...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Έχετε προλάβει το ποδόμακτρο; Το σίδερο δίπλα από τις παλιές πόρτες

Έχετε προλάβει το ποδόμακτρο; Το σίδερο δίπλα από τις παλιές πόρτες

 


Ποδόμακτρο: Τα vintage αντικείμενα έχουν μία ιδιαίτερη γοητεία. Έχετε προλάβει το σίδερο που τοποθετούσαν παλιά δίπλα από τις πόρτες των σπιτιών; Ήταν ένα ορθογώνιο σίδερο με πολύ συγκεκριμένη χρήση που σήμερα το βλέπουμε σε αναπαλαιωμένα σπίτια ως δείγμα παλιάς αρχιτεκτονικής ή διακόσμησης.

 

Τι είναι το ποδόμακτρο

Εκείνα τα χρόνια, ο δρόμος δεν ήταν ασφαλτοστρωμένος όπως σήμερα. Ακόμα και στις πόλεις, οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες τα παπούτσια γέμιζαν λάσπες. Έτσι, ερχόμενοι απ’ έξω οι ιδιοκτήτες ή οι καλεσμένοι των σπιτιών σκούπιζαν τα παπούτσια τους στο μεταλλικό αυτό σίδερο. Το ποδόμακτρο ήταν συνήθως τοποθετημένο ακριβώς δίπλα από την κύρια είσοδο του σπιτιού και είχε ορθογώνιο σχήμα και διάφορα σχέδια.

 

Μάλιστα, τα αρχοντικά σπίτια είχαν πάντα ένα πιο περίτεχνο σχέδιο στο σίδερο αυτό, το οποίο ήταν πάντα καθαρό και καλοδιατηρημένο. Αντιθέτως, στις πιο φτωχές συνοικίες το ποδόμακτρο ήταν συνήθως σκουριασμένο και λασπωμένο και το σχέδιό του περιοριζόταν σε ένα απλό σίδερο που εξυπηρετούσε στο να διώχνεις τις λάσπες από τα παπούτσια σου.

 

Η χρήση του

Η λέξη ποδόμακτρο προέρχεται από το πόδι και το μάκτρον, όπου μάκτρον είναι ένα αντικείμενο που μας βοηθά να σκουπιστούμε. Το ποδόμακτρο είναι μία παλιά κατασκευή στις εξώπορτες των σπιτιών με πολύ συγκεκριμένη χρήση που ήταν απαραίτητο για τα σπίτια της εποχής εκείνης. Εκτός από τη λέξη αυτή, γνωστό ήταν και ως ”ξελασπωτήρας εξώπορτας” , πράγμα που καθιστά τη χρήση του πιο κατανοητή σε όλους μας. Ήταν κάτι το απαραίτητο για τους χωμάτινους δρόμους της εποχής που εξυπηρετούσε πολύ τους ανθρώπους, γι’ αυτό και υπήρχε έξω από κάθε σπίτι.

 

Σήμερα, το ποδόμακτρο μπορεί να μη χρησιμοποιείται αλλά θεωρείται ένα ρετρό διακοσμητικό από άλλη εποχή που σίγουρα θα συναντήσετε σε μοντέρνα σπίτια με vintage πινελιές ή σε αναπαλαιώσεις κτιρίων της δεκαετίας του ’50.

 

Πηγή: click2athens.gr

 

Η Τρυγόνα

Η Τρυγόνα


Πρόκειται για σχετικά βουκολικό κεφάτο σιγανό χορό, απλό στη μορφή του, με το χαρακτηριστικό του αριστερόστροφου, ανήκει δηλαδή στους λίγους ποντιακούς χορούς, που χορεύονται από δεξιά προς τα αριστερά.

Οι κινήσεις του χορού παρουσιάζουν την κίνηση της κρυμμένης τρυγόνας ανάμεσα σε θάμνους και ξερόκλαδα.

Ο ρυθμός του παρουσιάζει δύο μορφές: Παίζεται ως δίσημος (2/4), όπως δηλαδή και το μονό ομάλ, αλλά και γρηγορότερα ως τρίσημος (5/8) όπως το τικ.

Ο χορός τρυγόνα παραδοσιακά ήταν γυναικείος χορός, σήμερα όμως χορεύεται και από άντρες.

Κατά λαογραφική παραλλαγή το κείμενο του συγκεκριμένου τραγουδιού που συνοδεύει το χορό αναφέρεται στη γυναίκα ενός μυξιάρη και οκνηρού άντρα ο οποίος είναι ανίκανος να φέρει ξύλα από το δάσος. Το όνομα που δίνεται στη γυναίκα αυτή στο τραγούδι είναι «Τρυγόνα». Αντί για τον άντρα της ξεκινά η ίδια να πάει στο δάσος, να κόψει και να κουβαλήσει τα ξύλα στο σπίτι.

Βάσει μιας πρώτης εξήγησης το όνομα «Τρυγόνα» ήταν γυναικείο όνομα αρκετά συνηθισμένο στους Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας. Μια άλλη εξήγηση λεει ότι το όνομα της γυναίκας παραπέμπει απευθείας στο πουλί τρυγόνα, που συχνά αναφέρεται στα δημώδη άσματα (τρυγόνι μ' = αγάπη μου), την κίνηση της οποίας ερμηνεύει και ο χορός.

Οι χορευτές της "τρυγόνας" χορεύουν διατηρώντας την ελάχιστη απόσταση κατά πλευρά μεταξύ τους κρατώντας ο ένας την παλάμη του άλλου και έχοντας τους αγκώνες κεκλιμένους κατά 90 μοίρες (σαν κλειστές φτερούγες). Με την έναρξη του χορού στρέφοντας το κεφάλι τελείως αριστερά όλοι μαζί επιχειρούν δύο ρυθμικά βήματα πλάγια αριστερά, στη συνέχεια στρέφοντας το κεφάλι τελείως μπροστά επιχειρούν δύο ρυθμικά επιτόπου βήματα όπου και επαναλαμβάνεται από την αρχή την ίδια κίνηση μετακινούμενος έτσι όλος ο χορός αριστερόστροφα μέχρι να ολοκληρωθεί ο κύκλος και να επανέλθουν οι χορευτές στην αρχική θέση, όπου στο τέλος υψώνουν ενωμένα τα χέρια προς τα πάνω δηλώνοντας το πέταγμα της τρυγόνας.

 

Στίχοι:

(Πριν και μετα απο κάθε στίχο,προηγείται και έπεται, αντίστοιχα,το ρεφραίν: "Η τρυγόνα η κορώνα")

 

Ακεί πέρα σ' ορμανόπον,

έστεκεν κι εποίνεν ξύλα.

Τα ξύλα τ'ς έταν οξέας,

κι άντρας ατ'ς έτον μυξέας.

 

Πορπατεί και πάει ομάλα,

το ορταρόπα τ'ς αρνομάλλα.

Πορπατεί και πάει τίκα

τ' ορταρόπα τ'ς είν' τιφτίκα.

 

Μετάφραση:

Eκεί πέρα στο δασάκι

έστεκε και μάζευε ξύλα

Τα ξύλα της ήταν οξυές

ο άντρας ήταν τεμπέλης.

 

Περπατεί και πάει ίσια

οι κάλτσες της από μαλλί αρνιού.

Περπατεί και πάει στητά

οι κάλτσες της είναι από μαλλί κατσίκας.

Η τρυγόνα με τα πόδια

πάει στο δάσος και μαζεύει φρύγανα.

 

https://www.youtube.com/watch?v=qGYG489mWC8

 

 

Ερμηνευτές: Δημήτρης Καρασαββίδης:

Τραγούδι και Λύρα Γιώργος Σοφιανίδης : Τραγούδι

Video Edited By "Ακουσε με"

 

 

 

Πηγή: wikipedia.org/wiki

Άκουσέ με – yutube.com


Η θάλασσα στην ελληνική παράδοση

Η θάλασσα στην ελληνική παράδοση

 


 

Η θάλασσα είναι από τα πιο βαθιά και διαχρονικά σύμβολα της ελληνικής παράδοσης. Δεν είναι μόνο γεωγραφία ή τρόπος ζωής· είναι μνήμη, μοίρα, ξενιτιά, ελευθερία, φόβος και τραγούδι μαζί. Από την αρχαιότητα μέχρι τα δημοτικά και τα ρεμπέτικα, η ελληνική ψυχή είναι δεμένη με το πέλαγος.

 

Στην αρχαία ελληνική παράδοση η θάλασσα εμφανίζεται παντού στη μυθολογία. Ο Ποσειδώνας κυβερνά τα νερά, τις τρικυμίες και τους σεισμούς. Ο Οδυσσέας περιπλανιέται χρόνια στο πέλαγος στην Οδύσσεια· η θάλασσα γίνεται δοκιμασία, δρόμος επιστροφής και πεπρωμένο. Οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν τη θάλασσα σαν πέρασμα ανάμεσα σε κόσμους: ζωή και θάνατος, πατρίδα και ξενιτιά, άνθρωπος και θεοί. Η ίδια η λέξη «πέλαγος» έχει μια ποιητική βαρύτητα που επιβιώνει μέχρι σήμερα.

 

Στα δημοτικά τραγούδια η θάλασσα είναι συχνά τόπος αποχωρισμού, ξενιτιάς, κινδύνου, αλλά και ελπίδας. Σε πολλά νησιώτικα και παραλογές, ο ναυτικός φεύγει και η γυναίκα περιμένει. Το κύμα γίνεται σύμβολο της αβεβαιότητας. Παράδειγμα είναι το μοτίβο «Της θάλασσας τα κύματα…» που εμφανίζεται σε δεκάδες παραλλαγές τραγουδιών.

 

Η θάλασσα επίσης «μιλά» στα τραγούδια: αγριεύει, θυμώνει, παρηγορεί. Στη λαϊκή φαντασία είναι σχεδόν ζωντανό πλάσμα.

 

Τα νησιώτικα τραγούδια συνδέουν τη θάλασσα με έρωτα, γλέντι, καλοκαίρι, νοσταλγία. Τραγούδια όπως το «Θαλασσάκι μου», «Στης θάλασσας τα κύματα»,  

δείχνουν μια πιο τρυφερή και οικεία σχέση με το νερό.

 

Στο ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι η θάλασσα γίνεται λιμάνι, φυγή και μοναξιά. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μάρκος Βαμβακάρης και άλλοι δημιουργοί έδεσαν το λιμάνι με τον καημό και την εργατιά. Ο Πειραιάς, τα καράβια και οι ναυτικοί έγιναν βασικές εικόνες του ελληνικού τραγουδιού.

 

Στην ελληνική παράδοση η θάλασσα έχει δύο πρόσωπα. Είναι ελευθερία και άνοιγμα, αλλά και απειλή και απώλεια. Γι’ αυτό στα ελληνικά τραγούδια και ποιήματα βλέπουμε συνεχώς ταξίδι επιστροφή, κύμα μνήμη, λιμάνι πατρίδα.

 

Ο Γιώργος Σεφέρης και ο Οδυσσέας Ελύτης χρησιμοποίησαν τη θάλασσα σαν βασικό ποιητικό σύμβολο της ελληνικότητας. Ειδικά στον Άξιον Εστί, το Αιγαίο γίνεται σχεδόν ιερός χώρος.

 

Οι ναυτικοί απέφευγαν «κακές λέξεις» πριν το ταξίδι. Άναβαν καντήλι στον Άγιο Νικόλαο για προστασία. Πίστευαν σε σημάδια του καιρού από τον άνεμο και το χρώμα της θάλασσας. Οι γοργόνες της λαϊκής παράδοσης ρωτούσαν «Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» κι αν ο ναυτικός απαντούσε σωστά, γλίτωνε την τρικυμία.

Η μορφή της Γοργόνας είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραμυθικά σύμβολα της ελληνικής θάλασσας.

 

Τα ναυτικά έθιμα των ελληνικών νησιών είναι ένας ολόκληρος κόσμος από πίστη, φόβο, χαρά και επιβίωση. Σε κοινωνίες όπου η ζωή εξαρτιόταν από το καράβι και τον καιρό, τα έθιμα αυτά είχαν βαθιά σημασία — δεν ήταν απλώς «παραδόσεις», αλλά τρόποι να αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι το άγνωστο της θάλασσας.

 

Ο Άγιος Νικόλαος

Ο Άγιος Νικόλαος είναι ίσως η σημαντικότερη μορφή της ναυτικής παράδοσης στην Ελλάδα. Σχεδόν κάθε νησί έχει εκκλησάκι αφιερωμένο σε αυτόν κοντά σε λιμάνι ή ακρωτήρι. Πριν φύγει καράβι οι ναυτικοί άναβαν κερί, έκαναν τον σταυρό τους, έπαιρναν εικόνα ή φυλαχτό μαζί τους.

 

Σε πολλά νησιά γίνονταν «τάματα». Αν σωθεί το καράβι από κακοκαιρία, ο καπετάνιος θα προσφέρει εικόνα, καντήλι ή ασημένιο καραβάκι στην εκκλησία.

Στις 6 Δεκεμβρίου, γιορτή του Αγίου, πολλά λιμάνια κάνουν ακόμα αγιασμό των νερών και των πλοίων.

 

Το «πρώτο ταξίδι»

Σε νησιά όπως η Σύμη, η Χίος και η Άνδρος, το πρώτο μπάρκο ενός νέου θεωρούνταν μεγάλο πέρασμα στη ζωή. Υπήρχαν έθιμα όπως η μάνα να ρίχνει νερό πίσω από τον ναυτικό «για να γυρίσει σαν το νερό», να βάζουν ψωμί ή βασιλικό στο σακούλι, να αποφεύγονται κλάματα μπροστά στο καράβι γιατί θεωρούνταν κακό σημάδι.

 

Απαγορευμένες λέξεις και γρουσουζιές

Οι ναυτικοί είχαν πολλές προλήψεις. Δεν σφύριζαν πάνω στο καράβι γιατί «σηκώνει αέρα», απέφευγαν ορισμένες λέξεις πριν τον απόπλου, δεν έλεγαν εύκολα τη λέξη «πνιγμός». Σε κάποια μέρη απέφευγαν να ξεκινήσουν ταξίδι Τρίτη, ή σε μέρες με «κακό φεγγάρι». Η θάλασσα θεωρούνταν δύναμη που «ακούει».

 

Η γοργόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Από τις πιο γνωστές ελληνικές θαλασσινές παραδόσεις. Η Γοργόνα σταματά το καράβι και ρωτά: «Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;»

Η σωστή απάντηση είναι: «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.»

Αν ο ναυτικός απαντήσει σωστά, η θάλασσα γαληνεύει. Αν όχι, σηκώνεται τρικυμία. Η ιστορία αυτή συνδέει αρχαίους μύθους με τη νεότερη λαϊκή φαντασία.

 

Καραβάκια και πανηγύρια

Σε πολλά νησιά γίνονταν λιτανείες με καΐκια. Στόλιζαν τις βάρκες με σημαίες και λουλούδια, έβγαζαν εικόνες στη θάλασσα, ακολουθούσε γλέντι με βιολιά και λαούτα. Ιδιαίτερα σε νησιά των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων, η θρησκευτική γιορτή συνδεόταν πάντα με τη ναυτική ζωή.

 

Τα καΐκια ως «ζωντανά» πράγματα

Οι νησιώτες συχνά μιλούσαν στο καΐκι σαν να είχε ψυχή. Του έδιναν όνομα, το «σταύρωναν» πριν πέσει στο νερό, έσπαγαν ρόδι ή έριχναν κρασί στην καθέλκυση. Η καθέλκυση ενός νέου σκάφους ήταν ολόκληρη τελετή.

 

Μοιρολόγια και ξενιτιά

Η θάλασσα έφερνε συχνά μακροχρόνιο αποχωρισμό ή θάνατο. Σε πολλά νησιά υπήρχαν τραγούδια για χαμένους ναυτικούς, για γυναίκες που περίμεναν χρόνια, για καράβια που δεν γύρισαν ποτέ. Στα ναυτικά σπίτια, το παράθυρο προς το πέλαγος είχε σχεδόν συμβολική σημασία: ήταν το σημείο της αναμονής.

 

Στην ελληνική νησιωτική παράδοση η θάλασσα δεν είναι φόντο· είναι παρουσία με βούληση. «Θυμώνει», «παίρνει» ανθρώπους, «σπλαχνίζεται», «γυρίζει πίσω» τον ναυτικό. Γι’ αυτό και οι παλιοί μιλούσαν για το πέλαγος με σεβασμό, σχεδόν όπως μιλά κανείς για ένα ζωντανό πνεύμα.

 

Τα ναυτικά σύμβολα στα ελληνικά τραγούδια και ποιήματα είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία της ελληνικής φαντασίας. Επειδή η ζωή των Ελλήνων ήταν δεμένη με τη θάλασσα για αιώνες, τα καράβια, τα λιμάνια, οι άνεμοι και τα κύματα έγιναν τρόποι να μιλήσουν για βαθύτερα ανθρώπινα πράγματα: έρωτα, θάνατο, ξενιτιά, ελευθερία, μοίρα.

 

Το καράβι είναι ίσως το πιο κεντρικό ναυτικό σύμβολο. Στα τραγούδια και την ποίηση συμβολίζει το ταξίδι της ζωής, τη φυγή, τη μοίρα, την αναζήτηση, τη μετανάστευση και τη ξενιτιά. Στα δημοτικά τραγούδια το καράβι συχνά «παίρνει» τον αγαπημένο μακριά. Στο λαϊκό τραγούδι γίνεται εργασία και καημός. Το πλοίο πολλές φορές μοιάζει με τον ίδιο τον άνθρωπο: παλεύει με τον καιρό και προσπαθεί να μη βουλιάξει.

 

Το λιμάνι στην ελληνική παράδοση είναι επιστροφή, πατρίδα, προσωρινή ασφάλεια, αλλά και τόπος αποχωρισμού. Στα ρεμπέτικα του Μάρκου Βαμβακάρη και του Βασίλη Τσιτσάνη, τα λιμάνια είναι χώροι εργατιάς, μοναξιάς, νυχτερινής ζωής, αναμονής. Ο Πειραιάς γίνεται σχεδόν μυθικός τόπος στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι.

 

Το κύμα συμβολίζει την αβεβαιότητα, τα συναισθήματα, τη μοίρα που αλλάζει, τον χρόνο. Στα νησιώτικα τραγούδια «της θάλασσας τα κύματα» είναι συχνά εικόνα των δυσκολιών της ζωής ή του έρωτα. Το κύμα επίσης «φέρνει» και «παίρνει» ειδήσεις, ανθρώπους, μνήμες.

 

Ο άνεμος στα ελληνικά τραγούδια είναι δύναμη αόρατη. Φέρνει αλλαγή, χωρισμό, ταξίδι, μερικές φορές θεϊκή παρέμβαση. Στη νησιωτική παράδοση οι άνεμοι έχουν χαρακτήρα. Ο βοριάς είναι σκληρός και απομονωτικός, ενώ ο νοτιάς συχνά φέρνει νοσταλγία και βαριά διάθεση.

 

Σε πολλά τραγούδια η θάλασσα δεν ενώνει — χωρίζει. Για τους ναυτικούς, τους μετανάστες και τους πρόσφυγες το πέλαγος είναι απόσταση, αναμονή, πόνος.

Αυτό φαίνεται έντονα στα μικρασιάτικα και μεταναστευτικά τραγούδια του 20ού αιώνα.

 

Από την άλλη πλευρά, η θάλασσα είναι και απεραντοσύνη. Ο Οδυσσέας Ελύτης χρησιμοποιεί το Αιγαίο σαν σύμβολο φωτός, ελευθερίας, ελληνικότητας, καθαρότητας. Στο Άξιον Εστί η θάλασσα σχεδόν αγιοποιείται. Ο Γιώργος Σεφέρης βλέπει τη θάλασσα πιο υπαρξιακά. Ως μνήμη, ιστορία, περιπλάνηση, βάρος του ελληνικού παρελθόντος.

 

Ο ναυτικός είναι ιδιαίτερη μορφή στην ελληνική τέχνη. Μοναχικός, ταξιδευτής, άντρας της αναμονής και της επιστροφής. Συχνά παρουσιάζεται σαν άνθρωπος «ανάμεσα σε δύο κόσμους». Στεριά και πέλαγος, σπίτι και ξενιτιά, ζωή και κίνδυνος.

 

Η Γοργόνα συμβολίζει το μυστήριο της θάλασσας, τον πειρασμό, τη μνήμη του παλιού κόσμου. Στα παραμύθια και τα τραγούδια, η θάλασσα κατοικείται από πλάσματα που συνδέουν τον άνθρωπο με το άγνωστο.

 

Στην ελληνική ποίηση η θάλασσα είναι συχνά εσωτερικό τοπίο. Όταν ο ποιητής μιλά για φουρτούνα, λιμάνι, ρότα, άγκυρα, ναυάγιο, πολλές φορές μιλά έμμεσα για: την ψυχή, την αγάπη, την απώλεια, την ανθρώπινη ζωή. Γι’ αυτό τα ναυτικά σύμβολα στην ελληνική παράδοση μοιάζουν τόσο φυσικά· η Ελλάδα έμαθε να σκέφτεται τον άνθρωπο μέσα από τη θάλασσα.

 

Πηγή: ΑΙ

Φωτογραφία: flowmagazine.gr

Της Αναλήψεως – έθιμα στην Ελλάδα

Της Αναλήψεως – έθιμα στην Ελλάδα

 


 

Η γιορτή της Αναλήψεως είναι επίσημα η πρώτα ημέρα του καλοκαιριού, όπου σύμφωνα με την χριστιανική εκκλησία και ιστορία, οι ουρανοί “ανοίγουν” για να περάσει ο Ιησούς Χριστός.

«Τα μεσάνυχτα της αναλήψεως οι ουρανοί ανοίγουν και οι ψυχές κλειδώνονται…» Πέρασαν σαράντα μέρες από το Πάσχα και ο κύκλος του περάσματος σήμερα κλείνει. H Πέμπτη της Αναλήψεως είναι η ημέρα που ψάλλεται για τελευταία φορά το «Χριστός Ανέστη» στην Εκκλησία.

Σήμερα τα μεσάνυχτα οι ουρανοί ανοίγουν να περάσει ο Χριστός, και όσοι είναι «καθαροί», μπορούν να δουν ένα φως που ανεβαίνει στον ουρανό. Σήμερα μαζί με τον Χριστό ανεβαίνουν και οι ψυχές, που από το Πάσχα και για 40 ημέρες, όπως λέει η παράδοση, είναι ελεύθερες να κυκλοφορούν και να επισκέπτονται την γη.

Οι δικοί τους άνθρωποι, ανάβουν κεριά, κάνουν τελετές, όπως κόλλυβα κλπ, ή κάνουν φιλανθρωπία για την συγχώρεση και την ανάπαυσή τους.

Στην λαογραφία μας υπάρχουν τα ήθη και έθιμα της ημέρας:

Στα μέρη που έχει θάλασσα, μικροί μεγάλοι βουτάνε για πρώτη φορά στα νερά της και κάνουν το πρώτο τους μπάνιο για το καλό, για να φύγει κάθε αρρώστια.

H γιορτή της Αναλήψεως είναι η πρώτη μέρα του καλοκαιριού, που ο λαός της υπαίθρου επιτρέπει στον εαυτό του να κατέβει στη θάλασσα και να βουτήξει για κολύμπημα στο νερό. Πριν από την ημέρα αυτήν, η θάλασσα μπορεί να του κάμει κακό. Και κατεβαίνει συνήθως το απόγευμα ή το μεσημέρι, μετά τη λειτουργία, και βουτά, έστω και μόνο τα πόδια του, στο νερό, αφού κάνει τον σταυρό του και μετρήσει, με τις φούχτες του, 40 κύματα, όσες είναι οι μέρες από το Πάσχα. Οι νοικοκυρές έχουν πάρει μαζί τους μπουκάλια, όπου μαζεύουν νερό της θάλασσας «από σαράντα κύματα» και το φέρνουν στο σπίτι, να ραντίσουν τον χώρο και να πουν:

«Οπως ανελήφτηκε ο Χριστός, έτσι να ανεληφτή από το σπίτι μας κάθε κακό. N’ ανεληφτή η κακογλωσσιά, η αρρώστια και το κακό μάτι»! Θα φυλάξουν κιόλας νερό, να το έχουν όλο τον χειμώνα για γιατρικό, σε πρήξιμο ή δάγκωμα ή βάσκαμα ή αρρώστια.

Αλλά και οι κολυμβητές που πρωτομπαίνουν στη θάλασσα πλένονται με το νερό της και λένε: «Αναλείβεται ο Χριστός, αναλείβομαι κι εγώ. Ο,τι κακό έχω απάνω μου να φύγει».

H λέξη «ανάληψις» συγχέεται με την «ανάλειψη», κάτι που έχει σχέση με το αλείφομαι και την αλοιφή. Γι’ αυτό, στην Ηπειρο, με πηλό άλειβαν, για να φύγουν, το έκζεμα και oi λειχήνες.

Στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας «άντρες και γυναίκες μπαίναν ώς τα γόνατα στη θάλασσα, παίρναν από 40 κύματα νερό σε ένα μπουκάλι. Σταυροκοπιόνταν και αγναντεύοντας τον ανοιχτό ορίζοντα κατευόδωναν τον Χριστό λέγοντας «Αντε, Χριστέλλη μου, στο καλό!» Κι έψαχναν στον πρόχειρο βυθό της θάλασσας, εκεί στα ρηχά, συνήθεια που γίνεται και στις ακτές της Αττικής, φερμένη από τους πρόσφυγες να βρουν μια πέτρα με βρύα, την περίφημη «πέτρα μαλλιαρή». Οποιος την εύρισκε την έπαιρνε στο σπίτι του, ως φορέα ευτυχίας!

Στα ρηχά της θάλασσας μπορείτε να βρείτε μια πέτρα, χορταριασμένη, γεμάτη φύκια κι’ άλλα θαλασσινά χορτάρια, την μαλλιαρή, να την πάρετε σπίτι σας, ως φορέα ευτυχίας, και να την βάλετε κάτω από το κρεβάτι σας, για γούρι. H πέτρα αυτή με το ρίζωμα και τη βλάστησή της μέσα στη θάλασσα, συμβολίζει όλη τη δύναμη και την ουσία του θαλασσινού στοιχείου που, κατά τον Ευριπίδη, (Ιφιγένεια, η εν Ταύροις, 1193) «κλύζει πάντα τ’ ανθρώπων κακά!». Είναι δηλαδή η θάλασσα καθαρτική και ανανεωτική, ιδιαίτερα την ημέρα της Αναλήψεως, όταν με την παρουσία του Χριστού στους αιθέρες, ουρανός και θάλασσα έχουν αγιασθεί».

Επίσης της Αναλήψεως μάζευαν το χαμομήλι του χρόνου, και έβγαζαν και άπλωναν στα μπαλκόνια ή τις αυλές όλα τα προικιά τους να αεριστούν.

Περισσότερα για την ημέρα της Αναλήψεως
Η γιορτή της Αναλήψεως είναι και επίσημα η πρώτη ημέρα του καλοκαιριού. Άντε και του χρόνου… και όπως είπαμε, ε;» Όπως αναλήφθηκε ο Χριστός, έτσι ν’ αναληφτεί από το σπίτι μας η κακογλωσσιά, η αρρώστια, το κακό μάτι και όλα τα κακά».

Τη δική της ξεχωριστή θέση έχει η Ανάληψη του Κυρίου, τόσο στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας, όσο και στη λαϊκή μας παράδοση. Όπως και σε όλες τις Δεσποτικές γιορτές, παλιότερα την ημέρα αυτή, που πέφτει πάντα Πέμπτη-σαράντα μέρες από την Ανάσταση, ήταν αργία. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο της ημέρας (Λουκά, κεφ. ΚΔ΄ , εδάφ. 36-53), αφού ο Κύριος ενίσχυσε πνευματικά τους Μαθητές Του, τούς υποσχέθηκε πως σύντομα θα ακολουθούσε η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Κατόπιν βγήκαν όλοι μαζί από την πόλη της Ιερουσαλήμ και πλησίασαν προς τη Βηθανία. Εκεί, αφού τους ευλόγησε, χωρίστηκε από αυτούς, ανεβαίνοντας προς τον ουρανό.

Η λαϊκή παράδοση θέλει ξωκκλήσια της Ανάληψης να είναι χτισμένα σε βουνοκορφές, αφού και η Ανάληψη του Χριστού έγινε στο Όρος των Ελαιών. «Η Αγι-Ανάληψη είναι ψηλά χτισμένη, γιατί και ο Χριστός ψηλά από το βουνό αναλήφθηκε», μας έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες στα παιδικά μας χρόνια. Μας έλεγαν ακόμα πως την ημέρα αυτή «γιορτάζουνε κι οι βουνοκορφές». Απόλυτα δικαιολογημένα, λοιπόν, οι τσοπάνηδες να έχουν την τιμητική τους και τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το κρέας να κυριαρχούν στο τραπέζι τους.

Ένας ακόμα λόγος που γιορτάζουν ξεχωριστά τη μέρα αυτή, είναι γιατί λίγο πριν ή λίγο μετά της Αναλήψεως αφήνουν τα χειμαδιά και ανεβαίνουν με τα κοπάδια στα βουνά να ξεκαλοκαιριάσουν.

Ένα ακόμα γνωστό έθιμο που τηρείται ακόμα και σήμερα στα Καλαβρυτοχώρια, είναι ο αερισμός των ρούχων. Οι νοικοκυρές βγάζουν στο νύχτωμα της παραμονής της γιορτής τα υπνόρουχα από τους γιούκους και τα απλώνουν να αεριστούν όλη τη νύχτα, για να μην τα φάει ο σκώρος. Δεν πρέπει, όμως, να τα δει ο ήλιος το πρωί, γι’ αυτό τα μαζεύουν πριν καλά-καλά ξημερώσει.

Όπως σε κάθε μεγάλη γιορτή, οι δουλειές στα χωράφια απαγορεύονταν αυστηρά τη μέρα αυτή. Το ίδιο ίσχυε και για τον αργαλειό, το πλέξιμο, το (γ)νέσιμο, τις διάφορες οικοδομικές εργασίες κλπ.

Στη Λήμνο ονόμαζαν τη γιορτή της Αναλήψεως, «Γαλατοπέφτη». Το γάλα της ημέρας της Αναλήψεως δεν το έπηζαν, αλλά το μοίραζαν σε φίλους και γνωστούς και όσο τους έμενε, το έκαναν ρυζόγαλο. Για το λόγο αυτό κι επειδή η γιορτή της Αναλήψεως ήταν πάντα ημέρα Πέμπτη και επειδή μοίραζαν το γάλα την ονόμαζαν «Γαλατοπέφτη».

Ιδιαίτερη είναι η μέρα της Αναλήψεως για τους βοσκούς της Κρήτης. Τόποι λατρείας και συγκέντρωσης ήταν τα βοσκοτόπια κι οι μάντρες μιας και τη γιορτή της Αναλήψεως την τιμούσαν ιδιαίτερα οι κτηνοτρόφοι και οι βοσκοί. Έρχονταν κι ένας παπάς και έκανε αγιασμό και ράντιζε τα πρόβατα και το μαντρί. Κι ύστερα αφού είχαν μαζευτεί όλοι οι φίλοι και οι συγγενείς κάθονταν σε πλούσιο τραπέζι.

Και το βασικό έδεσμα ήταν η γαλατόπιτα. Αυτός ήταν κι ο λόγος που το όνομα της μέρας ήταν Γαλατοπέφτη.

Από το γάλα της ημέρας που θα μάζευε ο κτηνοτρόφος ή βοσκός δεν κρατούσε τίποτα. Το τυρί που θα έπηζε θα δινόταν δώρο στον ιερέα και το γάλα ή το γιαούρτι θα το πρόσφερε σε όλους τους καλεσμένους. Και αν περίσσευε το γάλα της ημέρας το έχυναν, δεν το έπηζαν ποτέ για το φόβο πως θα στέρευε κι αυτό των προβάτων τους. Και πάλι όλη αυτή η πίστη σχετιζόταν με τη δύναμη του ονόματος της ημέρας.

Λουλούδι της ημέρας που προστάτευε από όλα τα κακά οι γαλατσίδες και τα γαλατόχορτα, δηλαδή τα κίτρινα λουλούδια του αγρού που συμβόλιζαν την αφθονία της Φύσης και τοποθετούνταν πάνω σε δοχεία με γάλα γα να ανατραπεί το κάθε κακό.

Άλλες συνήθειες της ημέρας ήταν να μαζεύουν οι γυναίκες χόρτα φαρμακευτικά και να εφοδιάζονται με πηλό για το λούσιμο όλης της χρονιάς αφού πίστευαν πως λόγω της ημέρας το μάζεμα αυτό εξάλειφε και όλες στις αρρώστιες.

Άλλη πάλι πίστη έλεγε πως αφού «σηκώνεται το Χριστός Ανέστη» εκείνη την ημέρα, ανέβαιναν στον ουρανό και οι ψυχές των νεκρών κι έτσι άναβαν παντού κεριά για να βλέπουν να φεύγουν… Κι ήταν τόσο πολύ μεγάλη η πίστη για την ανάταση των ψυχών που σε πολλά μέρη της Ελλάδας συνήθιζαν το μεσημέρι της Ανάληψης που ο ήλιος ήταν στη μέση του ουρανού να ρίχνουν σε ένα πηγάδι τις ακτίνες του με τη βοήθεια ενός καθρέφτη και αφού σκέπαζαν το κεφάλι τους με ένα κόκκινο πανί, έβλεπαν τους πεθαμένους να περνούν στη σειρά αφού μόνο για εκείνη την ημέρα είχαν την άδεια της Παναγιάς. Και όλα αυτά εν αναμονή της Πεντηκοστής, δέκα μέρες μετά που η λατρεία των Ψυχών φτάνει στο αποκορύφωμά της…

 

Πηγή:

maleviziotis.gr

ekklisiaonline.gr