι λαχανόκηποι.
Σπορά καλοκαιριών- πολυετών φυτών.
Στην Κτηνοτροφία:
Σάνα:Θερίζουμε τα πρώιμα.
Τριφύλλι:Σπέρνουμε στο χωράφι.
Πρόβατα,κατσίκες,αγελάδες κλπ: Τα οδηγούμε στα υπαίθρια λιβάδια για τάισμα.
Αρνιά: Τα μικρά αρνιά τα αποκόβουμε από τις μάνες τους.
Στην Μελισσουργία: Διαχωρίζουμε την κυψέλη για να προλάβουμε τη σμηνουργία.

 

Παροιμίες
Μάρτης είναι χάδια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει.


Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα.


Ο Αύγουστος για τα πανιά κι ο Μάρτης για τα ξύλα.


O Μάρτης ο κλαψόγελος.


Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης, παρά Μάρτης λιοπυριάρης.


Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, εφτά φορές χιόνισε
και πάλι το μετάνιωσε που δεν εξαναχιόνισε!


Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης.

Μάρτης κλαψής, θεριστής χαρούμενος.


O Mάρτης το πρωί χιόνισε,
κι ο γάιδαρος ψόφησε (από το κρύο).
Το μεσημέρι βρώμισε (από τη ζέστη),
και το βράδυ τον πήρε το ποτάμι (από τη βροχή).


Μάρτης πουκαμισάς, δεν σου δίνει να μασάς.


Του Mάρτη του αρέσει, να είναι πάντα στο διπλό,
μια στις δέκα να έχει ήλιο, και τις άλλες ξυλιασμό.


Αν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλα πέντε,
θα δεις το κοντοκρίθαρο να στρίβει το μουστάκι,
να δεις και τις αρχόντισσες να ψιλοκαθαρίζουν,
θα δεις και τη φτωχολογιά να ψιλοκοσκινίζει.


Βροντή Μαρτιού, φίλεμα με καρύδια.


Mάρτης άβροχος, μούστος άμετρος.


Από Μαρτιού πουκάμισο, κι απ' Αύγουστο σεγκούνι.


Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα.


Τον Μάρτη χιόνι βούτυρο, μα σαν παγώσει μάρμαρο.


Tο Mάρτη ξύλα φύλαγε, μην κάψεις τα παλούκια.


Μάρτης βρέχει; Ποτέ μην πάψει.


Ο καλός Μάρτης στα κάρβουνα, κι' ο κακός στον ήλιο.


Φύλαξε τα παλούκια σου να μη στα φάει ο Μάρτης.


Aκόμη στις δεκαοχτώ, ψοφάει η πέρδικα στ' αυγό.

Λένε και στις τριάντα, μα δεν ηξεύρω γιάντα.


Μάρτης έβρεχε, θεριστής χαιρότανε.


Του Μάρτη οι αυγές με κάψανε, του Μάη τα μεσημέρια.


Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά, κι ο Απρίλης άλλο ένα,
χαρά σε εκείνον το ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα.


Ο Μάρτης το πρωί το ψόφησε, και το βράδυ το βρόμισε.


Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές, παρά Μάρτης στις αυλές.


Ο ήλιος του Μαρτιού, τρυπάει κέρατο βοδιού.


Όλες του Μάρτη φύλαγε και τ' Απριλίου τις δώδεκα,
ότι ακόμη και στις δεκαοχτώ πέρδικα ψόφησε στ' αβγό.


Το Μάρτη φύλαε άχερα, μη χάσεις το ζευγάρι.


Οπόχει κόρην ακριβή, το Μάρτη ήλιος μην τη δει.


Στων αμαρτωλών τη χώρα, το Mαρτάπριλο χιονίζει.


Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή;


Του Μάρτη ο ήλιος βάφει, και πέντε μήνες δεν ξεβάφει.


Aκόμη και στις δεκαοχτώ, έχει το μάτι του ανοιχτό.


Τσοπάνη μου την κάπα σου, το Μάρτη φύλαγε την.

 

Γιορτές και Έθιμα
Την πρώτη μέρα του Μάρτη συνηθιζόταν από τα παλιά χρόνια νέοι και νέες να βγαίνουν στα χωράφια και με τη δρόσο των σπαρτών έπλεναν το πρόσωπό τους για να μη μαυρίσουν. Απέφευγαν τη δρόσο των σπαρτών κριθαριού, γιατί αυτή φέρει σπυριά (κριθαρκά) κάτω από τα βλέφαρα.


Άλλο έθιμο ήταν να δένουν γύρω από τον καρπό του δεξιού χεριού τους και γύρω από το λαιμό τους κλωστή από χρωματιστά νήματα στριμμένα, κόκκινα, λευκά και χρυσά. Καμμιά φορά στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού για να μη σκοντάφτουν.

 
Η κλωστή λέγεται «Μάρτη» ή «Μαρτιά» ή «Μαρτίτση» και όποιος τη φοράει δεν μαυρίζει από τον ήλιο του Μάρτη και φοριέται μέχρι το Πάσχα.

 
Στο Λιδωρίκι την πρώτη του Μάρτη φορούσαν στο χέρι ή το δάχτυλο τον «μάρτη», μια κόκκινη και μια λευκη κλωστή για το καλό του μήνα, και το έβγαζαν στο τέλος του μήνα, αφήνοντάς το πάνω στα δέντρα για να το πάρουν τα χελιδόνια για τις φωλιές τους. Αλλού πάλι το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καούν μαζί.


Στα χωριά της Στυμφαλίας (Δροσοπηγή πρώην Μπάσι) εκτός από τους μάρτηδες που φοράνε, πρωί - πρωί την πρώτη του Μάρτη η νοικοκυρά αντί για άλλο πρωϊνό φτιάχνει χυλό με μπομπότα και πετιμέζι και τρώνε όλοι για να μην τους πιάσει ο Μάρτης. Τα παιδιά για περισσότερη προστασία βάζουν και λίγο και στη μύτη τους.


Σε άλλα μέρη έδιναν στα παιδιά τους αγόρια και κορίτσια να φάνε ένα μήλο
για να μη τους κάψει ο Μάρτης και για να έχουν γερά δόντια όλο το χρόνο.


Επίσης, τα μονοετή βρέφη λέγονταν πρωτομαρτούδκια και τα περιτυλίγουν με εφτά μάρτιδες, για να μείνουν άσπρα στη μορφή. Λέγανε ότι το παιδί που γεννιέται το Μάρτη είναι ευτυχισμένο. Μαρτούδκια λεγόντουσαν και τα τριχωτά σκουλήκια που γεννιούνται τον Μάρτη πάνω στα πεύκα σε αράχνες φωλιές και επειδή είναι επικίνδυνα οι άνθρωποι απέφευγαν το Μάρτιο τα πεύκα.



7 Μαρτίου των «καλών ποιμένων
»

Την 1η-7η Μαρτίου οι ποιμένες οδηγούσαν τα αιγοπρόβατα από τα χειμαδιά στα ορεινά μέρη λέγοντας: «Κούρευε, κουδούνωνε και στα όρη ανέβαινε».


9 Μαρτίου γιορτή Των Αγίων Σαράντα λέγανε «σαράντα πιοτά κερνούν και σαράντα ψέματα λεν». Στην Κομοτηνή κάνανε φαγητά από 40 είδη χόρτα και 40 σαλιγκάρια, καθώς και 40 λουκουμάδες.
Την ημέρα αυτή που οι τσοπάνηδες αποκόβουν τ' αρνιά, οι γεωργοί φυτεύουν δέντρα και κλήματα και οι κοπέλες φυτεύουν λουλούδια γιατί «πιάνουν και δε λαθεύουν».
Σε πολλούς τόπους οι νοικοκυρές φτιάχνουν σαραντόπιτες, πίτες με σαράντα φύλλα που τις κόβουν κομμάτια και τις μοιράζουν για τις ψυχές των ζωντανών ή μαγειρεύουν φαγητό με σαράντα ειδών.


Στις 25 Μαρτίου είναι η πιο μεγάλη θρησκευτική γιορτή του μήνα, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου.

Ο Μάρτης είναι πάντοτε μήνας της Σαρακοστής (των νηστειών) έτσι συμβολικά η φράση «μα λείπει ο Μάρτης που τη Σαρακοστή» λέγεται για πρόσωπο που ποτέ του δεν λείπει από μια εκδήλωση ή γιορτή.


Ο Μάρτιος είναι σημαντικός μήνας και για το ελληνικό έθνος:

1821, 3 Μαρτίου ο Αλέξανδρος Υψηλάντης συγκεντρώνει τον Ιερό Λόχο στη Μολδαβία, 21 Μαρτίου συγκεντρώνονται οι πρόκριτοι και οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας και αποφασίζουν την κήρυξη της Επανάστασης.

23 Μαρτίου η Καλαμάτα γίνεται η πρώτη ελληνική πόλη που απελευθερώνεται από τους Τούρκους.

25 Μαρτίου ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου στην Πάτρα και ορκίζει τους αρχηγούς.

 

Πηγή: mhnes-12.weebly.com/

 

 

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Το ρεµπέτικο, ύµνος στην εργατιά και τη λαϊκή λεβεντιά

Το ρεµπέτικο, ύµνος στην εργατιά και τη λαϊκή λεβεντιά

Το πολιτικοκοινωνικό τραγούδι άνθησε δυναμικά και εντυπωσιακά μετά τον πρωτοπόρο Τσιτσάνη με τις «Φάμπρικες», που κυκλοφόρησαν λίγο μετά τον εμφύλιο

 

Του Ανδρέας Μαζαράκης

 

 

Τα ροζιασμένα δάχτυλα της εργατιάς τα τίμησαν όλοι οι μεγάλοι του ρεμπέτικου. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος είχε δώσει κάποια συμβολικά νοήματα στον κώδικα φωτός και σκοταδιού που είχε χρησιμοποιήσει, έγραφε τώρα:

 

«Γλυκοχαράζουν τα βουνά,

μα εγώ τα βλέπω σκοτεινά».

 

Ο Τσιτσάνης, σύμφωνα με δήλωση του Κώστα Βίρβου, ξεκίνησε από τον αριστερό χώρο και έγραψε πολιτικοκοινωνικό τραγούδι μέσα στην καρδιά του εμφυλίου πολέμου, πράγμα που σήμαινε ότι δεν λογάριαζε τους όποιους κινδύνους συνεπαγόταν αυτή η ενέργεια.

 

Και αυτή τη γραμμή την ακολούθησε μέχρι τον θάνατό του. Το 1951 γράφει το τραγούδι «Της κοινωνίας η διαφορά», που θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ως «στιχουργημένος μαρξισμός». Είναι ολοφάνερο πως ο Τσιτσάνης μεταφέρει τη θεωρία της ταξικής πάλης μέσα στους στίχους του τραγουδιού:

 

«Δυο δρόμοι τη χωρίζουνε

την κοινωνία τούτη

και φέρνουν μαύρη συμφορά:

τη φτώχεια και τα πλούτη.

 

Της κοινωνίας η διαφορά

φέρνει στον κόσμο

μεγάλη συμφορά.

 

Έχει η ζωή γυρίσματα,

έχει και μονοπάτια,

γκρεμίζουν φτωχοκάλυβα

και χτίζονται παλάτια».

 

Το τραγούδι αυτό, αν και δεν κατάφερε να περάσει από τα δίχτυα της λογοκρισίας για να αποτυπωθεί σε δίσκο, σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών ’50, ’60 και ’70, ουσιαστικά εγκαινίασε μια σειρά τραγουδιών ταξικής αντιπαράθεσης, που μερικά απ’ αυτά, όπως θα δούμε, κατάφεραν να αποτυπωθούν σε δίσκους.

 

Η 6η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ, τον Οκτώβριο του 1949, είχε αποφασίσει ότι το Κόμμα έπρεπε «να σταματήσει τον ένοπλο αγώνα» και «να μεταφέρει το κέντρο βάρους της δουλειάς του στην οργάνωση και καθοδήγηση των οικονομικών και πολιτικών αγώνων όλων των στρωμάτων του εργαζόμενου λαού». Ο μεγάλος πληθωρισμός, οι χαμηλοί μισθοί, η βαριά κι ασήκωτη έμμεση φορολογία, η ανεργία, ο υποσιτισμός και η αθλιότητα προκάλεσαν κύμα απεργιών από τα τέλη του 1949, ολόκληρο το 1950 και τα επόμενα χρόνια.

 

Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες, υπάλληλοι, αγρότες, μαθητές και φοιτητές απεργούσαν για καλύτερες συνθήκες ζωής ή κατέβαιναν σε απεργίες αλληλεγγύης και συμπαράστασης. Το ΚΚΕ δημοσίευε κείμενα με φράσεις όπως οι ακόλουθες:

 

«Πιο ψηλά τη σημαία της πάλης για ψωμί, δουλειά, λευτεριά, ειρήνη, για την ταξική, συνδικαλιστική ενότητα της εργατικής τάξης».

 

Πρότυπο και υπόδειγμα

Μέσα σ’ αυτή την πολιτική και κοινωνική ατμόσφαιρα, ο Βασίλης Τσιτσάνης έγραψε και κυκλοφόρησε σε δίσκο τις «Φάμπρικες», έναν ύμνο ολόκληρης της εργατικής τάξης, που αποτέλεσε υπόδειγμα και πρότυπο για όλες τις επόμενες ανάλογες προσπάθειες.

 

Είχαν, βέβαια, προηγηθεί κάποια άλλα τραγούδια που έδειχναν συμπάθεια για τους ανθρώπους της δουλειάς. Λίγο καιρό μετά τον πόλεμο κυκλοφόρησε το τραγούδι του Παπαϊωάννου «Ο Ζέπος». Ο Γιάννης Παπαϊωάννου είχε δουλέψει κι αυτός στο ψαροκάικο του καπετάν Αντρέα Ζέπου, που ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο στον Πειραιά, και τον θαύμαζε πολύ για την ανθρωπιά και τη λεβεντιά του. Ιδού οι στίχοι του τραγουδιού:

 

«Μια ψαροπούλα

είναι αραγμένη,

μπρος στ’ ακρογιάλι

τον Ζέπο περιμένει.

 

Καπετάν Αντρέα Ζέπο,

χαίρομαι όταν σε βλέπω!

 

Όλοι καλάρουνε,

μα δεν πιάνουν ψάρια,

καλάρει ο Ζέπος

και πιάνει καλαμάρια.

 

Έγια μόλα, έγια λέσα,

έχει ο σάκος ψάρια μέσα!

 

Μέσα στο τσούρμο του

είν’ όλοι ιππότες,

έξι είν’ απ’ την Κούλουρη

κι έξι Αϊβαλιώτες.

 

Καπετάν Αντρέα Ζέπο,

χαίρομαι όταν σε βλέπω!

Έγια μόλα, έγια λέσα,

έμπα στη βαρκούλα μέσα».

 

Ο Ζέπος είναι η προσωποποίηση της λαϊκής λεβεντιάς. Όλοι μέσα στο τσούρμο του είναι διαλεχτοί, αυτός όμως τους ξεπερνά κατά πολύ. Είναι κάτι ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο θεϊκό.

 

Όπως ο Ιησούς είχε δώδεκα μαθητές, έτσι και το πλήρωμα του Ζέπου αποτελείται από δώδεκα άντρες. Κι όπως, ακόμα, ο Χριστός, ο «Μεγάλος Ψαράς», έτσι και ο Ζέπος έριχνε τα δίχτυα του εκεί που οι άλλοι αποτύχαιναν και τα γέμιζε με τα καλύτερα ψάρια και θαλασσινά. Με την ενθουσιώδη και υμνητική επωδό «Καπετάν Αντρέα Ζέπο, χαίρομαι όταν σε βλέπω», ο συνθέτης περιβάλλει τον λαϊκό του ήρωα με το φωτοστέφανο της δόξας, την άλω των αγίων.

 

Ναυτικοί και σφουγγαράδες

Η «Ψαροπούλα» ήταν μια επιτυχής προσπάθεια του Δημήτρη Γκόγκου – Μπαγιαντέρα να συναγωνιστεί την καλλιτεχνική και κυκλοφοριακή επιτυχία του «Ζέπου». Ο τυφλός ραψωδός της Αντίστασης, ο υμνητής του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, θυμήθηκε τη νησιωτική καταγωγή του και δημιούργησε μια ρωμαλέα θαλασσογραφία, έναν ύμνο των ψαράδων, των σφουγγαράδων και των βουτηχτάδων του Αιγαίου:

 

«Ξεκινά μια ψαροπούλα

Aπ’ το γιαλό,

ξεκινά μια ψαροπούλα

απ’ την Ύδρα τη μικρούλα

και πηγαίνει για σφουγγάρια,

όλο γιαλό.

 

Έχει μέσα παλικάρια

Aπ’ το γιαλό,

έχει μέσα παλικάρια

που βουτάνε για σφουγγάρια,

γιούσερ κι όμορφα κοράλλια,

Aπ’ το γιαλό.

 

Έχει Συμιακούς, Καλύμνιους,

Aπ’ το γιαλό,

έχει Υδραίους και Ποριώτες,

Αιγινήτες και Σπετσιώτες,

που ’ναι όλοι παλικάρια

μέσ’ στο γιαλό.

 

Γεια χαρά σας, παλικάρια,

και στο καλό,

γεια χαρά σας, παλικάρια,

να μας φέρετε σφουγγάρια,

γιούσερ και μαργαριτάρια

απ’ το γιαλό».

 

Η αναφορά τόσων νησιών του Αιγαίου, η κίνηση της ψαροπούλας «όλο γιαλό» και η κάθετη κατάδυση των ατρόμητων βουτηχτάδων μέχρι τον βυθό προσδίδει σ’ αυτόν τον πίνακα όλο το πλάτος και το βάθος που έχει το πέλαγος. Ένας πλατύς πίνακας των εργατών της ανοιχτής θάλασσας είναι ο «Ναύτης» του Γιώργου Μητσάκη, κυρίως με την τελευταία του στροφή:

 

«Καπεταναίοι και τόσοι άλλοι,

λοστρόμοι, ναύτες, μηχανικοί,

καθένας έχει και τον καημό του,

έτσι είμαστε όλοι

εμείς οι ναυτικοί».

 

Η συμπάθεια του Απόστολου Καλδάρα για το βιομηχανικό προλεταριάτο τον οδήγησε στη σύνθεση του «Εργάτη». Όμως, ενώ η πρώτη στροφή αποτελούσε μια καλή εκκίνηση, ο φόβος της εμφυλιοπολεμικής λογοκρισίας οδήγησε τις επόμενες δύο στροφές στην ωραιοποίηση και τη γραφικότητα:

 

«Παίρνει και γλυκοχαράζει,

όλα γύρω είναι σιωπηλά,

κι ένας μόνος φτωχός εργάτης

ξεκινάει για τη δουλειά.

 

Με χαμόγελο στα χείλη,

τη δουλειά του πάντα αρχινά

και το βράδυ στο φτωχικό του

το σπιτάκι του γυρνά.

 

Τώρα, πάλι, τον φιλάει

ένα στόμα αγγελικό…

Πώς ζηλεύω τέτοια ευτυχία

ο ταλαίπωρος εγώ!»

 

Οι λαϊκοί συνθέτες, όπως ο Μπαγιαντέρας και ο Καλδάρας, που αγωνιούσαν για την αμφίβολη έκβαση του εμφυλίου πολέμου, στρέφονταν τώρα προς την προβολή των εργαζομένων, που τους θεωρούσαν πάντα σαν μια σταθερή και αναμφισβήτητη αξία, μια μεγάλη πηγή παραγωγής των υλικών και μη υλικών αξιών της ζωής. Όμως όλα αυτά τα τραγούδια που αναφέραμε, και κάποια άλλα ακόμα που δεν αναφέραμε, δεν ήταν παρά η προεισαγωγή στο εργατικό τραγούδι του μεταπολέμου. Το τραγούδι που εισήγαγε δυναμικά και εντυπωσιακά το θέμα και σίγουρα επηρέασε τις κατοπινές προσπάθειες ήταν «Οι φάμπρικες» του Τσιτσάνη, που κυκλοφόρησε λίγο μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.

 

Αν ο Παναγιώτης Τούντας, στην έξαρση των εργατικών αγώνων του Μεσοπολέμου, με τον στίχο «Είμ’ εργάτης τιμημένος, όπως όλη η εργατιά», παρουσίαζε την εργατική τάξη στην ενότητά της, ο Βασίλης Τσιτσάνης προχωρεί περισσότερο, προεκτείνοντας και διευρύνοντας τη σημασία αυτής της τάξης, με τα επίθετα «περήφανη κι αθάνατη», επίθετα που ούτε ο ίδιος ούτε κανένας άλλος Νεοέλληνας τα έδωσε σε κάποια άλλη τάξη, αλλά ούτε σε κάποια άλλη κοινωνική ομάδα:

 

«Σφυρίζει η φάμπρικα,

μόλις χαράζει,

οι εργάτες τρέχουν

για τη δουλειά,

για να δουλέψουνε

όλη τη μέρα…

Γεια σου, περήφανη

κι αθάνατη εργατιά!

 

Βλέπεις κοπέλες

στα υφαντουργεία

κι άλλες δουλεύουν

στα αργαλειά,

στα καπνομάγαζα,

στα συνεργεία…

Γεια σου, περήφανη

κι αθάνατη εργατιά!

 

Φράγκο δε δίνουνε

για μεγαλεία,

έχουνε μάθει να ζουν απλά

στάζει ο ιδρώτας τους

χρυσές σταγόνες…

Γεια σου, περήφανη

κι αθάνατη εργατιά!

 

Σφυρίζει η φάμπρικα

σαν θα σχολάσουν,

κορίτσια, αγόρια, ζευγαρωτά,

με την αγάπη τους

θα ξαποστάσουν…

Γεια σου, περήφανη

κι αθάνατη εργατιά!»

 

Οι «Φάμπρικες» μέσα από τους στίχους, τη μελωδία, ακόμα και τον ήχο της σειρήνας του εργοστασίου, που ειδοποιεί τους εργάτες να πιάσουν δουλειά ή να σχολάσουν, ήχο που πλέκεται έντεχνα με τη μελωδία και γίνεται μέρος της, ζωντανεύουν το απέραντο βιομηχανικό τοπίο της εργατούπολης, τις μάζες των εργατών και εργατριών που προχωρούν μέσα στο μισοσκόταδο, για να περάσουν τις καγκελόπορτες και τους τοίχους των εργοστασίων.

 

Ήχοι, φωτισμός, σκηνικό, ατμόσφαιρα και άνθρωποι είναι δεμένα σε έναν αρκετά μεγαλοπρεπή επιβλητικό πίνακα που η αξία του είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί.

 

Οι εργάτες, σύμφωνα με το τραγούδι, περιφρονούν τα μεγαλεία και, φυσικά, αυτούς που είναι οι φορείς τους, αυτούς που καρπώνονται τον ιδρώτα τους, που έχει την αξία χρυσού (υπεραξία) για να τον συσσωρεύουν σε κεφάλαιο.

 

Η εργατιά είναι περήφανη, γιατί πιστεύει ότι έχει να διαδραματίσει έναν σημαντικό ιστορικό ρόλο, και επίσης αθάνατη, γιατί επιζεί ύστερα από τόσους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Οι εργάτες έχουν την ικανότητα να παίρνουν δυνάμεις από μέσα τους και να συνεχίζουν τη ζωή με τη δύναμη του έρωτα και άλλων ευγενικών συνθημάτων.

 

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»

 

Πηγή: iapogevmatini.gr/