...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Το κουτούκι

Το κουτούκι

 



Το κουτούκι είναι μικρό, λιτό, συνήθως υπόγειο ή απόμερο μαγαζί, όπου σερβίρονται κρασί (συχνά χύμα), απλό φαγητό και λίγοι μεζέδες. Δεν έχει πολυτέλειες, έχει όμως οικειότητα.

 

Στη λαϊκή παράδοση το κουτούκι λειτουργεί ως χώρος συντροφικότητας. Εκεί συναντιούνται εργάτες, τεχνίτες, γείτονες, φίλοι της γειτονιάς. Είναι χώρος ισότητας, όλοι κάθονται στο ίδιο τραπέζι.

 

Στα κουτούκια λέγονται ιστορίες, ακούγονται παροιμίες, γεννιούνται ανέκδοτα, περνά η προφορική μνήμη της κοινότητας.

 

Είναι χώρος μουσικής και έκφρασης. Συνδέεται στενά με το ρεμπέτικο, το λαϊκό τραγούδι, το αυτοσχέδιο τραγούδι και τους μανέδες. Δεν είναι σκηνή· είναι βίωμα.

 

Είναι χώρος «απόδρασης». Το κουτούκι είναι μακριά από την εξουσία, μακριά από την επίσημη κοινωνική ζωή. Στη λαογραφία συμβολίζει το καταφύγιο του απλού ανθρώπου.

 

Στη συλλογική μνήμη, το κουτούκι συμβολίζει τη λιτότητα, την αυθεντικότητα, τη λαϊκή σοφία, την ανάγκη του ανθρώπου να μοιράζεται. Δεν πας στο κουτούκι για να “δειχτείς”, αλλά για να είσαι.

 

Στις παλιές λαογραφικές μαρτυρίες οι λαογράφοι περιγράφουν το κουτούκι ως

«Στέκι των μικρών ανθρώπων», όπως εργάτες, χαμάληδες, τεχνίτες, πρόσφυγες (ιδίως μετά το 1922).

 

Επίσης, χώρο προφορικής μνήμης. Εκεί λέγονταν ιστορίες ζωής. Μεταφέρονταν νέα της γειτονιάς, λύνονταν καβγάδες, γίνονταν συμφιλιώσεις και ήταν χώρος  ανεπίσημης ελευθερίας. Σε εποχές λογοκρισίας ή κοινωνικής πίεσης, το κουτούκι ήταν το μέρος όπου «μπορούσες να μιλήσεις όπως είσαι».

 

Στη λαογραφία, το κουτούκι δεν είναι απλώς ένα ταβερνάκι· είναι κοινωνικός και πολιτισμικός θεσμός της νεότερης ελληνικής ζωής.

 

Η ίδια η λέξη χρησιμοποιείται συχνά μεταφορικά:

Λέμε:

«παλιό κουτούκι» και εννοούμε κάτι αυθεντικό αλλά ξεχασμένο.

Λέμε:

«μαζεύτηκαν στο κουτούκι» και εννοούμε μια κλειστή, οικεία παρέα.

 

Το κουτούκι είναι ο φυσικός χώρος γέννησης και διάδοσης του ρεμπέτικου τραγουδιού. Ο χώρος ήταν μικρός και υπήρχε άμεση επαφή μουσικού και ακροατή. Δεν υπήρχε σκηνή και ήταν όλοι ισότιμοι. Υπήρχε αυθορμητισμός στο τραγούδι. Δεν υπήρχε πρόγραμμα. Τα παιξίματα ήταν αυτοσχέδια με μπουζούκι & μπαγλαμά. Τα τραγούδια μιλούσαν για φτώχεια, ξενιτιά, έρωτα, φυλακή. Συμμετείχαν όλοι με σιγανό τραγούδισμα και χτύπημα στο τραπέζι.

 

Πολλοί ρεμπέτες έπαιξαν ή «δοκιμάστηκαν» σε κουτούκια, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Βασίλης Τσιτσάνης.

 

Το ρεμπέτικο στο κουτούκι δεν ήταν θέαμα, αλλά τρόπος να ειπωθεί ο πόνος και η χαρά της ζωής.

 

Το κουτούκι δεν χάθηκε απότομα· ξεθώριασε σταδιακά, καθώς άλλαξε η κοινωνία που το γέννησε. Στη λαογραφία, η εξαφάνισή του διαβάζεται σαν σύμπτωμα βαθύτερων μεταβολών.

 

Μετά τον πόλεμο, οι γειτονιές μεγάλωσαν, οι άνθρωποι άρχισαν να μετακινούνται μακριά από τον τόπο τους, ο χρόνος έγινε «μετρημένος».  Το κουτούκι χρειαζόταν σταθερούς θαμώνες και αργό ρυθμό· αυτά χάθηκαν.

 

Ο «θαμώνας» έγινε «πελάτης»

Παλιότερα ο θαμώνας «ανήκε» στο κουτούκι. Σταδιακά εμφανίστηκε η έννοια της εξόδου, το μαγαζί έγινε επιχείρηση, μπήκαν μενού, τιμοκατάλογοι, ωράρια. Η σχέση αντικαταστάθηκε από συναλλαγή.

 

Από τη δεκαετία του ’80 και μετά το κουτούκι «ανακαλύφθηκε» ως αυθεντικό, αντιγράφηκε αισθητικά, μπήκε σε οδηγούς και αφιερώματα. Έτσι γεννήθηκε το:

«κουτούκι-σκηνικό» χωρίς την κοινωνική του ρίζα.

 

Το ρεμπέτικο έφυγε από το τραπέζι, μπήκε στο πάλκο, έγινε ακρόαση αντί για συμμετοχή. Η ζωντανή, αυθόρμητη πράξη έγινε παράσταση.

 

Νομοθεσία & έλεγχος

Ήδη από το καθεστώς του Ιωάννης Μεταξά επιβλήθηκαν περιορισμοί σε μουσική και στίχους και ελέγχθηκαν οι χώροι συνάθροισης. Το κουτούκι, ως άτυπος χώρος, δεν ταίριαζε στο νέο πλαίσιο.

 

Η νεότερη κοινωνία προτίμησε άνεση αντί για λιτότητα, εικόνα αντί για ουσία και ατομικότητα αντί για  παρέα. Το κουτούκι δεν «προσαρμόστηκε» — και γι’ αυτό χάθηκε....

 

Το κουτούκι δεν εξαφανίστηκε επειδή ήταν παλιό, αλλά επειδή έπαψε να υπάρχει ο κόσμος που το χρειαζόταν.

Σήμερα επιβιώνει στη μνήμη, στη γλώσσα, σε λίγα αυθεντικά στέκια που λειτουργούν κόντρα στην εποχή.

 

Πηγή: ΑΙ

Ο Ιούλιος στην ελληνική παράδοση

Ο Ιούλιος στην ελληνική παράδοση


Ο έβδομος μήνας του Γρηγοριανού Ημερολογίου, με διάρκεια 31 ημερών. Πήρε το όνομά του από τον Ιούλιο Καίσαρα, δημιουργό του Ιουλιανού Ημερολογίου.

Αρχικά ήταν ο πέμπτος μήνας του Ρωμαϊκού Ημερολογίου, εξού και η ονομασία του Quintilis (Πέμπτος). Με την προσθήκη των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου από τον Νουμά Πομπίλιο, έγινε ο έβδομος μήνας του Ρωμαϊκού Ημερολογίου. Ιούλιος ονομάσθηκε με πρόταση του Μάρκου Αντωνίου, που αποδέχθηκε η Ρωμαϊκή Σύγκλητος μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα.

ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:

ΑλωνάρηςΑλωνάρης, Αλωνιστής, Αλωνητής, Αλωνητής, Αλωνιάτης και Αλωνεύτης, διότι την εποχή αυτή γίνεται το αλώνισμα των δημητριακών.

Οσο διαρκεί ο αλωνισμός, «δεν κάνει να αλωνίζει ολοένα ο ίδιος αλωνιστής.

Εναλλάσσεται με τη γυναίκα του και το παιδί, ενώ αυτός ξεκουράζεται στ’ αμπλήκι, ένα δέντρο που υπάρχει φυτεμένο κοντά στο αλώνι γι’ αυτό το σκοπό.

Οι ξένοι που τύχαινε να περάσουν, έπρεπε να ευχηθούν μόνο: «Ώρα καλή, χίλια μόδια», ή «Χίλια μόδια, και το αγώι χώρια», κι ο αλωνιστής απαντούσε: «Να ‘σαι καλά, Φχαριστούμε».

Μόλις μάζευαν το λειώμα ή μάλαμα (καθαρό σιτάρι) σ’ ένα σωρό, νίβονταν όλοι, και ράντιζαν και το σωρό.

«Δεν έκανε να έρθει η γυναίκα με ρόκα, γνέθοντας, στ’ αλώνι», γιατί «ήταν ξωτικιά και έδιωχνε τον άνεμο, και δεν μπορούσαν να ανεμίσουν, να λιχνίσουν.

Την τελευταία ημέρα και αφού απολούσαν τα βόδια, πρόσεχαν που θα ξυθεί, το μεγαλύτερο στα χρόνια βόδι. Εάν ξυνόταν στο κεφάλι, ο χειμώνας θα ήταν «πρώιμος», στη μέση «βαρυχειμωνιά στο μέσο του χειμώνα» και αν στην ουρά, ο χειμώνας θα ήταν «όψιμος».

Με το νέο αλεύρι έφτιαχναν πρώτα μια λειτουργιά, για να την ευλογήσει ο παπάς. Κι απ’ το πρώτο ζυμάρι, παρασκεύαζαν ένα ιδιαίτερο κομμάτι, το «κλικούδ’», και το άφηναν στη βρύση του χωριού. Εκείνη που πρώτη θα πήγαινε να πάρει νερό και έβρισκε το καινούριο ψωμί, έπρεπε να το μοιράσει στις γυναίκες που θα τύχαινε να πάνε κι αυτές για νερό.

Το αλώνισμα ωστόσο, είναι το βασικό περιεχόμενο και η εμπειρία του μήνα Ιούλη αλλά και οι κίνδυνοι που απειλούν αυτή την εποχή την νέα σοδειά που βρίσκεται πι στο τελευταίο στάδιο της επεξεργασίας της. Μετά το αλώνισμα και το λίχνισμα το σιτάρι είναι πλέον έτοιμο να μετρηθεί και να μπει στις αποθήκες και αποτελεί για κάθε γεωργική οικογένεια την ελπίδα της για επιβίωση.

Την εποχή αυτή όπως μας λένε οι χωρικοί της Αρτοτίνας «σμίγουν τα δύο ψωμιά»: το παλιό με το καινούργιο. Είναι δύσκολη εποχή γιατί σώνεται η παλιά σοδειά και ο γεωργός δεν έχει πεντάρα, είναι «πανί με πανί» όπως λένε. Γι αυτό ο σωρός του φρεσκοαλωνισμένου, φρεσκολιχνισμένου σιταριού είναι για τον γεωργό το πιο πολύτιμο πράγμα και πρέπει να το προφυλάξει από κάθε κακό. Κάθε τόπος έχει τα δικά του έθιμα και τις δοξασίες που συνδέονται με το σωρό του σιταριού και το πρώτο ψωμί που θα ζυμωθεί με το καινούργιο σιτάρι. Στην Θράκη το πρώτο ψωμί το κάνουν κουλούρι και το λένε τζιτζιροκούλουρο, γιατί το προσφέρουν στον τζίτζιρα, ο οποίος συνοδεύει με το τραγούδι του τους θεριστάδες και τους αλωνιστάδες.

Το σωρό του σιταριού, συνήθως, τον σταυρώνουν και μπήγουν στη κορφή του ένα φτυάρι. Ύστερα προχωρούνε στο μέτρημα, παίρνοντας τις προφυλάξεις που χρειάζονται με τελετουργικό τρόπο για να μη τους πιάσει το μάτι.

Στα αλώνια ο γεωργός πλήρωνε τα χρέη του σε είδος. Και πρώτα από όλα πλήρωνε το χρέος του στο κράτος – την δεκάτη – όπως έλεγαν παλιά, δηλαδή το 1/10 της σοδειάς του. Έρχονταν ο δεκατιστής (φοροεισπράκτορας) ο οποίος κρατούσε μια μεγάλη ξύλινη σφραγίδα και σφράγιζε. Από ότι έμενε έπρεπε να βγει το αγροφυλακιάτικο (έξοδα για αγροφύλακα), το παπαδικό, το νεροφοριάτικο (υδρονομείς), το αλωνιάτικο και το γυφτιάτικο (έξοδα γι τα σιδερένια εργαλεία). Ότι περίσσευε από τα ξικέματα (προηγούμενες αφαιρέσεις) ο κακόμοιρος το

κοφίνιαζε (αποθήκευε στα κοφίνια). Αν μάλιστα το σιτάρι ήταν σεμπρικό (αν καλλιεργούσε το χωράφι για λογαριασμό άλλου) και έπρεπε να μοιράσει στα δύο, τότε φανταστείτε τι του έμενε.

· Στα ορεινά της πατρίδας μας συναντάται και με την ονομασία Θεριστής, καθώς λόγω των ψυχρού κλίματος ο θερισμός γίνεται τον Ιούλιο.

Στον Πόντο Ιούλιος ή Χορτοθέρτς. Τι έκαναν οι Πόντιοι τον μήνα αυτό:

Στον Πόντο ο Ιούλιος λεγόταν Χορτοθέρτς, γιατί ήταν ο μήνας του θερισμού των χόρτων έτσι έλεγαν:

«Έρθεν και ο Χορτοθέρτς. Έπαρ’ το καγάν’ (δρεπάνι) σο χερ’ τσ’ (χέρι σου)».

Στην Κερασούντα, Κοτύωρα, Τρίπολη, Χαλδία και Σάντα τον έλεγαν ο Χορτοθέρης, ενώ στηνΤραπεζούντα Χορτοθέρ’ς, αλλά και Χορτοθέρης.

Στα Σούρμενα και στη Ματσούκα λεγόταν (Θερ’νός και στην Κρώμνη και με τα δύο ονόματα.

Θερ’νός μας παραδίδει και ο Φαίδων Κουκουλές ότι λεγότανε στον Πόντο, γράφοντας τα εξής: «Πόσον τούτο είναι ακριβές δεικνύει ότι κατά μεν τους βυζαντινούς χρόνους με τον θερισμόν σχετίζεται ο Ιούλιος, ο εν Πόντω Θερ’νός λεγόμενος».

Το όνομα Χορτοθέρης (Ιούλιος) παράγεται από το ουσιαστικό χόρτον και το ρήμα θερίζω. Από το όνομα αυτού του μήνα έχουμε και τα παράγωγα, το επίθετο χορτοθερέσιν, που σημαίνει αυτό που παράγεται κατά το μήνα Ιούλιο επίσης, το χορτοθέριν, που σημαίνει α) τόπος θερισμού, κατάλληλος για θέρισμα και β) τόπος θερισμένος.

Και όπως συνήθως το καθετί στην πατρίδα μας έδινε αφορμή για τραγούδι και για παροιμιώδεις φράσεις, έτσι έγινε και με τους μήνες, από τα ονόματα των οποίων φαίνεται και το ξεχωριστό χαρακτηριστικό του καθενός σχετικά με τις φυσικές του ενέργειες:

«Ο Μάρτ’ς μαραίν’ τα μάραντα, Απρίλτς τα μανουσάκια, ο Χορτοθέρτς τα χορτάρα κι Αύγουστον παλικάρα».

1) Θέρισμα

Ο Ιούλιος λοιπόν ήταν ο μήνας του θερισμού.

Στον Όφη το λέγανε δροπάν’ και στη Νικόπολη δερπάντιν, ένα μικρό δρεπάνι με μακρουλό χέρι.

Πιο σπάνια χρησιμοποιούσαν την κερεντή, ένα μεγάλο δρεπάνι με λαβή, με την οποία θέριζαν όρθιοι και συνήθως τη χρησιμοποιούσαν για χόρτα ή τριφύλλι.

Το θέρισμα, κατά το πλείστον, γινόταν από γυναίκες και νέες κοπέλες, που με πολλή χαρά και με τραγούδια θέριζαν, χωρισμένες σε ομάδες, από το βράδυ. Τα τμήματα που θέριζαν από τη μια άκρη ως την άλλη άκρη του χωραφιού τα λέγανε αμνούς. Όταν ο αμνός άρχιζε με μεγάλο πλάστη συνέχεια στένευε και τελείωνε σε γωνία, λεγόταν ξιφάρ’.

Οι θεριστές και οι θερίστριες κρατούσαν με το δεξί χέρι το δρεπάνι, ενώ με το αριστερό τα στάχυα που κόβανε, ώσπου να συμπληρωθεί ένα χερόβολο. Δύο – τρία χερόβολα έκαναν ένα δεμάτ’ (δεμάτι) κι αυτά τα μάζευαν όλα και σχημάτιζαν τα θεμώνια (θημωνιές).

Καθώς παρατηρούσαν τις κοπέλες να θερίζουν σι Πόντιοι, επαινούσαν την αγαπημένη τους τραγουδώντας:

«Σον Αϊ-Λίαν αφκακέσ’ θερίζ’ τ’ εμόν τ’ αρνόπον

και ντ’ έμορφα και νόστιμα κρατεί το καγανόπον».

Όταν άρχιζε το θέρισμα, έστηναν όρθιο το πρώτο δεμάτι, κι αυτός που το έκανε αυτό ευχόταν καλή αρχή, ενώ οι άλλοι θεριστές απαντούσαν άμποτε και τον χρόνου.

Όταν τελείωνε με το καλό ο θερισμός, κρεμούσαν μπρος στην πόρτα τους το αποθέρ’, δηλ. ένα δεμάτι στάχυα με καρπούς, καλλιτεχνικά δεμένο, ενώ ο ιδιοκτήτης του χωραφιού φιλοδωρούσε τη θερίστρια, που πρώτη έβαζε μπρος στα πόδια του το πρώτο χερόβολο

Ο λαός δεν άφηνε ασχολίαστη κι αυτή την παρουσία του ιδιοκτήτη στο χωράφι την ώρα του θερισμού, κι έτσι έγινε το τραγούδι:

«Θερίστ’ αργάτ’ θερίστ’ αργάτ’, θα σπάζω την κοσσάραν

κι αν ‘κι τελείται το χωράφ’, θα σπάζω την κασκάραν»

2) Αλώνισμα

Οι γυναίκες, όταν τελείωνε το θέρισμα, φορτώνονταν τα δεμάτια, αφού τα έκαναν σαλάκα και τα πήγαιναν στ’ αλώνια, εκεί όπου θα γινόταν το αλώνισμα.

Το αλώνιν, έτσι λεγόταν στην Κερασούντα, Οινόη (Ούνγια), Νικόπολη, Τρίπολη, αλών’ στα Κοτύωρα (Ορντού), Τραπεζούντα, Χαλδία, και αλώνιν ή αλώνι στη Νικόπολη.

Το αλώνι ήταν ένας συμπαγής κυκλικός χώρος που τον γάνωναν, δηλ. άλειφαν με χώμα ή πηλό το έδαφος, το έβρεχαν και μετά πατούσαν καλά την επιφάνειά του με μια πέτρα κυλινδρική, το κυλίντρ’.

Αφού τα ετοίμαζαν όλα, οι γεωργοί έλεγαν, εκρέμ’σα σ’ αλών’, δηλ. άπλωσα τα στάχυα στο αλώνι για αλώνισμα.

Συνήθως το αλώνισμα γινόταν με βόδια, όπως φαίνεται κι από τη φράση τα καλά τα βούδα αγλήγορα κόφ’νε τ’ αλών’.

Στα βόδια περνούσαν το αλωνοζύγονον (Χαλδία), δηλ. τον ειδικό ζυγό για το αλώνισμα, για να σύρουν από πίσω τους τα δουκάνια ή το τυκάν’ (Τραπεζούντα), τουκάνιν (Κερασούντα), τουκάν’(Κοτύωρα), Σάντα, Τραπεζούντα, Χαλδία), τοκάν’ (Χαλδία). Η λέξη παράγεται από το τυκάνιον, που προέρχεται από το αρχαίο ουσιαστικό η τυκάνη.

Το τυκάν’ ή τα δουκάνα απαρτιζόταν από δύο παράλληλα χοντρά σανίδια ενωμένα, που έφεραν από την κάτω επιφάνεια σφηνωμένους αιχμηρούς πυριτόλιθους ή κοφτερές σιδερένιες λάμες (βλ. «Λαογραφικά Λαραχανής», σελ. 22), για να χωριστεί ο καρπός από τα στάχυα.

Με τον ίδιο τρόπο άλλωστε οι χωρικοί αλώνιζαν και στην περίοδο της γερμανικής κατοχής σε χωριά της Μακεδονίας και αλλού. Για να ενισχύσουν μάλιστα το βάρος επάνω στο τυκάν’, ώστε να γίνει πιο εύκολος ο χωρισμός ου καρπού, τοποθετούσαν επάνω του κάποιο παιδί, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα διασκεδαστική για τα παιδιά, ιδίως αν τους έδιναν στο χέρι τοβουκέντρ’ (=ραβδί που κέντριζαν τα βόδια) και τα κερατίδια (= το σχοινί που δένουν στα κέρατα του βοδιού για να το οδηγούν), για να κρατούν τα ζώα. Καθώς οι γεωργοί αλώνιζαν, προέτρεπαν τα ζώα με διάφορα επιφωνήματα, ώσπου να τελειώσουν το αλώνισμα.

Στη συνέχεια γινόταν το βόρισμαν ή ιβόρισμα, ή εβόριγμαν (Ματσούκα) από το ρήμα βορίζω, που παράγεται από το ουσιαστικό βορέας. Περίμεναν δηλαδή να φυσήξει ο αέρας, οπότε και άρχιζαν το λίχνισμα με το αλωνίφταρον, το ειδικό ξύλινο φτυάρι για το αλώνισμα. Σήκωναν δηλαδή το γέννημα ψηλά στον αέρα, για να ξεχωρίσει ο καρπός από τα άχυρα και για το σκοπό αυτό είχανε κι άλλο εργαλείο, το δίκρανο με δύο δόντια ή χείλη που το λέγανε λεχμετέρ’ καθώς ιβόριζαν μάλιστα, παρακαλούσαν τον αέρα να φυσήξει, για να τελειώσουν τη δουλειά τους, τάζοντάς του ότι θα του φτιάξουν ψωμάκι.

«Φύσα αέρα, φύσα, θα ευτάμε σε κολοθόπον».

Οι πατέρες μας, θυμόσοφοι όπως ήταν, έλεγαν για κείνους που ανακινούσαν παλιές και ξεχασμένες υποθέσεις ή χρέη παλαιά αχύρα εβορίζ’.

Στη συνέχεια με το αλωνοκόσκινον συνέχιζαν το χώρισμα καρπού από άχυρα. Στο Σταυρί το λέγανε και αχυροκόσκινον ή λωροκόσκινον (=κόσκινο από λεπτές λωρίδες δέρματος σε διατακτική πλέξη).

Μετά έκαναν το τεπούρισμαν με το τεπούρ’, δηλ. ξύλινο μονοκόμματο τον οποίο καθάριζαν τον καρπό από τις πέτρες και τον άγριο βίκο.

Τον καρπό τέλος τον μετρούσαν με το κότ’ ή χοινίκ’ (χοίνιξ), που ήταν μέτρο χωρητικότητας (10-12 οκάδες), και στη συνέχεια έβγαζαν το σπόρο για τη νέα χρονιά, ενώ το υπόλοιπο μέρος το αποθήκευαν στα αμπάρια το και το άχυρο το μετέφεραν σο αχερών’ (στον αχυρώνα τους).

Τα αλώνια, συνήθως, του κάθε χωριού ήταν συγκεντρωμένα σ’ έναν τόπο που τον έλεγαν αλωνοτόπιν (πρβλ. Χαλδία). Ίσως έτσι η δύσκολη δουλειά του αλωνίσματος και ιβορίσματος να γινόταν πιο ευχάριστη, όταν έβλεπαν και γύρω τους άλλους συγχωριανούς τους.)

· Στη Ρόδο τον ονομάζουν και Φουσκομηνά ή Χασκομηνά, επειδή αρχίζουν φουσκώνουν ή να χάσκουν τα σύκα, δηλαδή να ωριμάζουν και να ανοίγουν.

· Στη Νάξο και τη Χίο ο Ιούλιος αναφέρεται και ως Γυαλιστής, επειδή ωριμάζουν τα σταφύλια και γυαλίζει η ρώγα τους.

· Δευτερόλης ή Δευτερογιούλης, επειδή είναι ο δεύτερος μήνας του καλοκαιριού.

· Αηλιάς ή Αηλιάτης, λόγω της γιορτής του Προφήτη Ηλία στις 20 Ιουλίου.

Στις 20 Ιουλίου και στον Πόντο γιόρταζαν, όπως και στην άλλη Ελλάδα, τον Αι-Λιά, δηλ. τον Προφήτη Ηλία, μια γιορτή που είχε σχέση με τα στάχυα. Την μέρα της γιορτής αυτής οι γυναίκες, πηγαίνοντας στην εκκλησία, έδεναν στα κεφάλια ή σε άλλα μέρη του σώματός τους, όπου είχα πόνους, στάχυα. Μετά τη Μεγάλη Είσοδο στη διάρκεια της θείας λειτουργίας, έκοβαν τα στάχυα, πιστεύοντας ότι θα τους κοπεί και ο πόνος.

Η Άλκη Κυριακίδου Νέστορος γράψει σχετικά: «Εδώ το μέσο είναι τα στάχυα. Η χάρη του άγιου μεταδίνεται σ’ αυτά, επειδή οι γυναίκες τα φορούν στη γιορτή του και μέσα στην εκκλησία του. Και τα στάχυα πάλι, με τη σειρά τους, μεταδίνουν τη χάρη του άγιου στις γυναίκες με την άμεση επαφή που έχουν με το σώμα τους. Για να κοπεί τώρα ο πόνος, κόβουν τα στάχυα μιαν ορισμένη στιγμή. Αυτή η πράξη είναι αυτό που λέμε αναλογική μαγεία: όπως κόβω τα στάχυα, έτσι να κοπεί ο πόνος μου».

Παροιμίες

Αλωνάρη με τ’ αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια.

Αλωνάρης αλωνίζει, στάρι το χωριό γεμίζει.

Αλωνάρης μαραίνει τα χορτάρια κι ο Αύγουστος τα παλικάρια.

Αλωνάρης τ’ αλωνίζει κι Αύγουστος τα ξεχωρίζει.

Κάψες τον Αλωνάρη, ευτυχία όλο το χρόνο.

Πού μοχτάει το χειμώνα, χαίρεται τον Αλωνάρη.

Στο κακορίζικο χωριό τον Αλωνάρη βρέχει.

Της Αγια-Μαρίνας ρώγα (ή σύκα) και τ’ Αϊ-Λιος σταφύλι. Και της Αγιάς Παρασκευής γεμάτο το κοφίνι.

Το Θεριστή τον Αλωνάρη πάμπολλα καρβέλια είναι.(Μπόλικο στάρι, μπόλικο ψωμί.)

Τ’ Αλωναριού τα κάματα, τ’ Αυγούστου τα λιοπύρια.

Χόρτο θεροαλωνιστή, ρώγα-ρώγα γυαλιστή.

 

Πηγές: e-istoria.com, http://users.sch.gr/vaxtsavanis, http://www.sansimera.gr. erevnw.blogspot.gr

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Κλήδονας – τα έθιμα

Κλήδονας – τα έθιμα

 


 

Bottom of Form

 

Ο Κλήδονας είναι έθιμο που επιβιώνει από την αρχαιότητα και τελείται στις 24 Ιουνίου, σύμφωνα με το οποίο εμφανίζεται στις άγαμες κοπέλες η ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου. Ο Κλήδονας εντάσσεται στη νεοελληνική λαϊκή λατρεία και ιδιαίτερα στα περιοδικά λατρευτικά έθιμα, όσα συνοδεύουν το εορτολόγιο και τις εποχές του έτους. Τέλος, ανήκει στην έντεχνη ή τεχνική και την έμμεσα νεοελληνική μαντεία. Ο Δημήτριος Λουκάτος τη χαρακτηρίζει ως μία από τις πιο τελετουργικές εορτές του εορτολογίου μας. Όμως στους νεώτερους χρόνους και στη σύγχρονη εποχή με τον ορθολογισμό να κερδίζει έδαφος, τις προκαταλήψεις να υποχωρούν, αλλά και την αλλαγή των ρόλων των δύο φύλων, οι συμβολισμοί και το μαγικοθρησκευτικό περιεχόμενο του δρώμενου τείνει να περιοριστεί και να κυριαρχήσει το καθαρά θεατρικό και φολκλορικό στοιχείο.

 

Ετυμολογία της λέξης

Η λέξη κλήδων ετυμολογείται σύμφωνα με τους Liddel και Scott ως οιωνός και σημείο προαναγγελτικό ενώ ο Hofmann την ανάγει στη λέξη κλεF-η-δων και κλέω<κλέFω. Γενικά εξηγείται ως μαντική φράση φωνή με μήνυμα μαντικός λόγος και μαντικός ψίθυρος.

 

Ο κλήδονας στην αρχαιότητα

Η λέξη συναντάται στους Ηρόδοτο, Αισχύλο (Προμηθέας Δεσμώτης) και Παυσανία. Στην Παλαιά Διαθήκη η λέξη εντοπίζεται σε χωρίο του Δευτερονομίου (Δτ. 18:10-14), όπου έχουμε ρητή απαγόρευση τέλεσης του εθίμου. Με τη σημασία του γνωστοποιώ, φημίζω συναντάται στην Οδύσσεια, στην Ιλιάδα, στη Θεογονία, στην Άλκηστη και αποσπάσματα του Ευριπίδη και στην Αριστοφανική Λυσιστράτη. Η λέξη εντοπίζεται και ως όνομα και επίκληση- κληδόνιος- των Δία και Ερμή, διότι αυτοί έδιναν τις κληδόνες, τους οιωνούς στους ανθρώπους.

 

Ο κλήδονας στο Βυζάντιο

Από όλο το χριστιανικό Αγιολόγιο επιλέχθηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος για να συνδεθεί το έθιμο: ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν ένας σημαντικός προφήτης που έλαβε το χάρισμα να δει τον Χριστό, του οποίου ήταν και συγγενικό πρόσωπο. Αν και δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη μορφή και τη σημασία του εθίμου στους βυζαντινούς χρόνους, το έθιμο αυτό υφίστατο και εξελισσόταν. Ο πρώτος που κάνει αναλυτική περιγραφή του εθίμου ήταν ο Θεόδωρος Βαλσαμών.

Τον 7ο αι. η εν Τρούλλω Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος με τον 65ο κανόνα της είχε καταδικάσει μεταξύ άλλων εθίμων και τον κλήδονα. Ζητούσε να αντικατασταθεί με τον αγιασμό και ευχές, ενώ προσδιόριζε τις ποινές για όσους συμμετείχαν ή απλώς παρακολουθούσαν τον κλήδονα: αν ο παραβάτης ήταν λαϊκός τότε αφοριζόταν, ενώ αν ήταν κληρικός, καθαιρούνταν.

Η πολεμική που ασκήθηκε από την Εκκλησία αποτυπώθηκε σε φράσεις όπως,αυτά τα λεν στον κλήδονα, τέτοια να τα λες στον κλήδονα,τέτοια εγώ τα ακούω στον κλήδονα, δηλαδή απαξιωτικές εκφράσεις για το δρώμενο που καταντά συνώνυμο της ελαφρότητας.

 

Ο κλήδονας στην Τουρκοκρατία

Ξένοι κυρίως περιηγητές μιλούν για τον κλήδονα, οι Van Egmont (1729), Pococke (1740), Pierre August de Guys (1748), Chandler (1764), Choiseul-Gouffier (1782), Saint Sauveur (1789), Beaujour (1797), Wittman (1800). O νεοελληνικός κλήδονας συνδυάζει την κληρομαντεία, δηλαδή μαντεία με το σύστημα του κλήρου με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων και κληδονισμού.

 

Δρώμενα κλήδονα

Το έθιμο τοποθετείται στις 24 Ιουνίου και διακρίνεται σε τρεις φάσεις.

 

Α. προετοιμασία

Δυο με τρεις ημέρες πριν από το άνοιγμα του κλήδονα τα κορίτσια κάθε γειτονιάς ορίζουν το σπίτι στο οποίο θα ανοιχτεί. Στις 23 προετοιμάζεται ο κλήδονας στο προεπιλεγμένο σπίτι. Το απόγευμα της ημέρας ένα μικρό αγόρι ή κορίτσι του οποίου και οι δύο γονείς ζουν πηγαίνει σε μια πηγή ή ένα πηγάδι ή τρεις διαφορετικές βρύσες και παίρνει νερό με το δοχείο του κλήδονα. Το μεταφέρει στο σπίτι χωρίς κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του να μιλήσει, ακόμα και αν επιχειρηθεί του αποσπασθεί η παραμικρή κουβέντα με πειράγματα, προσβολές και ελευθεροστομίες. Γι΄αυτό το νερό ονομάζεται αμίλητο, ή βουβό, αρπαχτικό ή νερόν άκριτον. Αν ο μεταφορέας τελικά μιλήσει τότε αυτό πρέπει να χυθεί και να μεταφερθεί άλλο αμίλητο. Όταν τελικά φτάσει στον προορισμό του χύνεται σε δοχείο με στενό λαιμό για να μη βλέπει αυτός που βγάζει τα αντικείμενα όταν ανοιχτεί ο κλήδονας. Σε μερικά μέρη της Ελλάδας το δοχείο μεταφοράς του αμίλητου νερού πρέπει να είναι αμεταχείριστο. Στη συνέχεια όσοι πάρουν μέρος στον κλήδονα φέρνουν διάφορα μικροκοσμήματα ή αντικείμενα, δαχτυλίδια, δαχτυλήθρες, καρφίτσες, κουμπιά,ακόμα και φρούτα, όπως μήλα σημαδεμένα με κρυφά σημάδια, τα ονομαζόμενα και ριζικάρια ή σημάδια ή κληδονικά και ρίχνονται μέσα στο νερό, αφού αφιερωθούν νοερά σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο. Ακολουθεί το κλείδωμα και η ασφάλιση του δοχείου, ενώ μια γυναίκα, η ριζικάρισσα απαγγέλει: Κλειδόνουμε τον κλήδονα/ με τ΄Αϊ-Γιαννιού τη χάρη/ κι όποια 'χει καλοριζικό/να δώσει να το πάρει. Στη συνέχεια ο κλήδονας σκεπάζεται με πανί ή με μαντίλι κόκκινου χρώματος και στεφανώνεται με φύλλα δάφνης, μυρτιάς, λυγαριάς, κομμένα από παρθένα κοπέλα της οποία και οι δυο γονείς ζουν.

 

Η ερμηνεία των αντικειμένων και δρωμένων

Το αμίλητο νερό σχετίζεται με την αλαλία του πάτερα του Ιωάννη Προδρόμου που του προκλήθηκε μέχρι να γεννηθεί το παιδί, γράφοντας το όνομά του σε μια πινακίδα, αφού δεν μπορούσε να το διατυπώσει προφορικά. Θεωρείται μεγάλης μαντικής αξίας επειδή ακριβώς μεταφέρεται με απόλυτη σιωπή δίνοντας του ιερότητα και μυστηριακότητα. Το παιδί που έχει και τους δύο γονείς του παραπέμπει στον αμφιθαλή παίδα της αρχαίας Ελλάδας, ο οποίος έκοβε τα κλαδιά που στεφανώνονταν οι νικητές των Ολυμπιακών Αγώνων. Το μήλο από την αρχαιότητα θεωρείτο μέσο πρόκρισης και ένδειξης προτίμησης. Τέλος το κόκκινο χρώμα ταυτίζεται με την ταχύτητα η οποία θα βοηθήσει να φτάσει η ευνοϊκή τύχη γρήγορα για όσους την περιμένουν.

 

Β. Η έκθεση στα άστρα

Μετά τη δύση του ηλίου οι κοπέλες βγάζουν το κλειδωμένο αγγείο, σκεπασμένο και στεφανωμένο στο ύπαιθρο για να αστρονομιστεί ή να αστριστεί. Επίσης τοποθετείται σε δώμα του σπιτιού ή κάτω από μια τριανταφυλλιά προκειμένου οι νύχτες να είναι μυρωδάτες. Τα άστρα, θεωρείται, πως θα επιδράσουν επί του αγγείου και ο κλήδονας θα προσλάβει μαντική και τελεστική δύναμη. Τα κορίτσια φυλάνε με βάρδιες το αγγείο. Το βράδυ της παραμονής γίνεται χρήση και άλλων τρόπων της μαντικής: τεφρομαντεία, ονειρομαντεία, κατοπτρομαντεία για να αποκαλυφθεί στο κορίτσι ο μελλοντικός σύζυγός του.

 

Γ. Το άνοιγμα του κλήδονα

Πριν την ανατολή του ηλίου και για να μην καταστρέψει το ηλιακό φως το μαγικό πλέγμα που η προηγούμενη νύχτα έχει δημιουργήσει μεταφέρεται το αγγείο μέσα στο σπίτι σε μέρος ανήλιαγο μέχρι που θα ανοίξει ο κλήδονας. Όταν προσέλθουν στο σπίτι τα κορίτσια και τα αγόρια που έχουν βάλει ριζικάρια αρχίζει η τελετή του ανοίγματος. Ο κλήδονας ανοίγει από αυτόν που το κλείδωσε. Η ριζικάρισσα δίνει το κόκκινο ύφασμα σε ένα μικρό παιδί που το βάζει στο κεφάλι ή στο λαιμό του και αφού βάλει το χέρι του μέσα στο αγγείο, αρχίζει να βγάζει ένα-ένα τα αντικείμενα σε τυχαία σειρά. Αλλού το άνοιγμα γίνεται από κόρη πρωτογονάτη, δηλαδή πρωτότοκη με τους δυο γονείς της εν ζωή. Τότε τραγουδιέται το Της πρώτης της καλότυχης/καλά θα πάνε ούλα/ γαμπρός πάει γυρεύοντας,/λεβέντης με σακούλα. Τα αντικείμενα καθώς βγαίνουν με τυχαία σειρά στο κάθε ένα απαγγέλεται ένα αυτοσχέδιο δίστιχο-προφητεία για τον κάτοχο του σημαδιού. Τα δίστιχα δεν είναι μόνο ερωτικά ή προφητικά αλλά και με ελευθεροστομίες και σκωπτικά, σατιρικά. Μετά το πέρας της συγκέντρωσης ακολουθεί κέρασμα και χορός.Όταν οι κοπέλες επιστρέφουν στα σπίτια τους προσέχουν ποιο όνομα ή λέξη θα πρωτακούσουν στο δρόμο για να το συσχετίσουν με την ανοικτή τύχη τους εκείνη τη βραδιά.

 

Άλλες ημερομηνίες του κλήδονα

Σε Νομοκανόνα του 16ου αι. πληροφορούμαστε πως πραγματοποιείτο σε διάφορους τόπους ο κλήδονας στην 1η Μαΐου, κάτι που γίνεται στην Κύπρο, οπότε βάζουν μέσα σε πήλινο ανθοδοχείο ανθισμένα κλαδιά φυτών και την τρίτη του ίδιου μήνα ή την πέμπτη βγάζουν τον κλήδονα, τραγουδώντας το τραγούδι, τσαι μπαιν' ο Μας τσαι βγαιν ο Μας/τσαι μπαιν ο Πρωτογιούνης. Τέλος Νομοκανόνας του 17ου αι. μας αναφέρει πως τελείται από κάποιους την εορτή της Αναλήψεως.

 

Η θέση της γυναίκας στον κλήδονα

Έχοντας πειστεί οι γυναίκες πως μοναδικός σκοπός της ζωής τους ήταν ο γάμος και η αναζήτηση γαμπρού και μάλιστα σε μικρή ηλικία, μεταχειρίζονταν κάθε μέσο για να το επιτύχουν. Μεταξύ των προσπαθειών τους αυτών ήταν και η καταφυγή στη μαγεία και σε μαντικές τέχνες, όπως ο κλήδονας. Γι' αυτό και περιοριζόταν τα θέματα των μαντικών διστίχων σε θέματα γάμου και ταυτόχρονα περιοριζόταν το ακροατήριο σε άγαμους νέους και κυρίως κορίτσια τα οποία επιθυμούσαν να μάθουν πως θα αποκατασταθούν. Κατεξοχήν γυναικείο έθιμο παρείχε την ευκαιρία στα κορίτσια να βγουν από το σπίτι και να συναναστραφούν με το άλλο φύλο σε ένα πλαίσιο «εθιμικά διασφαλισμένο», να εξασφαλίσουν μια υποτυπώδη δημόσια προβολή μέσα από το χορό και το τραγούδι και ταυτόχρονα γνωριμία με κάποιον μελλοντικό σύντροφο. Πέρα όμως από τη σημασία που είχε το έθιμο για τη γυναίκα ήταν σημαντικό και για την κοινότητα αφού απαντούσε σε καίρια θέματα της προσωπικής, οικογενειακής και κοινωνικής ζωής του κάθε μέλους της.

 

Πηγή: el.wikipedia.org

Φωτογραφία: monemvasia.gr

H θρυλική Ρόζα Εσκενάζυ, τα «χασικλίδικα» και η λογοκρισία του Μεταξά

H θρυλική Ρόζα Εσκενάζυ, τα «χασικλίδικα» και η λογοκρισία του Μεταξά

Νίκος Δεμισιώτης

 

 

Στις 2 Δεκεμβρίου 1980, πέθανε η θρυλική ρεμπέτισσα Ρόζα Εσκενάζυ που θα έκανε τους σημερινούς τράπερς να... κοκκινίζουν από την ντροπή τους.

 

Ρεμπέτης ήταν ο απείθαρχος, ο παράνομος, ο αλήτης, ο μάγκας ή ο γλεντζές και ο ξενύχτης. Οι ρίζες της λέξης  προέρχονται πιθανότατα από την τουρκική γλώσσα (ρεμπέτ σημαίνει ανυπότακτος) ή από τη σερβική (επίσης ρεμπέτ όπου όμως εδώ δίδεται η έννοια του αντάρτη) που ταιριάζει με τη βενετική rebelo (αντάρτης) και την ισπανική rebelde (αντάρτης, επαναστάτης).

 

Ακόμα και σήμερα, το ρεμπέτικο, αποτελεί το είδος της μουσικής που πολεμήθηκε και κυνηγήθηκε όσο κανένα άλλο στην Ελλάδα. Ειδικά την εποχή του μεσοπολέμου που «έβαλε» τα ναρκωτικά και ιδιαίτερα το χασίς και την πρέζα μέσα στα σπίτια των μικροαστών με όχημα τους στίχους του…

 

Όταν τον Αύγουστο του 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του, ένα από τα πρώτα μέτρα που επέβαλε ήταν η λογοκρισία σε πρώτη φάση και η πλήρης απαγόρευση στη συνέχεια των «χασικλίδικων».

 

Ο Μεταξάς θεωρούσε τους ρεμπέτες ζωύφια και «τουρκόσπορους» οι οποίοι με τη μουσική τους, τη  χασισοποτεία τους και την περιθωριακή συμπεριφορά τους παρασέρνουν και άλλους στην… ακολασία.

 

Επέβαλε την πρώτη λογοκρισία, στις 31 Αυγούστου του 1936, με μια νομοθεσία που προσαρμοζόταν στις επιταγές της «εθνικής ιδεολογίας» προκειμένου να υπερασπιστεί τις «ελληνικές αρχές».

 

Το πρώτο τραγούδι που απαγορεύθηκε ήταν το «πρέζα όταν πιεις», το οποίο είχε πρωτοερμηνεύσει η θρυλική ρεμπέτισσα Ρόζα Εσκενάζυ.

 

Η Σάρα που έγινε Ρόζα

Όταν τη ρωτούσαν πότε γεννήθηκε αυτή απαντούσε σχεδόν μονολεκτικά «το 1910». Πάντα έκρυβε την πραγματική της ηλικία. Έκοβε καμιά δεκαετία. Κάπως έτσι φτάσαμε να μην ξέρουμε πότε ακριβώς γεννήθηκε. Κάπου μεταξύ 1895 και 1897. Ίσως. Κανείς δεν ξέρει. Και μεταξύ μας, τώρα, δεν έχει και μεγάλη σημασία.

 

Μπορεί να μην ξέρουμε πότε γεννήθηκε, ξέρουμε, όμως, πού γεννήθηκε. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το πραγματικό της όνομα ήταν Σάρα Σκενάζι. Ο πατέρας της, ο Αβραάμ ήταν παλιατζής. Η μητέρα της, η Φλώρα, έμενε πίσω στο σπίτι για να αναλάβει το μεγάλωμα των τεσσάρων παιδιών της σεφαραδίτικης (Εβραίοι με καταγωγή από την Ιβηρική χερσόνησο) οικογένειας.

 

Στο άλλαγμα του αιώνα (σε εποχή που η Σάρα δεν είχε... γεννηθεί ακόμα, υποτίθεται), η οικογένεια άφησε πίσω της την Πόλη και έφτασε στη Θεσσαλονίκη με την ελπίδα να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες ζωής. Ο πατέρας βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο και έκανε και διάφορες άλλες δουλειές του ποδαριού για να τα καταφέρει. Δεν ήταν εύκολα τα πράγματα, ωστόσο.

 

Προφανώς τα οικονομικά δεν πήγαιναν όπως τα είχαν υπολογίσει και έτσι κάποια στιγμή η μητέρα, η Σάρα και ο ένας αδερφός της, βρέθηκαν στην Κομοτηνή. Εκεί, η μητέρα, είχε βρει δουλειά σε ένα σπίτι πλουσίων.

 

Η Σάρα έφηβη κοπέλα πια, πήγαινε και βοηθούσε τη μητέρα της. Ήταν η εποχή που είχε αποφασίσει, πλέον, πως θα γίνει τραγουδίστρια. Είχε ανακαλύψει πως η φωνή της ήταν ιδιαίτερη και σε αντίθεση με την ηλικία της, αυτό... δεν το έκρυβε. Όπου και να πήγαινε τραγουδούσε. Ότι και να έκανε τραγουδούσε.

 

Μια ημέρα, ενώ βρισκόταν με τη μητέρα της στο σπίτι των πλουσίων και έκαναν δουλειές, η Σάρα έπιασε το τραγούδι. «Κελαηδούσε» όπως έλεγαν όσοι την είχαν ακούσει. Μια ημέρα, έξω από το σπίτι περνούσε ο Τούρκος ιδιοκτήτης μιας ταβέρνας.

 

Την άκουσε και χωρίς να χάσει χρόνο πήγε και χτύπησε την πόρτα του αρχοντικού. Ρώτησε ποια ήταν η κοπέλα που τραγουδάει και αμέσως της έκανε πρόταση για να πάει στην ταβέρνα να το κάνει επαγγελματικά.

 

Η Σάρα δέχθηκε αλλά η μητέρα της πέταξε τον Τούρκο με τις κλωτσιές έξω από το σπίτι. Μπορεί εκείνη η συνεργασία να μην έγινε ποτέ, ο «σπόρος», ωστόσο, είχε πέσει. Και είχε «πιάσει».

 

Όταν επανενώθηκε η οικογένεια στη Θεσσαλονίκη, έμεναν σε ένα μικρό σπίτι δίπλα στο Grand Hotel Theatre και η Σάρα έβλεπε καθημερινά αυτό που ήθελε να γίνει. Καλλιτέχνης. Έκανε ότι μπορούσε για να βρίσκεται κοντά στην είσοδο του θεάτρου ή μέσα σε αυτό προκειμένου να αρπάξει την ευκαιρία όταν αυτή της δοθεί. Μέχρι και τα κοστούμια των χορευτών κουβαλούσε. Και τελικά τα κατάφερε. Μπήκε και αυτή στην ομάδα των χορευτών.

 

Τότε, όμως, της χτύπησε ο έρωτας την πόρτα. Ερωτεύτηκε με τον Γιάννη Ζαρδινίδη, γόνο μιας εκ των πιο πλούσιων οικογενειών της Καππαδοκίας. Σαν από σενάριο παλιάς ελληνικής ταινίας, οι γονείς του Ζαρδινίδη, θεωρούν τη Σάρα «γυναίκα χαλαρών ηθών» και την απορρίπτουν. Οι δυο νέοι «κλέβονται», η Σάρα αλλάζει το ονοματεπώνυμο της σε Ρόζα Εσκενάζυ, και για περίπου μια πενταετία ζουν τον απόλυτο έρωτα, ενώ αποκτούν και ένα μικρό αγοράκι.

 

Το 1917, ωστόσο, ο Ζαρδινίδης πεθαίνει και η Ρόζα νιώθει πως ο κόσμος της γκρεμίζεται. Έρχεται σε επαφή με την οικογένεια του άνδρα της, τους ενημερώνει πως έχει αφήσει τον μικρό Παράσχο σε ένα οικοτροφείο, τους ζητάει να αναλάβουν το μεγάλωμα του παιδιού και φεύγει για την Αθήνα, ώστε να κυνηγήσει το μεγάλο της όνειρο. Με τον Παράσχο ξαναβρέθηκε μετά από πολλά χρόνια στην πρωτεύουσα. «Φτασμένη» ρεμπέτισσα, πλέον, αυτή και υψηλόβαθμος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας εκείνος.

 

«Πρέζα όταν πιεις, βρε θα ευφρανθείς»

Στην Αθήνα η Ρόζα αρχικά δούλεψε σε καμπαρέ ως χορεύτρια και τραγουδίστρια. Η ιδιαίτερη φωνή της, ωστόσο, αποδείχθηκε το καλύτερο «διαβατήριο», ώστε γρήγορα να αναγνωριστεί το ταλέντο της και να ξεκινήσει η πορεία προς την κορυφή.

 

Σε ένα από τα καμπαρέ που εργαζόταν την ανακάλυψε ο συνθέτης Παναγιώτης Τούντας ο οποίος πήγε αμέσως τη Ρόζα στον Βασίλη Τουμπακάρη της δισκογραφικής εταιρείας Columbia. Το 1928 η Ρόζα Εσκενάζυ κάνει τις πρώτες της ηχογραφήσεις. Μέσα στα επόμενα δυο χρόνια ήταν ήδη αστέρι του ρεμπέτικου.

 

Το συμβόλαιο που υπέγραψε με την Columbia προέβλεπε πως θα ηχογραφούσε 40 τραγούδια το χρόνο και θα έπαιρνε το 5% από κάθε δίσκο που θα πουλιόταν. Παράλληλα κέρδιζε 200 δραχμές τη βραδιά από τις εμφανίσεις της στα νυχτερινά κέντρα της Αθήνας. Προπολεμικά η Ρόζα «καθάριζε» μόνο από τις εμφανίσεις της, ενάμιση χιλιάρικο την εβδομάδα.

 

Η κόρη του παλιατζή είχε «πιάσει την καλή». Θα είχε κάνει περιουσία αλλά, όπως έλεγε η ίδια, προτίμησε να φάει τα λεφτά της σε ακριβά ρούχα και πανάκριβα κοσμήματα που ήταν η αδυναμία της.

 

Η Ρόζα ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που τραγούδησε σε πάλκο. Που έκατσε ανάμεσα σε άνδρες ρεμπέτες. Παθιασμένη τραγουδίστρια. Λάτρεψε το ρεμπέτικο του τεκέ. Ένα δικό της τραγούδι, ωστόσο, ήταν η ταφόπλακα του συγκεκριμένου είδους. Το 1934 η Ρόζα τραγούδησε το «Πρέζα όταν πιεις» που θα έκανε τους σημερινούς... «γκάνγκστα» τράπερς να κοκκινίσουν από την ντροπή τους σε μια εποχή που οι γυναίκες με δυσκολία σήκωναν το βλέμμα να κοιτάξουν τον άνδρα τους.

 

Με προσωπική παρέμβαση του ίδιου του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά (που προφανώς ενοχλήθηκε από τους στίχους που μίλαγαν για «δικτάτορα» και «κατάντια της Ελλάς») επιβλήθηκε γενική λογοκρισία σε οτιδήποτε είχε σχέση με τα λεγόμενα «χασικλίδικα ρεμπέτικα», τους ανατολίτικους ρυθμούς ακόμα και τα σατυρικά τραγούδια.

 

Οι ρεμπέτες μπήκαν στο περιθώριο και το είδος αναβίωσε ξανά αρκετά χρόνια μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το αναγέννησε το ταλέντο του αξεπέραστου Βασίλη Τσιτσάνη. Όσο για το ίδιο το τραγούδι, κυκλοφόρησε ξανά το 1977 από τη Χαρούλα Αλεξίου. Το «πρέζα όταν πιεις» είχε γίνει «ούζο όταν πιεις» και, πλέον, έκανε και διεθνή καριέρα.

 

«Δημητρούλα», «Τα κεριά τα σπαρματσέτα», «Ναυτάκι», «Χαρικλάκι», «Κάτω στα λεμονάδικα», «Μπαμπέσα», «Καναρίνι μου γλυκό», «Μπαμ και μπουμ», «Μη βιάζεσαι μικρή μου θα σ’ αρραβωνιαστώ», «Γύφτισσα», «Λιλή η σκανταλιάρα», «Σέρβικος πολίτικος», «Έλα φως μου», «Μού ‘χεις πάρει το μυαλό», «Αερόπλανο θα πάρω», «Πατρινιά» και «Μαρικάκι μου», είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια της Ρόζας που έγραψαν τη δική τους ιστορία. Τη δεκαετία του 1930 ηχογράφησε πάνω από 500 τραγούδια.

 

Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ωστόσο, της έκοψε τη φορά. Ένας Γερμανός αξιωματικός την ερωτεύτηκε και εκείνη φρόντισε να το εκμεταλλευτεί. Όταν του εξήγησε πως είναι Εβραία, αυτός της έβγαλε ένα πλαστό διαβατήριο και εκείνη δεν έσωσε μόνο τον εαυτό της αλλά και εκατοντάδες ακόμα ανθρώπους. Άγγλους αντιστασιακούς, Έλληνες αντάρτες, Εβραίους... Έσωσε και την ίδια της την οικογένεια λίγο πριν τη μεταφέρουν στο κολαστήριο του Άουσβιτς.

 

Κάποια στιγμή, ωστόσο, οι Ναζί την κατάλαβαν και την έβαλαν στη φυλακή. Έμεινε εκεί για μερικούς μήνες. Αποφυλακίστηκε και μέχρι την απελευθέρωση έμεινε κρυμμένη υπό τον φόβο να συλληφθεί ξανά.

 

Μετά τον πόλεμο συνέχισε την καριέρα της, κάνοντας, μάλιστα, πολλές εμφανίσεις και σε διάφορες χώρες στο εξωτερικό (ειδικά στις ΗΠΑ). Η Ρόζα έμεινε στην «πρώτη γραμμή» μέχρι και λίγα χρόνια πριν το βιολογικό της τέλος αν και, πλέον, το ρεμπέτικο δεν ήταν το ίδιο που ήταν προπολεμικά.

 

Γνώρισε, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο, έναν αστυνομικό ο οποίος ήταν κατά 30 χρόνια μικρότερός της. Οι δυο τους έζησαν έναν μεγάλο έρωτα. Με τα λεφτά που είχε βγάλει η Ρόζα από τις περιοδείες της στις Ηνωμένες Πολιτείες αγόρασαν και ένα σπίτι στην Κηπούπολη στο Περιστέρι.

 

Εκεί, στις 2 Δεκεμβρίου του 1980 η Ρόζα Εσκενάζυ (που την τελευταία τριετία της ζωής της έπασχε από αλτσχάιμερ) άφησε την τελευταία της πνοή.

 

Πηγή: reader.gr

 

ΕΣΥΡΑ ΤΟ ΜΗΛΟΝ | Παραδοσιακό Κύπρου

ΕΣΥΡΑ ΤΟ ΜΗΛΟΝ | Παραδοσιακό Κύπρου

 


Γαμήλιο τραγούδι της αγάπης από την νήσο Κύπρο, το οποίο σε διάφορες εκδοχές εντοπίζεται και στην περιοχή της Μικράς Ασίας. Ανδρικός καρσιλαμάς ως προς τη χορευτική του απόδοση, σε ρυθμό εννιάσημο (9/8). Δεν προσομοιάζει σε κανέναν άλλον γνωστό καρσιλαμά της Κύπρου.

 

ΔΙΣΚΟΣ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΙΚΚΗΣ - Τραγούδια της Κύπρου [1993]

 

Ακούστε το τραγούδι:

https://www.youtube.com/watch?v=vwiCbXd47FE

 

 

Οι στίχοι:

Έκοψα 'ναν μήλον ΄που πάνω στην μηλιάν

κ' έδωκα το της κάλης μου και αλλάξαμεν φιλιά.

Έσυρα το μήλον κι ΄εν εκύλισε,

κι' είπουν να τη φιλήσω κι εν εκαΐλησεν.*

 

Έσυρα το μήλον, λασμαρίν* μου φίνο, πάνω στη μηλιάν,

κι εππέσασιν τα μήλα τζι' εμείναν τα κλωνιά.

Έσυρα το μήλον πα στην τερακιάν*

κι' ένεψα της μιάλης* κι' ήρτεν η μιτσιά.*

 

Έσυρα το μήλον πα' στην συκαμιάν,*

κι είπεν μου εν νάρτη κείνη κι άλλη μια.

Έσυρα το μήλον πα στα δώματά της,

εψές δεν ετζοιμήθηκα 'που τα καμώματά της.

 

 

*εκαΐλησεν = δέχθηκε

*λασμαρίν = δεντρολίβανο

*τερακιά = χαρούπια

*μιάλης = μεγάλης

*μιτσιά = μικρή

*συκαμιά = μουριά

 

 

Πηγή: youtube.com - #greek_folk_music

Φωτογραφία: el.wikipedia.org