...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023

 

Οι μάγισσες και τα… «μαγισσάκια» στην ελληνική παράδοση και λαογραφία.

 

Της Λένης Ζάχαρη

 


 

Μπορεί στις μέρες μας να έγινε μόδα το ξενόφερτο Halloween και να βλέπουμε βιτρίνες στολισμένες με κολοκύθες, σκούπες, στολές που θυμίζουν Απόκριες, ωστόσο στον τόπο μας η έννοια του μαγικού στοιχείου και η σύνδεσή του μάλιστα με τον Κάτω Κόσμο ξεκινάει ήδη από τους μύθους των αρχαίων Ελλήνων.


Η θεά Εκάτη, θεότητα του Κάτω Κόσμου, είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εφεύρεση της μαγικής τέχνης. Μεταγενέστερες παραδόσεις τής αποδίδουν ως κόρη την Κίρκη, άλλοτε θεωρείται μητέρα της. Και επειδή η Κίρκη είναι θεία της Μήδειας, οι γυναίκες αυτές συγκροτούν την οικογένεια των μαγισσών.

Στο πέρασμα των χρόνων οι μάγισσες έγιναν μέρος της λαϊκής παράδοσης και του παραμυθιού. Ως παραμύθι «νοείται κάθε σύντομη, λαϊκή ιστορία που ενσωματώνει το ήθος και τις παραδόσεις ενός έθνους, τις οποίες μπορεί να εκφράσει ρητά στο τέλος του ως αξιωματικές αρχές του».

 

Εκεί υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος από ανθρωπόμορφα και μη πλάσματα κι ένα από αυτά είναι και η μάγισσα. Πρόκειται για μια φιγούρα αμφίσημη, καθώς ο ρόλος της μπορεί να εμφανίζεται κάθε φορά διαφορετικός. Άλλες φορές μυητικός, άλλες εκδικητικός και άλλες βοηθητικός, μα πάντα τρομαχτικός όπως και να έχει. Με τον τρόπο τους παρεμβαίνουν σε καταστάσεις της ανθρώπινης κοινωνίας και οι άνθρωποι, φοβούμενοι την αντίδρασή τους φαίνεται να δρουν έναντι αυτών εξευμενιστικά.

 

Τα παραμύθια του τόπου μας έχουν πλήθος τέτοιων μορφών που, είτε για καλό είτε για κακό, παρεμβαίνουν στην ανθρώπινη ζωή. Τα περισσότερα παραμύθια μάς έρχονται από τη Θεσσαλία, ακολουθεί η Ήπειρος και η Μακεδονία και βέβαια οι υπόλοιπες περιοχές της χώρας. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι τα περισσότερα παραμύθια προέρχονται από την περιοχή της Θεσσαλίας αν σκεφτούμε ότι οι πιο γνωστές μάγισσες της αρχαιότητας κατάγονταν από τη Θεσσαλία, τη μαγική γη όπου, σύμφωνα με το μύθο, σκορπίστηκαν οι μαγικοί και θεραπευτικοί σπόροι της Μήδειας.


Για να δούμε τον ρόλο της «μάγισσας» μέσα στο παραμύθι και τον αντίκτυπο στην φαντασία των ανθρώπων, αλλά και στην αντίληψή τους για την μάχη του Καλού με το Κακό και την απόδοση Δικαιοσύνης, θα δούμε μερικά παραμύθια από την περιοχή της Θεσσαλίας.


Η Μαρούλα Κλιάφα στη συλλογή λαϊκών παραμυθιών που εξέδωσε με τον τίτλο «Τρομακτικά παραμύθια για ατρόμητα παιδιά», καταγράφει ένα παραμύθι,[1]-τ’ Ατδιάμο το κλαδί-
  όπου η ηρωίδα μπαίνει υπηρέτρια στην κουζίνα του Βασιλιά: «Η βασίλισσα όμως [του παλατιού] είναι μια φοβερή μάγισσα που πήγαινε μαζί με τον αδελφό της κάθε νύχτα στα μνήματα κι έτρωγαν από έναν πεθαμένο. […] η βασίλισσα έριχνε υπνωτικό στο κρασί του βασιλιά κι ο βασιλιάς κοιμόταν. Γινόταν κόκκαλο. Τότε η βασίλισσα έμπηγε τις βελόνες στα βλέφαρά του και του ρουφούσε το αίμα. Έπειτα τραβούσε για τα μνήματα με τον αδελφό της».

Η ηρωίδα αποκαλύπτει το συμβάν στο βασιλιά, ο οποίος σκοτώνει τη σύζυγό του και επιβραβεύει την κοπέλα που τον γλύτωσε. Αυτή πηγαίνει σε ένα άλλο βασίλειο, όπου ο εκεί βασιλιάς είχε στο υπόγειο κλεισμένη μια κόρη τρελή, την οποία τάιζαν με έναν άνθρωπο την ημέρα. Η κοπέλα είχε τρελαθεί, επειδή μια γριά μάγισσα της είχε πάρει τα μυαλά και τα έβραζε σε ένα καζάνι. Όταν η ηρωίδα συναντά τη γριά μάγισσα και τη ρωτάει τι μαγειρεύει, αυτή της λέει: «να βράζω τα μυαλά της τρελής. Πήγα μια μέρα στο παλάτι και ο βασιλιάς δεν μ’ έδωσε ζητιανιά, κι εγώ θύμωσα και χάζεψα τη θυγατέρα του». Η κοπέλα τότε έχωσε το κεφάλι της μάγισσας στο τσουκάλι και μόλις η γριά έπαψε να ανακατώνει τα μυαλά, αυτά γύρισαν πίσω στο κεφάλι της βασιλοπούλας και η βασιλοπούλα ελευθερώθηκε. Στο παραμύθι αυτό εξαιρετικά επικίνδυνη μάγισσα είναι η κακή και αιμοδιψής βασίλισσα, αλλά και η γριά ζητιάνα.

 

Σε ένα άλλο ιδιαίτερα αγαπητό παραμύθι  στη Θεσσαλία, στο «Χρυσοφεγγαράκι»[2], η ομορφιά της ηρωίδας εκκινεί αντιπαθητικά συναισθήματα εκ μέρους των αδελφών της, οι οποίες τις κάνουν μάγια για να τη σκοτώσουν: Το Χρυσοφεγγαράκι είναι τόσο όμορφη και προκομμένη κοπέλα που το  βασιλόπουλο την παντρεύεται και την κάνει βασίλισσα: «σαν το ’μαθαν [όμως] οι αδερφές της πήραν μαγικά: δαχτυλίδια, βελόνια και μήλα, για να την κάνουν να πεθάνει. Και πέρασαν έξω από το παλάτι και φώναζαν να βγει έξω η βασίλισσα να πάρει από αυτά και να τη μαγέψουν. Τότε η βασίλισσα βγήκε έξω και αγόρασε χτένια, βελόνια και μήλα. Έτσι τη μάγεψαν. Μόλις έφαγε το μήλο, στάθηκε στο λαιμό της και λιποθύμησε. Ο βασιλιάς όμως την έσωσε. Όταν πήρε το βελόνι να μπαλώσει, αυτό καρφώθηκε στο πόδι της και πέθανε. Όταν πήγαν στην εκκλησία να τη θάψουν, ο παππάς της βγάζει το βελόνι και η κοπέλα αναστήθηκε. Την επόμενη μέρα πήρε το χτένι για να χτενιστεί και φαρμακώθηκε. Όταν πήγε ο βασιλιάς στο σπίτι της έβγαλε το χτένι απ’ το κεφάλι και η βασίλισσα ξανασηκώθηκε. Τότε ο βασιλιάς τη ρώτησε: τι παθαίνεις συνέχεια και πεθαίνεις; Λέει: οι αδερφές μου μού έδωσαν αυτά, το χτένι και το βελόνι και με μάγεψαν. Διέταξε τότε ο βασιλιάς να σφάξουν τις γυναίκες τις μάγισσες.» Μάγισσες λοιπόν στο συγκεκριμένο παραμύθι είναι οι αδελφές της ηρωίδας, ενώ σε μια άλλη παραλλαγή του παραμυθιού οι δύο κοπέλες θα ζητήσουν τη βοήθεια μιας γριάς και πεπειραμένης μάγισσας, στην οποία τελικά θα παραδώσουν το Χρυσοφεγγαράκι, για να το σκοτώσει. Εκείνη όμως τη σπλαχνίστηκε και αφού την μεταμόρφωσε σε πορτοκάλι, την κράτησε κοντά της, για να τις κάνει τις δουλειές. Το Χρυσοφεγγαράκι αποδεικνύεται τόσο καλή και άξια νοικοκυρά που τελικά το βασιλόπουλο τη ζητάει σε γάμο.

 

Στον γνωστό πάλι παραμυθικό τύπο της Ξανθομαλλούσας,[3] η όμορφη κοπέλα είναι κλειδωμένη από τη μάνα της στο σπίτι, η οποία χρησιμοποιεί τα μαλλιά της κόρης της ως σκάλα, για να ανέβει στην κάμαρά της. Το παλικάρι βλέπει τη σκηνή, ερωτεύεται την κόρη και ανεβαίνει με τον ίδιο τρόπο στο σπίτι. Η κοπέλα κρύβει τον νέο στο δωμάτιό της,  μετατρέποντας τον σε σκούπα και έπειτα σε ντουλάπα. Η μάνα της όμως αντιλαμβάνεται την παρουσία του νέου και η ξανθομαλλούσα το σκάει μαζί του έχοντας ως μαγικά όπλα ένα δασύ χτένι και ένα μπουκάλι λάδι. Με το πρώτο κάνει το δάσος πυκνό και με το λάδι δημιουργεί θάλασσα για να καθυστερήσει τη μάνα της. Η μάνα της την καταριέται να γίνει πολύ άσχημη, όπως και συμβαίνει, αλλά, έπειτα από παρακλήσεις της κοπέλας, η μάνα παίρνει πίσω την κατάρα και τελικά οι σχέσεις των δύο γυναικών αποκαθίστανται. Μάγισσα λοιπόν στο συγκεκριμένο παραμύθι είναι η μάνα της ηρωίδας. Αλλά και η ίδια η κοπέλα γνωρίζει εξίσου καλά να κάνει μάγια, αφού και το βασιλόπουλο μεταμορφώνει και την καταδίωξη της μάνας της δυσχεραίνει.

 

Τέλος στο παραμύθι της «μαγικής κούκλας»,[4] μια όμορφη κοπέλα μετά το θάνατο της μητέρας της ζει με την μητρυιά της και την ετεροθαλή αδελφή της. Αυτές την εχθρεύονται και αποφασίζουν να τη σκοτώσουν. Η κοπέλα όμως είχε δώρο από τη μητέρα της μια μαγική κούκλα. Η κούκλα τη συμβουλεύει να φύγει από το σπίτι. Την περιμαζεύει μια καλή γυναίκα , η οποία την περιποιείται και την μαθαίνει να γνέθει και να υφαίνει. Η ηρωίδα φτιάχνει τα υφαντά υπό την επίβλεψη της κούκλας. Τα εργόχειρά της είναι τόσο ωραία που μαγεύουν το βασιλόπουλο και τη ζητάει σε γάμο.

 

Οι μάγισσες λοιπόν στα λαϊκά παραμύθια της πεδινής Θεσσαλίας νοούνται ως ανθρωπόμορφες φιγούρες, με υπερφυσικές όμως δυνάμεις και με τη δυνατότητα να μεταμορφώνονται και οι ίδιες, αλλά και να μεταμορφώνουν τους άλλους. Δεν είναι μόνον γύφτισσες και ζητιάνες που έρχονται από μακριά, αλλά τις συναντούμε τόσο σε παλάτια, όσο και σε φτωχικές καλύβες και αντίστοιχα είναι πλούσιες βασίλισσες, αλλά και φτωχές γυναίκες. Μπορεί να είναι μαμές, νοικοκυρές – μαγείρισσες και υφάντρες- ηλικιωμένες ή νέες, άσχημες ή όμορφες. Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως έχουν ανθρώπινη υπόσταση και κινούνται μέσα στον ανθρώπινο χώρο, χωρίς εν τούτοις να γνωστοποιούν τη μαγική τους δύναμη, διότι η αποκάλυψη της μαγείας και των κακών που αυτή επιφέρει τιμωρείται πολύ σκληρά, τις περισσότερες φορές με θάνατο.

 

Ωστόσο οι μάγισσες δεν είναι μόνον κακές: υπάρχουν κι αυτές που θα προστατεύσουν τις ηρωίδες και τους ήρωες, θα τους συμβουλέψουν και θα λύσουν τα μάγια των κακών μαγισσών, πάλι όμως με τεχνάσματα και φίλτρα που δεν είναι ευρέως γνωστά και που μόνον αυτές γνωρίζουν.

 

Ακόμη, όσον αφορά τον ρόλο που έχουν στα πλαίσια της οικογένειας, οι μάγισσες δεν είναι απαραίτητα μητρυιές και πεθερές, αλλά και νύφες, μητέρες, αδελφές, θυγατέρες και σύζυγοι. Κοντολογίς το ρόλο της μάγισσας στο λαϊκό παραμύθι φαίνεται να παίζουν ανεξαιρέτως όλες οι γυναίκες. Αυτό φαίνεται να συνδέεται άμεσα με τον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία. Και μας παραπέμπει άμεσα στους αρχαίους χρόνους αλλά και στα αρχέτυπα που διασώζονται μέσα από τις παραδόσεις, τους μύθους και τους θρύλους.

 

Πηγές: 

1.Μ. Κλιάφα, Τρομακτικά παραμύθια για ατρόμητα παιδιά, Κέδρος, Αθήνα 1999, σελ.13-24.

2.Μ. Γ. Βαρβούνη και Γ. Χ. Κούζα, Το αρχείο του ‘Λαογραφικού Φροντιστηρίου’ του Γ. Α. Μέγα, Αθήνα 2007.

3.Μήτρου Νατάσα, «Η συμβολή των παραδόσεων στην εξέλιξη του ελληνικού παραμυθιού»
http://eureka.teithe.gr/jspui/bitstream/123456789/1151/1/Mitrou_Natasa.PDF
4.Τα παραμύθια και οι σχετικές πληροφορίες με αυτά αντλήθηκαν από:
βλ. Βάιος Φ. Καμινιώτης, «Οι μάγισσες στις λαϊκές αφηγήσεις. Παραμύθια από τη Θεσσαλία» συνδημοσίευση με την κυρία Άννα Λυδάκη, στο Μαγεία και μεταφυσικός κόσμος, Πρακτικά Ημερίδας 19 Δεκεμβρίου 2009, εκδόσεις του Μ.Ε.Λ.Τ., Αθήνα 2011, σσ. 59-75

Η εικόνα είναι πίνακας του Νικολάου Γύζη.

 

[1]Μ. Κλιάφα, Τρομακτικά παραμύθια για ατρόμητα παιδιά, Κέδρος, Αθήνα 1999, σελ.13-24.

[2]ΛΦ. 1267 [ΑaΤh. 709]

[3]ΛΦ 666 [ΑaΤh. 310]

[4]Το παραμύθι κατέγραψε και εξέδωσε ο Φ. Βογιατζής στο περιοδικό Γνώση και Γνώμη, τ. ΙΒ, Καρδίτσα 1996, σ. 160. Ο Μ. Γ. Μερακλής στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, κατέταξε το παραμύθι στον διεθνή κατάλογο AarneThomson με κωδικό: ΑaΤh 403Α.  Μ. Γ. Μερακλής, «Σχόλια για τα καρδιτσιώτικα παραμύθια», Γνώση και Γνώμη,  ΙΓ, σ. 61.

 

periou.gr

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2023

Οδοιπορικό στα ρεμπέτικα καπηλειά

Του Πάνου Σαββόπουλου

 


Οι ταβέρνες και τα καπηλειά, στην Ελλάδα, υπήρξαν (από τα αρχαία χρόνια!) οι κύριοι χώροι συνάντησης και διασκέδασης των λαϊκών ανθρώπων της καθημερινότητας. Γι’ αυτό και θεωρούνται μεγάλης κοινωνιολογικής σημασίας και ιδιαίτερου λαογραφικού ενδιαφέροντος. Οι δημιουργοί των ρεμπέτικων τραγουδιών, ζώντας κι οι ίδιοι σ’ αυτούς τους ιδιαίτερα ελκυστικούς χώρους, έγραψαν αποκαλυπτικά τραγούδια στα οποία και τους περιγράφουν.

Στα ρεμπέτικα συναντάμε τουλάχιστον 40 τραγούδια με κύριο θέμα την ταβέρνα (ως επί το πλείστων), αλλά και τα καπηλειά, κουτουκάκια και ταβερνάκια. Σε άλλα τόσα (40), γίνεται απλή αναφορά ταβέρνας ή καπηλειού. Πάντως αν και τα ρεμπέτικα για τα καπηλειά είναι, σε αριθμό, πολύ λιγότερα σχετικά μ’ αυτά για την ταβέρνα (το 1/10), πρόκειται για μοναδικά διαμάντια, τέτοια, που τα της ταβέρνας δεν τα φτάνουν!

Η ταβέρνα (λατινικά taberna) δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στα ρεμπέτικα, αλλά τη συναντάμε και σε παλιά δημοτικά τραγούδια. Έτσι σε δημοτικό του 1800; από τη Δυτική Πελοπόννησο (Ολυμπία) ακούμε «Να ‘βλεπα την αγάπη μου, πώς στρώνει πώς κοιμάται, σε τι τραπέζια τρώει ψωμί, σε τι ταβέρνες πίνει, τίνος χεράκια την κερνούν…»

Οι πρώτες-πρώτες ταβέρνες, με το κρασί τους και μόνο, ήταν χώροι παρηγοριάς, αλλά και κάποιας διασκέδασης. Βασικά ήταν χώροι ανδρών, αλλά καμιά φορά έρχονταν και γυναίκες. Στις περιπτώσεις που αυτές δεν ήταν αλανιάρες, τότε σημαίνει ότι έρχονταν στην ταβέρνα για κάποιο πολύ σοβαρό λόγο! Χαρακτηριστικό είναι το ζεϊμπέκικο του Τσιτσάνη “Κλαμένη ήρθες μια βραδιά, μες στης ταβέρνας τη γωνιά” (1949). Το ερμήνευσε τελετουργικά η Σωτηρία Μπέλλου.

 

Οι πρώτες ταβέρνες

Πάντως, σε ταβέρνες που σύχναζαν σκληροί και λιγομίλητοι μάγκες (μουρμούρηδες), δεν πατούσε γυναίκα, παρά καμιά ξερακιανή γεροντοκόρη, δίχως ίχνος καμπύλης μπρος και πίσω και που γι’ αυτές λέγανε «Μια σανίδα και μια τρύπα, έμπα διάολε και χτύπα!» (Άντε, τώρα, να το ακούσεις αυτό από σημερινό αυτοπροσδιοριζόμενο, φιλόσοφο! Θου…).

Οι πρώτες ταβέρνες ήταν λιτές και δεν ήταν σπάνιο να δει κανείς ένα μακρόστενο τραπέζι, γύρω-γύρω από το οποίο δεν υπήρχαν καρέκλες, αλλά πάγκοι χωρίς πλάτη. Πιο τυχεροί ήταν αυτοί που είχαν τον τοίχο στην πλάτη τους. Μάλιστα για να μην ασπρίζουν τα ρούχα των πελατών από τον ασβέστη (αφού ήταν ασβεστωμένη η ταβέρνα), ο μπογιατζής έριχνε μέσα στον τενεκέ, στο ασβέστωμα, μία χούφτα αλάτι.

Τα τραπέζια ήταν ξύλινα και στην αρχή χωρίς τραπεζομάντηλα. Χωρούσαν όμως τα κρασοπότηρα, τα κατοσταράκια και τα πιατικά, συνήθως με ελιές, φέτα, αγγουράκι, σαρδέλες παστές, στραγάλια αλμυρά, αλλά και “πρασινάδες” δηλαδή μαρουλόφυλλα, βρούβες, αντράκλες (γλιστρίδες-portulaca oleracea, φοβερό φυτό και αρχαίο …ελληνικό -για τους αρχαιόπληκτους) και άγριες αγγιναρίτσες.

Οι γεροί πότες, και κυρίως αυτοί του ούζου, καταβρόχθιζαν πολλές “πρασινάδες”, γιατί γνώριζαν ότι παίζουν ανασχετικό ρόλο στο μεθύσι! Κάποιοι στις ταβέρνες κάθονταν και πίνανε σιωπηλοί, παρακολουθώντας συλλογισμένοι αυτούς που τραγουδούσαν, που χόρευαν, που μιλούσαν, που αστειεύονταν, δηλαδή αυτούς που διασκέδαζαν. Ο Τσιτσάνης έχει περιγράψει αυτή τη σκηνή, στο αριστούργημά του “Όταν πίνεις στην ταβέρνα”, που είπε η Μπέλλου το 1947. Λέει «Όταν πίνεις στην ταβέρνα κάθεσαι και δε μιλάς, κάπου-κάπου αναστενάζεις απ’ τα φύλλα της καρδιάς».

 

Η πρόσοψη της ταβέρνας

Αξίζουν δυο λόγια για την πρόσοψη της ταβέρνας. Η ταμπέλα πάνω από την είσοδο, είχε το όνομα της ταβέρνας (που εκδήλωνε όλη την …ποιητική διάθεση του ταβερνιάρη) αλλά και το δικό του όνομα. Ένθεν και ένθεν της εισόδου ήταν κρεμασμένες ταμπέλες με δελεαστικές προτάσεις για τα ούζα Α-Α, τους άφθονους και εκλεκτούς μεζέδες, με ειδική αναφορά στη μαρίδα, στον “Κήπο στο βάθος” και στο “Γλέντι και χορό μέχρι πρωίας”!

 

Οι πλακατζήδες

Στους τοίχους της ταβέρνας, ήταν απαραίτητα κρεμασμένο το τιμολόγιο, μερικές λιθογραφίες, όπως “Ο πωλών τοις μετρητοίς…”, “Η μάχη της Αλαμάνας”, η “Μαντώ Μαυρογένους” κ.ά. Υπήρχαν όμως και ταμπέλες με τις εντολές της διεύθυνσης: «Απαγορεύονται αι πολιτικαί συζητήσεις», «Δεν δίδεται πίστωσις», «Απαγορεύεται το πτύειν επί του δαπέδου», «Μη βλασφημείτε τα θεία»…

Μάλιστα στην τελευταία ταμπέλα, κάποιοι πλακατζήδες (και κρυφά από τον ταβερνιάρη) άλλαζαν το “α” και το κάνανε “η”, οπότε ο άσχετος διάβαζε «Μη βλασφημείτε τη θεία». Υπήρχαν και κάποιοι …παλιοχαρακτήρες (σκέτα “πλασμώδια του Λαβεράν”) οι οποίοι έσβηναν το “Μη”  και η ταμπέλα έδειχνε να προτρέπει «Βλασφημείτε τα θεία»! Ο ταβερνιάρης-κάπελας τα φοβόταν πολύ αυτά, γιατί μπορεί να ‘μπαινε κάνας σταυρωτής χωρίς χιούμορ και να τον τράβαγε στην ασφάλεια, ως κομμουνιστή, πόρνο και άθεο!

 

Στις πρώτες ταβέρνες δεν υπήρχε μουσική, εκτός κι έμπαινε καμιά φορητή λατέρνα ή κάνας πελάτης με όργανο. Με την ευκαιρία, να πω λίγα λόγια για τη λατέρνα η οποία ήταν βασικά όργανο του δρόμου και η οποία με τον υπέροχο ήχο της σκορπούσε χαρά και μάλιστα σε μία πόλη που δεν είχε αυτοκίνητα και στριμωξίδι όπως σήμερα. Τη λατέρνα αυτή μπορούσε κάποιος να την κουβαλήσει στην πλάτη και τέτοιες σκηνές υπάρχουν στην ταινία “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο” (1955) του μάγου Σακελλάριου!

 

Όμως η λατέρνα που μπήκε μόνιμα στις ταβέρνες, ήταν διαφορετική από την κινούμενη. Ήταν μεγαλύτερη, κάτι μεταξύ μεγάλου ψυγείου και ντουλάπας, αλλά η μανιβέλα που γύριζε για να ακουστεί ο ήχος, ήταν μπλοκαρισμένη. Ο μερακλής πελάτης, που ήθελε να γυρίσει ο ίδιος τη μανιβέλα αφού είχε επιλέξει το κομμάτι που του άρεσε, έριχνε το κατάλληλο νόμισμα σε μία ειδική σχισμή της λατέρνας κι έτσι η μανιβέλα ξεμπλόκαρε! Μία τέτοια λατέρνα είχε κι ο Γιώργος Μπάτης στον καφενέ του “Η ΟΔΟΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ”, στα Λεμονάδικα.

 

Κομπανίες και ρεμπέτικα

Οι πρώτες κομπανίες που μπήκαν στις ταβέρνες κατέλαβαν τη θέση της λατέρνας-ντουλάπας. Στην αρχή δεν υπήρχε πάλκο, αλλά αργότερα, όταν η ορχήστρα έγινε μία προϋπόθεση για διασκέδαση στην ταβέρνα, τότε δημιουργήθηκε μία μικρή χαμηλή εξέδρα για την ορχήστρα, οπότε όλο το κοινό και άκουγε και έβλεπε. Πάντως, η μικρή, ασήμαντη, συνοικιακή ταβέρνα, ήταν η πρώτη-πρώτη έδρα της ρεμπέτικης κομπανίας, της κομπανίας με μπουζούκι και μπαγλαμά, η οποία αφού εγκατέλειψε την αρχική της “έδρα”, δηλαδή τους τεκέδες, άρχισε το μεγάλο ταξίδι της διασκέδασης…

 

Τα ρεμπέτικα τραγούδια έχουν ως γνωστόν ταπεινή καταγωγή, αφού ξεκίνησαν μέσα από τους τεκέδες και τις φυλακές. Και ενώ στην αρχή ήταν μία ιδιωτική υπόθεση της μαγκιάς, κάποια ιστορική “μέρα”, από υπόθεση ιδιωτική, έγιναν δημόσιο ακρόαμα χάρη σε μία εξέχουσα προσωπικότητα. Τον Μάρκο Βαμβακάρη! Ήταν ακριβώς το καλοκαίρι του 1934 όταν δημιουργήθηκε η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία και εμφανίστηκε στον Πειραιά, στην ταβέρνα “Η μάντρα του Σαραντόπουλου”. Από τότε άλλαξε η μορφή της ταβέρνας και μαζί η λαϊκή διασκέδαση στην Ελλάδα.

 


Αριστερά, η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς», η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία που ανέβηκε σε πάλκο το καλοκαίρι του 1934, στην ταβέρνα «Η μάντρα του Σαραντόπουλου», στην Ανάσταση του Πειραιά. Δεξιά, τα μεγαλύτερα ονόματα του ρεμπέτικου στην «Ταβέρνα του Καλαματιανού», στις Τζιτζιφιές (1948).

 

Να τονίσω, όμως, πως η αλήθεια είναι ότι η παλιά ταβέρνα, δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μία παράγκα, μία χαμοκέλα ή κι ένα υπόγειο. Σ’ ένα τραγούδι του 1930, “Στην υπόγα”, ακούμε «Βρε από πίσω απ’ τη Στρατώνα, βάρεσαν μάγκα στην υπόγα…». Και τα διάσημα πια (και νεότερα) “Κούτσουρα του Δαλαμάγκα” κοντά στο Λευκό Πύργο στη Θεσσαλονίκη, όπως επίσης και το “Καλαμάκι”, τα οποία τίμησε με το παίξιμό του ο Τσιτσάνης και τα οποία έστειλε στην αιωνιότητα με το τραγούδι του “Μπαχτσέ Τσιφλίκι” (“Ο Χατζημπαξές”) (1946), δεν ήταν τίποτ’ άλλο από δύο απλές παράγκες!

 

Τα καπηλειά

Τα καπηλειά είναι μία πολύ παλιά ιστορία, αφού υπήρχαν διαδεδομένα στην Αρχαία Ελλάδα! (Θα μπορούσα να πω αβίαστα, ότι είναι το παλαιότερο λαϊκό στέκι της Ευρώπης, εδώ και 2.500 χρόνια!) Η αριστοκρατία, τότε εδώ, έτρωγε έπινε και διασκέδαζε στα πλούσια συμπόσια. Οι απλοί άνθρωποι, όμως, πήγαιναν στα ευρέως διαδεδομένα και πολύ αγαπητά “καπηλεία” τα οποία είχαν ελεύθερη είσοδο, όπως και κακή φήμη, αφού εκεί παίζονταν και τυχερά παιχνίδια.

 

Υπάρχουν πολλές αναφορές, για τα καπηλειά, σε αρχαία κείμενα. Μάλιστα σε κωμωδίες και σε λόγους, ακούμε για “καπηλειά της γειτονιάς”. Ένα τέτοιο καπηλειό, περίπου του 400-380 π.Χ., ανακάλυψε το 1975;, στις ανασκαφές της Αμερικανικής Σχολής, ο Αμερικανός αρχαιολόγος Τ. Λέσλι σερ Τζούνιορ (περ. Hesperia, τ. 44, 1975). “Κάπηλος”, αρχικά, ονομαζόταν ο έμπορος και μεταφορικά ο “αισχροκερδής”. “Καπηλεία”, έλεγαν τα πρώτα πανδοχεία, στα οποία οι έμποροι (κάπηλοι) πούλαγαν διάφορα προϊόντα, όπως λάδι, κρασί, σιτάρι…

 

Καπηλειά υπάρχουν μέχρι και σήμερα, αλλά στα αυθεντικά καπηλειά, δεν υπάρχει ποτέ στην ταμπέλα η λέξη “καπηλειό”.

 

Ο Ηρόδοτος (;-425; π.Χ) μιλάει επιτιμητικά για «Καπήλους και χειρώνακτας και αγοραίους ανθρώπους…». Ο Αριστοφάνης (;-386; π.Χ.), στη “Λυσιστράτη” (411 π.Χ.), γράφει «πο δ α σ βλέπεις, οδν ποιν λλ καπηλεον σκοπν;» (στ. 427-428». (μτφρ. «Πού κοιτάζεις ρε; Ψάχνεις για κανένα καπηλειό δω γύρα;»). Ο ρήτορας Ισοκράτης (436 π.Χ. – 338 π.Χ.), γράφει «…ν καπηλείῳ δ φαγεν πιεν» (Ισοκρ. 7.36-49). Ο ρήτορας Υπερείδης (390 π.Χ.-322 π.Χ.) σημειώνει πως «Οι Αρεοπαγίτες απαγόρευαν σε οποιονδήποτε είχε γευματίσει σε καπηλείο να επισκεφθεί τον Άρειο Πάγο». Ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς (5ος μ.Χ.) γράφει «Κάπηλοι ονθυλεύουσι (νοθεύουν) τον οίνον…».

 

Ένα Βυζάντιο, πνιγμένο στα καπηλειά! Τον 5ο μ.Χ. αιώνα, περιοδεύοντες θεραπευτές και εξορκιστές, είχαν στέκι τους τα καπηλειά! Μάλιστα οι κάπηλοι επαγγελματίες είχαν οργανωμένες συντεχνίες. Να παρατηρήσω, ότι τα καπηλειά στο Βυζάντιο ήταν ίδια με τις ταβέρνες της Ευρώπης!

 

Τα καπηλειά της Σμύρνης

Και η Σμύρνη ήταν γεμάτη καπηλειά και μάλιστα αυτά πρόσφεραν το περιζήτητο “σεβντικαλιό” μαύρο κρασί! Ο Παπαδιαμάντης αναφέρει το “καπηλειό” στο διήγημα του “Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη” (1896). Ο Ιωάννης Πολέμης στο ποίημα του “Νερωμένο κρασί” γράφει «Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη, τι το νερώνεις το κρασί… πίνω και δε μεθώ;» (“Νερωμένο κρασί” ή “Παραδειγματικόν”, Ι. Πολέμης, 1909;). Ο Καβάφης έγραψε το 1926, το ιστορικοφανές ποίημα “Μέσα στα καπηλειά”.

 

Για “υπόγειο καπηλειό” ακούμε στο τραγούδι “Σαββατόβραδο” των Μίκη-Τ. Λειβαδίτη (1961). Το καπηλειό, ήταν και κρασοπουλειό, γιατί αλλιώς δεν είχε νόημα ο χαρακτηρισμός “καπηλειό”. Μάλιστα είχε συνήθως σαν πελάτες κατοίκους της γειτονιάς και ήταν καταφύγιο, ιδιαίτερα τα κρύα βράδια του χειμώνα, με τη θαλπωρή της ξυλόσομπας και φυσικά του κρασιού.

 

Για έναν απένταρο μπεκρή έξω από ένα τέτοιο καπηλειό έγραψε ο Γιώργος Μητσάκης το 1947 το συγκλονιστικό τραγούδι “Το καπηλειό”: «Η νύχτα είναι παγερή και λίγο ψιχαλίζει
κι απ’ την απέναντι γωνιά το καπηλειό φωτίζει». Τα είπε όλα!

 

Εδώ και 60-70 χρόνια, πάντως, οι όροι “καπηλειό”, “κουτούκι”, “κουτουκάκι”, “κρασοπουλειό” και “ταβερνάκι”, σημαίνουν περίπου το ίδιο στην καθομιλούμενη. Τα “κουτούκια”, ιδιαίτερα, σέρνουν και μια αίσθηση υπογείου! Είδατε, λοιπόν, ότι το καπηλειό είναι ελληνικό καθώς και η λέξη;

 

Πηγή: slpress.gr