...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Ελληνικά φαγητά που χάνονται στο πέρασμα των χρόνων

Ελληνικά φαγητά που χάνονται στο πέρασμα των χρόνων

Προλάβατε την περίφημη μπομπότα; Η δική σας η γιαγιά σάς έφτιαχνε ζαχαρόψωμο; Τα Χριστούγεννα τρώγατε τσιγαρίδες;

 


Όχι να το παινευτούμε ως χώρα, αλλά η ελληνική κουζίνα – πέρα από το ότι είναι πλούσια σε επιλογές – έχει γεύσεις ασυναγώνιστες, που ενθουσιάζουν τον ουρανίσκο. Και δεν είναι μόνο τα κλασικά φαγητά (μουσακάς, γεμιστά, σουβλάκι, που ζητάνε σαν τρελοί και οι τουρίστες), αλλά και πολλές, πολλές άλλες επιλογές που όρεξη να έχεις να τις ανακαλύψεις και να τις μαγειρέψεις.

 

Υπάρχουν ή μάλλον υπήρχαν και συνταγές που μεγάλωσαν γενιές και γενιές και στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, αλλά και σε εποχές φτώχειας κρατούσαν χορτάτες τις οικογένειες και στήλωναν τους άντρες που πήγαιναν στα χωράφια.

 

Μιλάμε για φαγητά παλιά, ελληνικά, κυρίως της επαρχίας, που είναι γνωστά στις νεότερες γενιές (στη σημερινή είναι λέξεις άγνωστες) και ως τα «φαγητά της γιαγιάς».

 

Αν έχεις μεγαλώσει σε επαρχία ή ζούσε η γιαγιά σου στην επαρχία, όλο και θα σου έφτιαχνε κάποια από τα φαγητά που έδινε εκείνη στα δικά της παιδιά και στομώνανε. Αυτά, λοιπόν, τα φαγητά σήμερα είτε δεν υπάρχουν καθόλου, αφού χάθηκαν στον χρόνο, είτε τα φτιάχνουν σε κάποιες περιοχές, αλλά η σκόνη της λησμονιάς είναι έτοιμη να τα καλύψει και αυτά.

 

Βέβαια, εδώ που τα λέμε, κάποια από αυτά ήταν σωστές «βόμβες» για την υγεία και τα δόντια, όπως το ζαχαρόψωμο. Κι έτσι τώρα που οι διατροφικές συνήθειες έχουν αλλάξει, αυτά πήραν τη θέση τους στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Αλλά ας δούμε παρακάτω κάποια από αυτά τα ξεχασμένα «φαγητά της γιαγιάς».

 

Μπομπότα

Την έχεις σίγουρα ακούσει, ίσως και να την χρησιμοποιείς σε διάφορες εκφράσεις, αλλά ενδεχομένως να μην την έχεις δοκιμάσει ποτέ. Είναι η περίφημη μπομπότα ή αλλιώς η «πίτα των φτωχών». Έχει συνδεθεί με τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, ενώ συνέχιζε να υπάρχει στα ελληνικά τραπέζια και για τα επόμενα χρόνια, αλλά σιγά σιγά άρχισε να ξεχνιέται. Για να επιστρέψει, όμως, τελευταία με νέες εκδοχές.

Ωστόσο, η παλιά, η κλασική η μπομπότα ήταν ένα είδος ψωμιού που υπήρχε σε πολλά φτωχικά σπίτια, που δεν είχαν σταρένιο αλεύρι. Στην πραγματικότητα ήταν χυλός καλαμποκάλευρου με αλατισμένο νερό και λάδι, ενώ αν ήθελαν (και υπήρχε) πρόσθεταν σε αυτόν κι ένα αυγό. Την έψηναν στη γωνιά (όπως έλεγαν οι παλαιοί) στο τζάκι ή στο φούρνο, αφού πρώτα την τύλιγαν με φύλλα κουτσουπιάς ή καρυδιάς και τη σκέπαζαν με ζεστή στάχτη και θράκα.

 

Τσιγαρίδες

Στα χωριά όταν έσφαζαν το χοιρινό, έπαιρναν μικρά κομμάτια λίπους, τα έβραζαν σε καζάνια με νερό και αλάτι και κατόπιν τις αποθήκευαν και μπορούσαν να τις καταναλώνουν μέχρι και έναν χρόνο. Οι τσιγαρίδες μπορείς να πεις ότι ήταν το… μπέικον της εποχής, αφού έμοιαζαν αρκετά οπτικά, αλλά τις χρησιμοποιούσαν κυρίως ως μεζέ σε γιορτές, γλέντια ή τα Χριστούγεννα σε πολλές περιοχές.

 

Ζαχαρόψωμο

Διάσημο πρωινό ή απογευματινό σνακ των παιδικών μας χρόνων. Μία βρεγμένη φέτα ζυμωτό ψωμί πασπαλισμένο με μπόλικη ζάχαρη για φουλ ενέργεια. Και φουλ ζημιά στα δόντια. Είχε και παραλλαγές και μαζί με τη ζάχαρη πασπάλιζαν και κακάο. Άλλη μία επιλογή ήταν φέτα ψωμί (όχι βρεγμένη) στην οποία άλειβαν ζαχαρούχο γάλα.

 

Ρεβιθόψωμο

Όπως έλεγε και η γιαγιά μου, «με το ρεβιθόψωμο στηλώναμε στην Κατοχή». Που σημαίνει ότι ήταν ιδιαίτερα θρεπτικό και χόρταινε η οικογένεια. Το ρεβιθόψωμο φτιαχνόταν με ρεβίθια, αλεύρι και λίγο λάδι.

 

Κλωτσοτυρόπιτα

Σήμερα, τη συναντάς κυρίως σε περιοχές της Ηπείρου. Φτιάχνεται από πρόβειο ή κατσικίσιο γάλα ανακατεμένο με κολοκύθι και καλαμποκάλευρο. Παλαιότερα, όμως, ήταν ιδιαίτερη δημοφιλής ως πίτα, με την οποία χόρταινε ολόκληρη η οικογένεια. Μάλιστα, έπαιρναν μαζί και στα χωράφια για να τους «κρατάει» στην επίπονη δουλειά.

 

Χτυπητό αυγό

Ως παιδί δεν γίνεται να μην έχεις δοκιμάσει χτυπητό (ή χτυπημένο) αυγό. Το τρώγαμε μετά μανίας, κυρίως τα απογεύματα. Πώς φτιαχνόταν; Έπαιρναν τον κρόκο ενός ωμού αυγού και το χτυπούσαν καλά με μία κουταλιά της σούπας. Αν ήθελες, πρόσθεταν και λίγο κακάο.

 

Η κουλούρα της νύφης

Στην πραγματικότητα πρόκειται για έθιμο, που μέχρι και πριν κάποια χρόνια ήταν αρκετά διαδεδομένο σε πολλές περιοχές της χώρας. Σήμερα, κουλούρα του γάμου φτιάχνουν, κυρίως οι γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, που θέλουν να τηρούν το έθιμο που τους έμαθαν η γιαγιά και η μαμά. Τι είναι η κουλούρα της νύφης; Πρόκειται για ψωμί σε σχήμα κουλούρας, που είναι στολισμένη με διάφορα σχέδια που έχουν τον ιδιαίτερο συμβολισμό τους: τα σταφύλια για παράδειγμα συμβολίζουν την παραγωγικότητα, τα λουλούδια τον βίο ανθόσπαρτο του ζευγαριού και πάει λέγοντας. Την αποκαλούν η «κουλούρα της νύφης», επειδή την φτιάχνει το σόι της νύφης και την προσφέρει την ημέρα του γάμου, όταν ενώνονται τα δύο σόγια.

 

Κουκιά

Τα κουκιά δεν είναι προς εξαφάνιση, εννοείται. Ίσα ίσα, διατροφικά έχουν αρκετά πολύτιμα στοιχεία. Ωστόσο, ως τρόφιμο συνδέονται με διάφορες αλλεργίες, ενώ μπορεί να δημιουργήσουν πρόβλημα σε άτομα που έχουν διαπιστωμένη ανεπάρκεια ενζύμου G6PD. Γενικά, τα κουκιά οι παλαιότεροι τα είχαν «δαιμονοποιήσει» σε μεγάλο βαθμό και δεν επέτρεπαν στα παιδιά να φάνε. Θυμάμαι τους δικούς μου να τρώνε κουκιά ή φάβα από κουκιά κι εμάς δεν μας άφηναν καν να δοκιμάσουμε γιατί θα… παθαίναμε αλλεργία. Κι επειδή μου είχαν κάνει τέτοια «πλύση», δεν έχω φάει ποτέ στη ζωή μου κουκιά, μιας και στην άκρη του μυαλού μου υπάρχει αυτός ο φόβος. Και όπως φαίνεται, στην ίδια θέση είναι και άλλοι πολλοί, που είτε δεν έχουν δοκιμάσει ποτέ κουκιά είτε τα αποφεύγουν γενικότερα. Έτσι, ως φαγητό δεν είναι από τα ιδιαίτερα γνωστά ή από αυτά που μαγειρεύουν συχνά. Παραμένει, όμως, δημοφιλής και αξεπέραστη η φράση… «Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω».

 

Βραστογαλιά ή βραστόγαλο

Αυτό και αν έχει συνδεθεί με τα παιδικά χρόνια στο χωριό, το καλοκαίρι, αφού ήταν το πρωινό για πολλά παιδιά. Αλλά και για τους μεγάλους, πριν φύγουν για τα χωράφια. Η βραστογαλιά είναι βρασμένο κατσικίσιο γάλα (ή πρόβειο) με αλάτι, το οποίο έριχνες σε μια γαβάθα και έτριβες σε αυτό μπόλικο ζυμωτό ψωμί.

 

Ψωμοκεφτέδες

Η μαγειρική θέλει φαντασία. Και ακόμα και τις εποχές που δεν υπήρχαν λεφτά για πολλά υλικά, ακόμα και με τα λιγοστά που είχαν στην κουζίνα τους, οι νοικοκυρές δημιουργούσαν. Και μία από αυτές τις δημιουργίες ήταν και οι ψωμοκεφτέδες, που σήμερα τους φτιάχνουν όσες έχουν τη συνταγή της γιαγιάς. Περί τίνος πρόκειται; Για κεφτέδες μπαγιάτικου ψωμιού με τυριά που είχαν στη διάθεσή τους. Τους έπλαθαν και κατόπιν τους τηγάνιζαν και ήταν νοστιμότατοι.

 

Σταρόζουμο

Παλαιότερα, που έφτιαχναν τους δίσκους με τα κόλλυβα για το νεκρό στα σπίτια, το σταρόζουμο έκανε… θραύση. Το στάρι που πάντα περίσσευε, το έπαιρναν και το έβραζαν ξανά μέχρι να γίνει μία πηχτή σούπα. Μετά το έβαζαν σε γαβάθες και πρόσθεταν ζάχαρη, λίγη κανέλλα (αν ήθελαν) και 2 με 3 κουταλιές της σούπας κόκκινο κρασί. Αυτή η εκδοχή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στην Πελοπόννησο, ενώ σήμερα αρκετοί το φτιάχνουν και τη Μ. Παρασκευή. Απλά, δεν είναι τόσο δημοφιλές όσο παλαιότερα.

 

Πηγή: newsbeast.gr 

Φωτογραφία:  cantina.protothema.gr

Λαδένια Μυκόνου

Λαδένια Μυκόνου





ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ

750 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις

4 κ.σ. ελαιόλαδο

1 φακελάκι μαγιά στιγμής

1/2 κ.γ. ζάχαρη

1 κ.γ. αλάτι

περίπου 1½ ποτήρι χλιαρό

3 ντομάτες ώριμες

3 ξερά κρεμμύδια

1 κ.σ. κάπαρη

1/4 φλ. ελαιόλαδο

1 κ.γ. ρίγανη

αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι


ΟΔΗΓΙΕΣ

-Κοσκινίζουμε το αλεύρι σε λεκανίτσα.

-Πασπαλίζουμε τη μαγιά και τη ζάχαρη.

-Προσθέτουμε το ελαιόλαδο και τρίβουμε, ψιχουλιάζουμε, το αλεύρι με τα υπόλοιπα υλικά με τα δάχτυλα.

-Λίγο λίγο προσθέτουμε το νερό, λίγη ρίγανη και το αλάτι και ζυμώνουμε μέχρι να έχουμε μια ζύμη ομοιόμορφη που δεν κολλάει στα χέρια.

-Λαδώνουμε ελαφρά ένα μπολ. Βάζουμε μέσα τη ζύμη.

-Σκεπάζουμε το μπολ καλά με μεμβράνη ή νωπό, καθαρό, βαμβακερό πανί και την αφήνουμε να διπλασιαστεί σε όγκο και να φουσκώσει για περίπου 45΄ έως 1 ώρα.

-Στο μεταξύ αφαιρούμε τους σπόρους και τα υγρά από τις ντομάτες και τις κόβουμε σε φέτες.

Κόβουμε και τα κρεμμύδια σε φέτες.

-Μόλις διπλασιαστεί σε όγκο η ζύμη λαδώνουμε ρηχό ταψί για πίτα ή το ταψί του φούρνου.

-Με τα δάχτυλα απλώνουμε τη ζύμη μέχρι να πιάσει περίπου όλη την επιφάνεια του ταψιού.

-Βάζουμε επάνω τα ψιλοκομμένα λαχανικά, ντομάτες, κρεμμύδι, και την κάπαρη.

-Πασπαλίζουμε με τη ρίγανη και αλατοπιπερώνουμε.

-Περιχύνουμε με το ελαιόλαδο και ψήνουμε στους 170°C στις αντιστάσεις, στην τελευταία σχάρα του φούρνου, για 50΄ και μέχρι να ροδίσει η λαδένια.

Πηγή : missbloom.gr

Η ιστορία της Νίκαιας

Η ιστορία της Νίκαιας

 

 

Η Νίκαια Αττικής, γνωστή παλαιότερα ως Κοκκινιά, είναι μια πόλη με βαθιά ιστορία, άρρηκτα συνδεδεμένη με τον προσφυγικό ελληνισμό και την Εθνική Αντίσταση.

 

Η ίδρυση της Κοκκινιάς

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες από τη Σμύρνη, τον Πόντο, την Κωνσταντινούπολη και άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η τότε ακατοίκητη έκταση ονομάστηκε Κοκκινιά, πιθανότατα από το κοκκινωπό χρώμα του εδάφους.

 

Οι πρώτοι κάτοικοι έζησαν σε σκηνές και πρόχειρα παραπήγματα, ώσπου άρχισαν να χτίζονται οι γνωστές προσφυγικές κατοικίες. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, δημιούργησαν μια ζωντανή κοινότητα με έντονη πολιτιστική και κοινωνική ζωή.

 

Η Κατοχή και το Μπλόκο της Κοκκινιάς

Η πιο δραματική στιγμή στην ιστορία της πόλης ήταν το Μπλόκο της Κοκκινιάς, στις 17 Αυγούστου 1944. Γερμανικά στρατεύματα κατοχής, μαζί με συνεργάτες τους, περικύκλωσαν την πόλη. Πολλοί κάτοικοι συνελήφθησαν, βασανίστηκαν ή εκτελέστηκαν, ενώ εκατοντάδες οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το γεγονός αυτό αποτελεί μία από τις πιο τραγικές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

 

Από την Κοκκινιά στη Νίκαια

Το 1940 ο δήμος μετονομάστηκε επίσημα σε Νίκαια, προς τιμήν της ιστορικής πόλης της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία, από όπου κατάγονταν πολλοί πρόσφυγες.

 

Η Νίκαια σήμερα

Σήμερα η Νίκαια είναι ένας μεγάλος δήμος του Πειραιά. Διατηρεί έντονα τα προσφυγικά της στοιχεία μέσα από:

  • το Μνημείο του Μπλόκου της Κοκκινιάς,
  • τις παλιές προσφυγικές γειτονιές,
  • πολιτιστικούς συλλόγους που κρατούν ζωντανές τις μικρασιατικές παραδόσεις,
  • τις εκδηλώσεις μνήμης που πραγματοποιούνται κάθε Αύγουστο.

Η ιστορία της Νίκαιας είναι μια ιστορία προσφυγιάς, αγώνα, αλληλεγγύης και αναγέννησης. Οι κάτοικοί της κατάφεραν να μετατρέψουν έναν άγονο τόπο σε μια από τις σημαντικότερες εργατικές και προσφυγικές πόλεις της Ελλάδας.

 

Όταν δημιουργήθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός της Κοκκινιάς μετά το 1922, οι δρόμοι και οι πλατείες δεν πήραν τυχαία ονόματα. Οι περισσότεροι ονομάστηκαν προς τιμήν των αλησμόνητων πατρίδων των προσφύγων, ώστε να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη των τόπων που άφησαν πίσω τους.

 

Έτσι συναντάμε δρόμους όπως:

  • Σμύρνης
  • Προύσης
  • Κυζίκου
  • Φιλαδελφείας
  • Καισαρείας
  • Περγάμου
  • Κιλικίας
  • Εφέσου
  • Πόντου
  • Βιθυνίας

 

Οι πλατείες επίσης συνδέθηκαν με την ιστορία και τη ζωή των κατοίκων.

 

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι:

  • Πλατεία Δαβάκη, που πήρε το όνομά της προς τιμήν του ήρωα του ελληνοϊταλικού πολέμου, συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη.
  • Πλατεία Οσίας Ξένης, η οποία έγινε παγκοσμίως γνωστή από το Μπλόκο της Κοκκινιάς στις 17 Αυγούστου 1944. Σήμερα ονομάζεται και Πλατεία 17ης Αυγούστου 1944, για να τιμά τη θυσία των κατοίκων.

 

Η επιλογή των ονομάτων δεν ήταν απλώς διοικητική. Ήταν ένας τρόπος ώστε οι πρόσφυγες να νιώθουν ότι ένα κομμάτι της Σμύρνης, της Προύσας, της Καισάρειας και των άλλων χαμένων πατρίδων συνέχιζε να ζει στη νέα τους πόλη.

 

Όταν άρχισε να δημιουργείται η Κοκκινιά μετά το 1922, οι χιλιάδες πρόσφυγες δεν εγκαταστάθηκαν τυχαία. Η περιοχή χωρίστηκε σε συνοικίες (τομείς), ώστε να οργανωθεί καλύτερα η στέγαση.

 

Πολλές φορές οι άνθρωποι από την ίδια πατρίδα εγκαθίσταντο κοντά ο ένας στον άλλον. Έτσι δημιουργήθηκαν γειτονιές με έντονο τοπικό χαρακτήρα:

 

  • Μικρασιάτες από τη Σμύρνη.
  • Πρόσφυγες από την Προύσα και τη Βιθυνία.
  • Πόντιοι από τις περιοχές του Πόντου.
  • Κάτοικοι από την Καππαδοκία και την Καισάρεια.
  • Πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη.

 

Αυτό βοήθησε τους ανθρώπους να στηρίζουν ο ένας τον άλλον, να διατηρήσουν τα έθιμα, τη διάλεκτο, τη μουσική και τις συνταγές των πατρίδων τους.

 

Με τα χρόνια δημιουργήθηκαν οι γνωστές γειτονιές της Νίκαιας, όπως τα Αρμένικα, τα Προσφυγικά, η Νεάπολη, τα Κηπόπολη και άλλες, καθεμία με τη δική της ιστορία.

 

Η Κοκκινιά έγινε γρήγορα μια από τις μεγαλύτερες εργατικές συνοικίες της Ελλάδας. Οι περισσότεροι κάτοικοι εργάζονταν στα εργοστάσια του Πειραιά, στα λιμάνια ή ως τεχνίτες. Παρά τις δυσκολίες, ίδρυσαν σχολεία, εκκλησίες, αθλητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους, δίνοντας ζωή στη νέα τους πόλη.

Μάλιστα, πολλοί παλιοί Νικαιώτες ακόμη και σήμερα δεν λένε «πάω στη Νίκαια», αλλά «πάω στην Κοκκινιά», γιατί το όνομα αυτό παραμένει βαθιά δεμένο με την ιστορία και την ταυτότητα της πόλης.

 

Πριν από περίπου 100 χρόνια, η Κοκκινιά ήταν εντελώς διαφορετική από τη σημερινή Νίκαια.

Όταν έφτασαν οι πρόσφυγες το 1922-1923, η περιοχή ήταν σχεδόν άδεια, με χωράφια, λίγα δέντρα και κόκκινο χώμα. Δεν υπήρχαν ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, αποχέτευση ή ηλεκτρικό ρεύμα.

 

Οι πρώτες γειτονιές αποτελούνταν από σκηνές και παράγκες από ξύλα, τσίγκους και πανιά. Αργότερα χτίστηκαν μικρά προσφυγικά σπίτια, συνήθως ενός δωματίου με μικρή αυλή. Οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και τον χειμώνα γέμιζαν λάσπες.

 

Η ζωή ήταν δύσκολη. Οι οικογένειες συχνά ζούσαν πολλές μαζί στο ίδιο σπίτι. Το νερό το έπαιρναν από κοινόχρηστες βρύσες. Οι γυναίκες έπλεναν τα ρούχα στις αυλές ή στις δημόσιες βρύσες. Τα παιδιά έπαιζαν στους χωματόδρομους, ενώ οι γείτονες άφηναν συχνά τις πόρτες ανοιχτές και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον.

 

Παρά τη φτώχεια, η Κοκκινιά είχε έντονη ζωή. Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους τις παραδόσεις τους. Μαγείρευαν μικρασιάτικες συνταγές. Τραγουδούσαν σμυρναίικα και παραδοσιακά τραγούδια. Δημιούργησαν συλλόγους, σχολεία και εκκλησίες. Οι μικρές αγορές και τα καφενεία έγιναν γρήγορα τόποι συνάντησης.

 

Σιγά σιγά, τη δεκαετία του 1930, οι παράγκες αντικαταστάθηκαν από πιο σταθερές κατοικίες, άνοιξαν καταστήματα και η Κοκκινιά μετατράπηκε σε μια ζωντανή εργατική πόλη.

 

Το εντυπωσιακό είναι ότι σε αρκετές γειτονιές της Νίκαιας σώζονται ακόμη μερικά από τα προσφυγικά σπίτια εκείνης της εποχής. Αποτελούν ζωντανά μνημεία της ιστορίας των ανθρώπων που, έχοντας χάσει τις πατρίδες τους, κατάφεραν να χτίσουν μια νέα ζωή από το μηδέν.

Top of Form

 

Οι σημαντικότεροι ναοί είναι:

  • Ιερός Καθεδρικός Ναός Αγίου Νικολάου – Ο μητροπολιτικός ναός της πόλης και έδρα της Μητρόπολης Νικαίας.
  • Ιερός Ναός Οσίας Ξένης – Ένας από τους πιο αγαπητούς ναούς της Νίκαιας, δίπλα στην ιστορική πλατεία Οσίας Ξένης.
  • Ιερός Ναός Αγίας Τριάδας – Από τις μεγαλύτερες ενορίες της πόλης.
  • Ιερός Ναός Γενεσίου της Θεοτόκου (Παναγίτσα Περιβολάκι) – Ιστορικός ναός, συνδεδεμένος με τις πρώτες προσφυγικές οικογένειες.
  • Ιερός Ναός Αγίων Ελισάβετ και Φιλίππου – Ένα ιδιαίτερο εκκλησάκι στον λόφο της Δεξαμενής. Είναι αφιερωμένο στους Αγίους Ελισάβετ και Φίλιππο και συνδέεται με την επίσκεψη της βασίλισσας Ελισάβετ και του πρίγκιπα Φιλίππου στην Ελλάδα.
  • Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου
  • Ιερός Ναός Αγίου Χριστοφόρου
  • Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

 

Ένα ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο είναι ότι οι πρώτοι πρόσφυγες της Κοκκινιάς δεν είχαν μεγάλους ναούς. Οι πρώτες λειτουργίες γίνονταν σε πρόχειρα παραπήγματα και μικρά ξύλινα εκκλησάκια. Με τον κόπο των ίδιων των κατοίκων άρχισαν σταδιακά να χτίζονται οι σημερινοί ναοί, που έγιναν όχι μόνο χώροι λατρείας αλλά και κέντρα αλληλεγγύης για τις προσφυγικές οικογένειες.

 

Η Παναγίτσα στο Περιβολάκι είναι από τους πιο αγαπημένους και ιστορικούς ναούς της Νίκαιας. Η ιστορία της είναι άρρηκτα δεμένη με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας.

Το 1922, οι πρόσφυγες από τα Μούγλα της Μικράς Ασίας έφτασαν στην Κοκκινιά έχοντας μαζί τους το πολυτιμότερο κειμήλιό τους: τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, οι γυναίκες έκρυψαν την εικόνα στα ρούχα τους για να τη σώσουν κατά τον ξεριζωμό.

 

Στην αρχή δεν υπήρχε κανονική εκκλησία. Το 1932 οι πρόσφυγες έχτισαν ένα μικρό ξύλινο εκκλησάκι, μια απλή παράγκα, ακριβώς στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα ο ναός. Εκεί τοποθέτησαν την εικόνα της Παναγίας και από τότε ο χώρος έγινε το πνευματικό κέντρο της γειτονιάς.

 

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, παρά τις τεράστιες δυσκολίες, οι κάτοικοι κατάφεραν να αντικαταστήσουν το ξύλινο εκκλησάκι με έναν πιο γερό ναό. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1958, άρχισε η ανέγερση του μεγάλου ναού που βλέπουμε σήμερα, χάρη στις προσφορές και την προσωπική εργασία των ενοριτών.

 

Οι παλιοί Νικαιώτες την αποκαλούν τρυφερά «Παναγίτσα», παρόλο που είναι ένας μεγάλος και επιβλητικός ναός. Το υποκοριστικό εκφράζει την ιδιαίτερη αγάπη των κατοίκων προς την Παναγία, που τους συντρόφευσε στον ξεριζωμό και τους έδωσε δύναμη να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.

 

Κάθε χρόνο, στις 8 Σεπτεμβρίου, εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η Παναγίτσα πανηγυρίζει με μεγάλη λαμπρότητα και πραγματοποιείται λιτάνευση της ιερής εικόνας στους δρόμους της Νίκαιας.

 

Η Παναγίτσα δεν είναι μόνο ένας ναός· για πολλές οικογένειες της Νίκαιας αποτελεί σύμβολο της μνήμης, της πίστης και της ελπίδας που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες από τις αλησμόνητες πατρίδες.

 

Ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου είναι ο παλαιότερος ναός της Νίκαιας και η ιστορία του είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη γέννηση της πόλης.

Το 1922, όταν εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά οι πρώτοι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, δεν υπήρχε εκκλησία. Ο Νικόλαος Πλαστήρας παραχώρησε στους πρόσφυγες ένα στρατιωτικό αντίσκηνο, το οποίο στήθηκε στην ανατολική πλευρά της σημερινής πλατείας Αγίου Νικολάου και χρησιμοποιήθηκε ως ο πρώτος χώρος λατρείας.

Το 1923 έγινε η θεμελίωση του ναού από τον Αρχιερατικό Επίτροπο Σεβαστείας Γερβάσιο. Η ανέγερση πραγματοποιήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου χάρη στις προσφορές, την προσωπική εργασία και τις θυσίες των προσφύγων, που, παρά τη φτώχεια τους, ήθελαν να αποκτήσουν τον δικό τους ναό.

Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1928-1929 και ο ναός εγκαινιάστηκε το 1930 από τον Μητροπολίτη Σεβαστείας Γερβάσιο.

 

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του ναού είναι το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο από ξύλο καρυδιάς. Είναι έργο λαϊκής τέχνης και φέρει σκαλιστές παραστάσεις με αμπέλια, πουλιά και τη βιβλική σκηνή του Κάιν και του Άβελ. Οι αγιογραφίες προστέθηκαν αργότερα από τους αδελφούς Σούτσους, υπό την επίβλεψη του σημαντικού βυζαντινολόγου Αναστασίου Ορλάνδου.

 

Ο ναός είναι τρισυπόστατος και είναι αφιερωμένος:

  • στον Άγιο Νικόλαο,
  • στους 318 Θεοφόρους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου,
  • και στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Ο πρώτος εφημέριος του ναού ήταν ο πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Παπαδόπουλος, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην ανέγερσή του. Στον περίβολο του ναού βρίσκεται και ο τάφος του πρώτου Μητροπολίτη Νικαίας, Γεωργίου Παυλίδη.

Για τους παλιούς κατοίκους της Κοκκινιάς, ο Άγιος Νικόλαος δεν ήταν απλώς μια εκκλησία. Ήταν το πρώτο σημείο όπου συγκεντρώνονταν οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες για να προσευχηθούν, να πάρουν κουράγιο και να αρχίσουν τη νέα τους ζωή. Έτσι έγινε ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της ιστορίας και της ταυτότητας της Νίκαιας.

 

Η Νίκαια είναι μια πόλη με μεγάλη και ξεχωριστή ιστορία. Δημιουργήθηκε από ανθρώπους που ήρθαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και κατάφεραν, μέσα από πολλές δυσκολίες, να δημιουργήσουν μια νέα ζωή.

 

Οι δρόμοι, οι πλατείες, οι εκκλησίες και οι γειτονιές της κρατούν ακόμη ζωντανές τις μνήμες εκείνων των ανθρώπων και των πατρίδων που άφησαν πίσω τους. Η ίστορία της Νίκαιας είναι μια ιστορία προσφυγιάς, αγώνα, δημιουργίας και ελπίδας.

 

Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό: ότι μια πόλη που γεννήθηκε μέσα από τον ξεριζωμό κατάφερε να γίνει μια ζωντανή πατρίδα για τις επόμενες γενιές.

 

Πηγή: ΑΙ

Η παράδοση του τρύγου σε προορισμούς της Ελλάδας

Η παράδοση του τρύγου σε προορισμούς της Ελλάδας

 


O σπουδαίος κύκλος του τρύγου, ο οποίος συνδέεται με έθιμα, παραδόσεις και άπλετη νοστιμιά.

 

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος» έλεγαν οι παλιοί αμπελουργοί, περιγράφοντας με ακρίβεια τη σημασία αλλά και τον έντονο ρυθμό του τρύγου, μιας από τις πιο απαιτητικές γεωργικές εργασίες.

 

Ο τρύγος, ωστόσο, δεν υπήρξε ποτέ μια απλή αγροτική δουλειά. Είχε χαρακτήρα τελετουργικό, με δικά του έθιμα και κανόνες. Στις 6 Αυγούστου, ανήμερα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, οι πρώτες ώριμες ρώγες των σταφυλιών προσφέρονταν στην εκκλησία ως ευλογία και ευχή για καλή σοδειά. Την πρώτη μέρα του τρύγου γινόταν αγιασμός στο αμπέλι και σε ορισμένες περιοχές διατηρούνταν η συνήθεια να αφήνεται ένα μικρό τμήμα ατρύγητο, ως προσφορά στον Θεό, ένας «εθελοντικός φόρος» ευγνωμοσύνης. Στη διάρκεια του τρύγου δεν έλειπαν τα μικρά γλέντια, με έξοδα του ιδιοκτήτη του αμπελιού, τα οποία συχνά κατέληγαν στα πατητήρια. Εκεί, μαζί με το πάτημα των σταφυλιών, ξεχείλιζαν και το κέφι, το τραγούδι, ο χορός και οι πρώτες γευσιγνωσίες του νέου κρασιού.

 

Η συγκομιδή ήταν υπόθεση συλλογική, στηριγμένη στην αλληλεγγύη και στον ρυθμό της φύσης. Από το πρώτο φως της ημέρας, μικροί και μεγάλοι συγκεντρώνονταν στο αμπέλι, δούλευαν, τραγουδούσαν και πείραζαν ο ένας τον άλλον. Οι γυναίκες και οι νεότεροι έκοβαν με προσοχή τα τσαμπιά και τα τοποθετούσαν στα τρυγοκόφινα, ενώ οι πιο δυνατοί τα μετέφεραν, αρχικά με ζώα και αργότερα με αγροτικά οχήματα. Η πρώτη δοκιμή του νέου κρασιού γινόταν παραδοσιακά γύρω στις 26 Οκτωβρίου, του Αγίου Δημητρίου, ή στις 3 Νοεμβρίου, του Αγίου Γεωργίου του Μεθυστή.

 

Σεπτέμβρης και Αρχιχρονιά σε περιοχές της Ελλάδας

 

Ο Σεπτέμβριος, γνωστός και ως Τρυγομηνάς ή Τρυγητής, οφείλει το όνομά του στο λατινικό septem (= επτά), καθώς υπήρξε ο έβδομος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου. Στη λαϊκή παράδοση φέρει κι άλλα ονόματα, όπως Σταυριάτης, Πετμεζάς, Χινόπωρος ή Ορτυκολόγος, ανάλογα με τα φυσικά και αγροτικά φαινόμενα της εποχής. Στη Βυζαντινή περίοδο θεωρούνταν ο πρώτος μήνας του επίσημου έτους, γι’ αυτό και η 1η Σεπτεμβρίου ονομαζόταν σε πολλές περιοχές «Αρχιχρονιά», ημέρα που σηματοδοτούσε την έναρξη των αγροτικών εργασιών. Σε νησιωτικά μέρη, όπως η Κως, την παραμονή της Αρχιχρονιάς, στις 31 Αυγούστου, οι κάτοικοι τίμησαν την έλευση του νέου γεωργικού έτους με έναν ιδιαίτερο τρόπο: άφηναν κάτω από τα αστέρια καρπούς της γης, καρπούζια, ρόδια, σκόρδα, κυδώνια και τσαμπιά σταφυλιών. Το επόμενο πρωί γυναίκες και παιδιά τα μετέφεραν στη θάλασσα, βουτούσαν στα νερά και, μέσα από αυτήν την τελετουργία, καλωσόριζαν τη νέα χρονιά με αίσθηση ευλογίας και κάθαρσης.

 

Στη Ρόδο, η ίδια μέρα συνοδευόταν από άλλο ξεχωριστό έθιμο: στα μεσιά, τα κεντρικά δοκάρια των σπιτιών, κρεμούσαν σακουλάκια γεμάτα στάχυα και σιτάρι, στολισμένα με καρύδια, κρεμμύδια, σκόρδα και σταφύλια, ως φόρο τιμής στη γη και στους καρπούς της.

 

Στη Μακεδονία, η έναρξη του τρύγου συνοδευόταν από μια πράξη τιμής προς τους εργάτες. Οι νοικοκυρές τους προσέφεραν «μάλλινες μισάλες», χειροποίητα υφαντά, αναγνώριση του μόχθου και της συμβολής τους στη συγκομιδή.

 

Στον πυρήνα όλων αυτών βρίσκεται η έννοια της «απαρχής», ενός πανάρχαιου εθίμου προσφοράς των πρώτων καρπών στους θεούς. Με τη διάδοση του χριστιανισμού, η πρακτική αυτή πήρε νέα μορφή: τον 19ο αιώνα, όπως καταγράφουν εφημερίδες της εποχής, στις 6 Αυγούστου, ημέρα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, οι ιερείς ευλογούσαν στους ναούς τα πρώτα σταφύλια της χρονιάς. Οι πιστοί λάμβαναν μικρά τσαμπιά, για να συμμετάσχουν στη χάρη και την ευλογία. Κανείς δεν δοκίμαζε σταφύλι πριν την ευλογία-θεωρείτο κακή τύχη και ανυπακοή.

 

Τα αρχαία μας αμπέλια: Ένα ταξίδι στο χρόνο, στη γη και στο κρασί

Η σχέση του ανθρώπου με το αμπέλι στην Ελλάδα χάνεται στα βάθη της Ιστορίας. Ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. φαίνεται πως οι πρώτοι αμπελουργοί καλλιεργούσαν αμπέλια, ενώ ο Όμηρος μας παραδίδει την αρχαιότερη ποιητική εικόνα του τρύγου: νέοι και νέες μαζεύουν σταφύλια, ένα αγόρι παίζει κιθάρα και όλοι τραγουδούν τον «Λίνο», το παραδοσιακό τραγούδι των αμπελουργών. Ο τρύγος υπήρξε πάντοτε γιορτή, με βαθιές ρίζες και έντονο συμβολισμό, από τις διονυσιακές τελετές της αρχαιότητας έως τις αγροτικές παραδόσεις των ελληνικών χωριών.

 

Στην ελληνική μυθολογία, ο τρύγος συνδέεται με τη μορφή του Άμπελου, γιου ενός σάτυρου και μιας νύμφης, προστατευόμενου του Διονύσου. Όταν σκοτώθηκε πέφτοντας από το άλογό του, ο θεός τον μεταμόρφωσε σε κλήμα, ώστε να μείνει αθάνατος μέσα από τον καρπό του. Σε άλλη παράδοση, ο βοσκός Στάφυλος ανακάλυψε τον καρπό και τον πρόσφερε στον βασιλιά Οινέα, απ’ όπου προέρχεται και το όνομα οίνος. Ο Οκτώβριος, μήνας του τρύγου και της σοδειάς, παραμένει μέχρι σήμερα αφιερωμένος στους θησαυρούς της γης. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας διοργανώνονται φεστιβάλ τρύγου με παραδοσιακά τραγούδια, χορούς, γλέντια και άφθονο κρασί. Για όσους αγαπούν την τοπική παράδοση και αναζητούν αυθεντικές εμπειρίες, αυτή η εποχή αποτελεί την ιδανική ευκαιρία να γευτούν την ψυχή του ελληνικού φθινοπώρου.

 

Μερικές παραδοσιακές γιορτές ανά την Ελλάδα

 

Γιορτή της Γης, Άγιος Πέτρος Αρκαδίας

Στον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας, ένα παραδοσιακό χωριό της Αρκαδίας στους πρόποδες του Πάρνωνα, πραγματοποιείται κάθε φθινόπωρο, συνήθως στο τέλος Οκτωβρίου, η Γιορτή της Γης, μια καθιερωμένη εκδήλωση που έχει συνδεθεί με την τοπική ταυτότητα. Η γιορτή αναδεικνύει τα προϊόντα της αρκαδικής γης και φέρνει στο προσκήνιο την αγροτική παράδοση σε αρμονία με τη φυσική ομορφιά του τόπου.

Οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν τοπικές γεύσεις, με προϊόντα όπως κάστανα, καρύδια και άλλα καλούδια του φθινοπώρου, να παρακολουθήσουν παραδοσιακούς χορούς και μουσικές και να συμμετάσχουν σε δράσεις που συνδέουν τον άνθρωπο με το φυσικό περιβάλλον. Η Γιορτή της Γης αποτελεί μια αυθεντική εμπειρία που τιμά τον κύκλο της φύσης και προσκαλεί τον ταξιδιώτη να γνωρίσει την Κυνουρία μέσα από τις γεύσεις, τα ήθη και τη φιλοξενία των κατοίκων της.

 

Ρακοκάζανα, Κρήτη

Στην Κρήτη, ο Οκτώβριος και ο Νοέμβριος είναι οι μήνες των ρακοκάζανων, της παραδοσιακής διαδικασίας απόσταξης της τσικουδιάς. Η συνήθεια αυτή, βαθιά ριζωμένη στον χρόνο, έχει εξελιχθεί σε κοινωνικό και πολιτιστικό γεγονός που φέρνει κοντά ντόπιους και επισκέπτες γύρω από το καζάνι, με συνοδεία μουσικής, χορών και πλούσιων εδεσμάτων. Στα χωριά των Χανίων και του Ρεθύμνου, η απόσταξη μετατρέπεται σε γιορτή με τοπικά εδέσματα, όπως απάκι και καλτσούνια, καλό κρασί και φυσικά άφθονη ρακή, όλα σε ατμόσφαιρα γνήσιου κρητικού γλεντιού. Η εμπειρία συνδυάζει γεύση, μουσική και παράδοση, αποτυπώνοντας με μοναδικό τρόπο την ταυτότητα του νησιού.

 

Γιορτή Τσίπουρου, Τύρναβος Θεσσαλίας

Ο Τύρναβος είναι συνώνυμος με το τσίπουρο και κάθε Νοέμβριο φιλοξενεί τη Γιορτή Τσίπουρου, μια εκδήλωση που αναδεικνύει την παράδοση της απόσταξης και την αγάπη των κατοίκων για το ντόπιο απόσταγμα. Οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν τσίπουρο απευθείας από τους παραγωγούς, να παρακολουθήσουν τη διαδικασία της απόσταξης και να απολαύσουν τοπικούς μεζέδες, όπως λουκάνικα, τυριά και άλλα παραδοσιακά εδέσματα. Η γιορτή συνοδεύεται από μουσική, χορούς και τη χαρακτηριστική θεσσαλική φιλοξενία, προσφέροντας μια αυθεντική εμπειρία γνωριμίας με τον πλούτο και την κουλτούρα του τόπου.

 

Τρύγος και Βεντέμα, Σαντορίνη

Ο τρύγος στη Σαντορίνη, γνωστός ως Βεντέμα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του νησιού. Η διαδικασία περιλαμβάνει την παραγωγή του παραδοσιακού Vinsanto, από σταφύλια που λιάζονται στον ήλιο πριν πατηθούν, και ολοκληρώνεται με γιορτές και γλέντια που διατηρούν ζωντανό το τοπικό έθιμο. Στη σύγχρονη εποχή, η Βεντέμα γιορτάζεται με οργανωμένες εκδηλώσεις και φεστιβάλ, που αναδεικνύουν την παράδοση και προσφέρουν στον επισκέπτη μια μοναδική εμπειρία.

 

Ήξερες ότι...

  1. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το σταφύλι σύμβολο γονιμότητας και το πρόσφεραν σε γάμους και γιορτές για καλή σοδειά.
  2. Πριν από κάθε θυσία, οι πρώτες σταγόνες κρασιού χύνονταν στο έδαφος, αφιερωμένες στους θεούς. Ήταν πράξη ευσέβειας αλλά και υπενθύμιση ότι το κρασί είχε ιερή διάσταση.
  3. Ο Ιπποκράτης συνιστούσε το κρασί για την πέψη, τον ύπνο και τον καθαρισμό των πληγών.
  4. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι η μέθη του κρασιού μπορούσε να «αποκαλύψει» τις αλήθειες της ψυχής - γι’ αυτό και οι συμποσιακές συζητήσεις θεωρούνταν τόσο σημαντικές.
  5. Στα συμπόσια, όταν το ποτήρι άδειαζε, οι συνδαιτυμόνες πετούσαν τις τελευταίες σταγόνες κρασί με στόχο μικρά αγγεία ή πιάτα. Το παιχνίδι αυτό, γνωστό ως κότταβος, συνοδευόταν από ζητωκραυγές και πειράγματα για τον έρωτα.
  6. Οι Αθηναίοι έπιναν συχνά από κύλικες - πλατιά, ρηχά αγγεία με λεπτές λαβές. Στον πάτο τους οι αγγειογράφοι ζωγράφιζαν σκωπτικές μορφές ή αστείες σκηνές που φαίνονταν μόνο όταν άδειαζε το ποτήρι.
  7. Κατά τον Μεσαίωνα, τα μοναστήρια ήταν τα κύρια κέντρα παραγωγής πετιμεζιού και κρασιού, κρατώντας ζωντανές τεχνικές που αλλιώς ίσως είχαν χαθεί.
  8. Ο τρύγος δεν ήταν ποτέ αγγαρεία· σε χωριά της Ρούμελης άφηναν μερικά σταφύλια στο αμπέλι «για τα πνεύματα της σοδειάς».
  9. Στη Θράκη υπήρχε η συνήθεια να κρεμάνε κλήματα στα μπαλκόνια για καλή σοδειά και προστασία από τα κακά πνεύματα. Στη Νεμέα, η παράδοση του τρύγου περιλαμβάνει μέχρι σήμερα μαντινάδες και τραγούδια, που θυμίζουν παλιές διονυσιακές τελετές.
  10. Σε ορισμένα χωριά, οι νοικοκυρές έριχναν τον πρώτο μούστο στο κατώφλι του σπιτιού, «για να είναι γλυκιά η χρονιά».
  11. Ο μούστος χρησιμοποιήθηκε ιστορικά και για βαφή υφασμάτων, δίνοντας κόκκινες αποχρώσεις σε ρούχα και κουρτίνες, καθώς για τη συντήρηση φρούτων ή ξηρών καρπών, όπως καρύδια και αμύγδαλα.
  12. Το πετιμέζι ήταν τόσο πολύτιμο που ταξιδιώτες του 19ου αιώνα το έπαιρναν μαζί τους για να γλυκαίνουν τα ροφήματά τους σε μακρινά ταξίδια.

 

 

 

 

Πηγή: travel.gr

cookout.skai.gr