...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

 

 

Το Σιγκούνι

 


Το Σιγκούνι ήταν αμάνικο εξωτερικό μάλλινο φόρεμα, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα περίπου, βασικό στοιχείο της γυναικείας φορεσιάς ήταν το χοντρό, λευκό και αμάνικο σιγκούνι που ήταν μακρύ ως κάτω από την περιφέρεια.

 

Το σιγκούνι  γινόταν από εκλεκτό μαλλί προβάτων που το υφαίνανε στημόνι-υφάδι-μαλλί σε δίμιτη ύφανση στον αργαλειό. Στη συνέχεια το περνούσαν απ’ τη νεροτριβή. Το νεροτρουβιασμένο αυτό ύφασμα ονομαζόταν και «ράσικο».

 

Για να γίνει το σιγκούνι χρειαζόταν περίπου 4-5 μέτρα, που έκοβαν σε 7 ή 8 φύλλα, τις «λόξες»: ένα ή δύο για την πλάτη, δύο λοξά για τα πλαϊνά, τα «λαγκιόλια» που εξείχαν τριγωνικά και προσθέτανε το φάρδος στη περιφέρεια και άλλα δύο που σχημάτιζαν τα μπροστινά.

 

Το σιγκούνι ήταν κεντημένο πλάκα στο χέρι ανάλογα με την κοινωνική περίσταση για την οποία προοριζόταν: Για τις καθημερινές όλα τα ανοίγματα του σιγκουνιού περιβάλλονταν από πυκνό κέντημα, γαλαζοπράσινα κυρίως μαλλιά που σχημάτιζαν πάνω σε καστανόμαυρο (σχεδόν ολόμαυρο) βάθος, διασταυρούμενα ζιγκ-ζαγκ, ρόμβους και «Χ». Το αυστηρό κέντημα διανθιζόταν με χρωματιστές «πινελιές» από κόκκινο, πορτοκαλί, ροδί, κίτρινο κλπ.

 

Ένα δημοφιλές διακοσμητικό μοτίβο στο χωριό φαίνεται να ήταν οι κεντητές «μαργαρίτες» από γεράνια (μπλε) και μπουρμπουνιά (πράσινα) μαλλιά. Τα γιορτινά και νυφικά σιγκούνια ήταν επιπλέον κεντημένα με πολύχρωμα μάλλινα και βαμβακερά κορδόνια και κλωστές σε πολύπλοκα σχέδια. Κάποια τα κεντούσαν με επίρραπτα χρωματιστά κορδονέτα πάνω σε λουρίδες κόκκινης τσόχας ή βελούδου και με πούλιες που έρχονταν σε έντονη χρωματική αντίθεση με το φόντο.

 

Τα θέματα του διάκοσμου ήταν κυρίως γεωμετρικά σε διάφορες συνθέσεις (π.χ. ζιγκ-ζαγκ, τετράγωνα, ρόμβοι, κολόνες), θρησκευτικά (π.χ. σταυρός), φυτικά (π.χ. λουλούδια, μίσχοι, φύλλα, δέντρα) και ανθρωπομορφικά (γυναίκες, «κουκλάκια», χορός).

 

Οι ηλικιωμένες γυναίκες φορούσαν αντί για το λευκό σιγκούνι τη «γιούρντα» που ήταν σκούρα γαλάζια, σχεδόν μαύρη, με φλόκια στο εσωτερικό. Η γιούρντα φορέθηκε από τις γυναίκες μέχρι τη δεκαετία του ’60.

 

Πηγή: stephanion.gr

 

 

Η σκλάβα παπαδιά τση Σκεπαστής

 


Η Σκεπαστή είναι ένα μικρό χωριό του Ρεθύμνου που βρίσκεται δίπλα στην εθνική οδό, κοντά στο Πάνορμο, και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει μόλις 267 κατοίκους.
Η ιστορία του χωριού ξεκινά από τη βυζαντινή περίοδο, γύρω στο 10ο αιώνα και αναφέρεται στην απογραφή του 1583 με 222 κατοίκους, ενώ το 1881 στον Δήμο Μελιδονίου με 117 χριστιανούς και 40 Τούρκους. Την την ονομασία της την οφείλει στο άσυλο-σκέπη που παρείχαν οι κάτοικοί της, στους διάφορους κατατρεγμένους από τους κατακτητές και ιδιαίτερα από τους πειρατές που υπήρξαν κατά τον 14ο-16ο αιώνα μεγάλη πληγή για την Κρήτη.

 

Σε μια από τις επιδρομές αυτές λοιπόν, γύρω στο 1571 πιθανότατα από τον Αλγερινό αρχιπειρατή Ουλούτζ Αλή, παραμονή του Τ. Σταυρού στις 14 του Σεπτέμβρη, οι πειρατές, παρότι υπήρχαν τέσσερις σκοπιές στους λόφους του χωριού, έκαναν αιφνιδιαστική έφοδο και άρχισαν την ανελέητη αρπαγή σε οτιδήποτε πολύτιμο έβρισκαν έμψυχο και άψυχο.

 

Όσοι πρόλαβαν έφυγαν μακριά για να σωθούν κι απόμειναν λιγοστοί να αντικρίζουν την καταστροφή του χωριού τους κι ανάμεσα σ' αυτούς και ο παπάς Νικόδημος Ταρμάρος.


Οι πειρατές
, αφού πρώτα λήστεψαν και μαχαίρωσαν, μπήκαν στα καράβια τους κι έφυγαν παίρνοντας μαζί τους τον ανθό του χωριού για να τον πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα κι ανάμεσά τους και την όμορφη πρεσβυτέρα.


Ο λεβέντης παπάς όμως δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια κι αποφάσισε να βάλει το δρόμο μπρος του για να αναζητήσει τη σύντροφό του, ειδεμή να χαθεί κι αυτός μαζί της.

 

Έτσι, μπάρκαρε σε ένα καράβι και ξεκινώντας από τα λιμάνια της Β. Αφρικής, άρχισε να ψάχνει παντού, δίχως όμως αποτέλεσμα. Μέχρι τη στιγμή που του ήρθε η ιδέα να τρέξει στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και ρωτώντας να αρχίσει να μαθαίνει σε ποια λιμάνια πουλήθηκαν σκλάβοι.

 

Κάποια στιγμή βρέθηκε και στη Σμύρνη και συνεχίζοντας το ψάξιμο, έμαθε κάποια στιγμή ένας γέρος την ιστορία του, τον λυπήθηκε και του έδωσε μια γωνιά στο πανδοχείο του για να μείνει.

 

Έχοντας πλέον πού να αναπαύεται τα βράδια συνέχισε πιο δυναμικά την αναζήτηση και χτυπώντας πόρτα την πόρτα έφτασε κάποια στιγμή σ’ ένα αρχοντόσπιτο, όπου του άνοιξε μια γυναίκα και τον ρώτησε τι ήθελε.

 

Αφού εκείνος τις είπε το και το, η γυναίκα τον άφησε να περιμένει στην εξώπορτα και γύρισε δίνοντας του ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί και λέγοντας του ότι δεν ήξερε τίποτα για το θέμα του και τον έστειλε στο καλό.

 

Όταν ο παπάς έμεινε μόνος του, ξεκίνησε να τρώει το ψωμί που του έδωσαν. Έκπληκτος όμως, βρίσκει ξάφνου μέσα του χρυσά φλουριά και ένα σημείωμα που έγραφε:

 

«Όντε θα πας στη Σκεπαστή την ανασκεπασμένη

χτίσ’ εκκλησιά διμάρτυρη για με την κολασμένη».

 

Αμέσως κατάλαβε ότι η υπηρέτρια του αρχοντόσπιτου ήταν η παπαδιά του που είχε πουληθεί σκλάβα και τότε πια αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό του και να πράξει κατά πως έγραφε το σημείωμα.

 

Έτσι, το 1592 άρχισε να χτίζει δίπλα στην παλιά εκκλησία του Αγ. Νικόλαου, άλλο ένα κλίτος αφιερωμένο στην Παναγία τη Ζωοδόχο Πηγή.

 

Στη Σμύρνη όμως, η παπαδιά δεν ησύχαζε κι ένα πρωί που έδινε νερό στον αφέντη της να πλυθεί, αναστέναζε. Αυτός τη ρώτησε τι έχει και αυτή, του είπε:

«Σήμερα είναι του Σταυρού, ταχιά τ’ Αϊ Νικήτα και γίνεται στο σπίτι μου μεγάλο πανηγύρι».

 

Αυτός περιγελώντας της απάντησε:

«Αν έχει δόξα ο Σταυρός και χάρη ο Αϊ-Νικήτας θε να βρεθείς στο σπίτι σου μ’ ότι βαστάς στη χέρα».

 

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την παράδοση, χάθηκε από μπροστά του και βρέθηκε στο σπίτι της στη Σκεπαστή μετά από 28 χρόνια στις 23 Μαρτίου 1600, όπως αναφέρεται στην επιγραφή του ναού.

 

Η επιγραφή αναφέρει: «Ο θείος ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου χτίστηκε με έξοδα του Ιερομόναχου Νικόδημου Ταρμάρου, στις 3 Μαρτίου 1592, καθώς η πρεσβυτέρα του έκαμε σκλάβα 28 χρόνια και επέστρεψε στις 23 Μαρτίου 1600».

 

Πηγή: maleviziotis.gr

Κυριακή 22 Μαΐου 2022

 

 

Tο έθιμο των Αναστενάρηδων για

τον εορτασμό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης

 


 

Απόσπασμα για το έθιμο από το βιβλίο του Γ. Αικατερινίδη

«Γιορτές και Δρώμενα στο Νομό Δράμας»

 

[Το πολυσυζητημένο έθιμο των Αναστεναρίων αποτελεί ιδιόμορφη εκδήλωση της λαϊκής λατρείας προς τιμήν των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Το τελετουργικό τυπικό του περιλαμβάνει εκστατικό χορό, αρχαϊκή ζωοθυσία και πυροβάδισμα των τελεστών, με ευρύτερο εθιμολογικό πλασίωμα.

Τα Αναστενάρια επιχωριάζουν παλαιότερα στη ΒΑ Θράκη, στην περιοχή της Σωζοαγαθουπόλεως, με κέντρο της εθιμικής εκδήλωσης το Κωστί, το μεγαλύτερο χωριό της περιφέρειας.

 

Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το 1923, οι κάτοικοι της περιοχής αυτής της Θράκης εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου και κυρίως στη Μακεδονία, όπου μαζί με τα άλλα έθιμά τους μετέφεραν και τα Αναστενάρια. Έτσι, το έθιμο μεταφυτεύτηκε στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, στη Μελίκη της Ημαθίας, στην Αγία Ελένη των Σερρών και στη Μαυρολεύκη, όπου τα Αναστενάρια, ύστερα από κάποια διακοπή άρχισαν και πάλι να τελούνται, έχοντας και την ηθική υποστήριξη της Κοινότητας και του τοπικού Πολιτιστικού Συλλόγου.

 

Το έθιμο, μετά την εκρίζωση του από το γεωγραφικά απομονωμένο και κοινωνικά κλειστό περιβάλλον του, ήταν επόμενο να υποστεί μεταβολές και αλλοιώσεις, επίσης απλοποιήσεις, από την ανάγκη να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, αλλά και από φόβο μήοως η Εκκλησία το απαγορεύσει βιαίως, όπως είχε επιχειρήσει και στην αρχική κοιτίδα του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Έτσι, τα Αναστενάρια συνεχίστηκαν μεν να τελούνται, στα κρυφά όμως, μέχρι το 1943, οπότε με ενέργειες του Α. Τανάγρα, προέδρου τότε της Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, έγινε δημοσίως στη Μαυρολεύκη η πυροβασία, η φάση δηλαδή εκείνη, από την οποία κυρίως είναι γνωστό το όλο έθιμο. Ακολούθησε επιστημονικός έλεγχος που απέδειξε την ακαΐα των τελεστών Αναστενάρηδων, επαυξάνοντας το ενδιαφέρον και την περιέργεια για το έθιμο. Πρωτοπορεί έτσι η Μαυρολεύκη στην αναβίωση και επιβίωση των Αναστενάρηδων στη νεότερη εποχή.

 

Η τελετουργία των Αναστεναρίων αρχίζει το απόγευμα της 20ης Μαΐου στο κονάκι, σ’ ένα χωριό όπου φυλάσσονται οι εικόνες των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, οι οποίες αποτελούν τα πολυτιμότερα κειμήλια για τους Αναστενάρηδες. Τις ονομάζουν «Χάρες» και «Παππούδες» και τις έχουν μέσα σε υφασμάτινη θήκη, απ’ όπου κρέμονται κουδουνάκια και πολλά αφιερώματα. Οι εικόνες αυτές έχουν μακριά λαβή στο κέντρο της βάσης τους και καλύπτονται από φύλλα χρυσού ή ασημιού. Στο κονάκι φυλάσσονται και τα «αμανέτια», μαντήλια που θεωρούνται ιερά, πολύτιμα και αυτά προγονικά κειμήλια. Στον ίδιο χώρο, φυλάσσονται και τα αναστενάρικα όργανα, λύρα και νταούλι σήμερα, παλαιότερα και γκάιντα.

 

Το απόγευμα της 20ης Μαΐου, αρχίζουν να συγκεντρώνονται στο κονάκι άντρες και γυναίκες Αναστενάρηδες και να κάθονται αυτοσυγκεντρωμένοι, σε φανερή αγωνιώδη αναμονή. Σε κάποια στιγμή λύρα και νταούλι αρχίζουν να παίζουν τους ειδικούς σκοπούς και σε λίγο ακούγονται και τα πρώτα αναστενάρικα τραγούδια:

 

Πα’ σε πράσινο λιβάδι

κάν’νταν τρία παλικάρια.

Την ημέρα τρων και πίνουν

και τα βράδια κάνουν βίγλα,

Κάνουν βίγλα και βιγλίζουν

τους διαβάτες που περνούνε.

 

Οι Αναστενάρηδες υψώνουν δεητικά τα χέρια προς τις Χάρες, κάθιδροι και κάτωχροι. Η προσδοκία να τους «πιάσει ο Άγιος», υπέρτατη ευδαιμονία του αναστενάρικου εκστασιαμού, κυριεύει τις ψυχές τους.

 

Ξαφνικά κυριαρχούν στεναγμοί και επιφωνήματα. Ο Άγιος έχει «εγκλαλέσει», όπως πιστεύεται, τους εκλεκτούς του, οι οποίοι τώρα αρχίζουν εκστατικό χορό κρατώντας εικόνες και αμανέτια. Κάπου – κάπου ακούγονται και πάλι αναστενάρικα τραγούδια, που τα περισσότερα τους έχουν ως ήρωα τον «Κωνσταντίνο τον μικρό, τον μικρό – Κωνσταντίνο»:

 

Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, ο μικρός – Κωνσταντίνος,

μικρόν τον είχε η μάνα του, μικρόν τον ‘ραβωνιάζει,

μικρόν τον γ-ήρτε μήνυμα να πάγει στο σεφέρι.

Νύχτα σελώνει τα’ άλογο, νύχτα το καλιβώνει,

βάν’ ασημένια πέταλα, μαλαματένιες λόθρες.

 

Ο χορός στατικός, μονότονος, συγκλονιστικός όμως, διαρκεί μέχρι τα μεσάνυχτα.

 

Την άλλη μέρα 21 Μαΐου, εορτή των ισαποστόλων Αγίων, γίνεται η ζωοθυσία (κουρμπάνι), η οποία έχει δημοτελή χαρακτήρα, γίνεται απ’ όλους για το καλό όλων. Παίρνουν επίσης νερό από το αγίασμα, που αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του όλου αναστενάρικου τελετουργικού χώρου…..

 

Ο εκστατικός χορός επαναλαμβάνεται στο κονάκι το απόγευμα της ίδιας ημέρας, χωρίς διακοπή, με ολοένα αυξανόμενη ένταση. Βραδιάζοντας, ξεκινά ο οιστρόπληκτος αναστενάρτικος όμιλος, με πομπική πορεία, με τα όργανα μπροστά και με συνεχή χορό, για το χώρο της πυροβασίας. Εκεί έχουν ήδη ανάψει μεγάλο σωρό από ξύλα, που σε λίγο μεταβάλλονται σε ανθρακιά. Τη φωτιά ανάβουν Αναστενάρηδες, που έχουν πατρογονικά το προνόμιο αυτό.

 

Αρχίζει πάλι με νέα ένταση ο αναστενάρικος χορός. Η μπυσική ολοένα εντείνει το ρυθμό. Το τύμπανο, βροντώδες, μαστιγώνει τα τεντωμένα νεύρα.

 

Οι εκλεκτοί και πάλι, αυτοί που δέχονται το εγκάλεσμα του Αγίου, κρατώντας εικόνες και αμανέτια, μπαίνουν στην αθρακιά και συνεχίζουν το χορό τους, χωρίς να δείχνουν πόνο ή κάποια ενόχληση από την πυρά και την υψηλή θερμοκρασία. Τη στιγμή αυτή πιστεύουν ότι δεσμεύτεια κάθε αρρώστια, επιζωτία, κακοκαιμονία. Πρόκειται, δηλαδή, κατά τη δοξασία από τα πολλά που συναντούμε την ανοικιάτικη εποχή στον ελλαδικό και στον ευρύτερο ιστορικό ελληνικό χώρο.

Η πυροβασία επιστρέφεται από κυκλικό χορό, γύρω από τα τσαλαπατημένα κάρβουνα. Ακολουθεί ιεροτελεστικό κοινό δείπνο με κρέας από το ζώο που θυσιάστηκε το πρωί.

 

Ο εκστατικός χορός επαναλαμβάνεται τις δυο επόμενες ημέρες και η όλη αναστενάρικη τελετουργία τελειώνει με πυροβασία το βράδυ της 23ης Μαΐου…..]

 

Πηγή: proinos-typos.gr