...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Τα ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης.

Τα ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης.

 

 

Το Υπουργείο Πολιτισμού κατέταξε τα ριζίτικα τραγούδια στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, καθώς αποτελούν το παλαιότερο είδος της δημοτικής μουσικής της Κρήτης.

 

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για το πώς προέκυψε η ονομασία. Μία εκδοχή υποστηρίζει ότι τα «ριζίτικα» προέρχονται από τις ρίζες που προσδιορίζουν τους πρόποδες των Λευκών Ορέων. Άλλη θεωρία αναφέρει ότι σχετίζονται με τα τραγούδια τη γενεαλογική ρίζα, τους προγόνους. Η προέλευσής τους είναι κατά βάση από τη δυτική Κρήτη.

Τα θέματα των τραγουδιών ποικίλουν. Μπορεί να αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, σε ήρωες, στη θρησκεία, στον έρωτα ή στη φύση και να έχουν εύθυμο ή «βαρύ» περιεχόμενο. Με διάφορες μελωδίες υμνούν στους σταθμούς της ζωής. Μεταδίδονται προφορικά από γενιά σε γενιά.

Αποτελούν τη συνέχεια της δωρικής μουσικής, που εξυμνούσε τα κατορθώματα των πολεμιστών. Για αυτό, τραγουδιόνται παραδοσιακά μόνο από άνδρες. Τα ριζίτικα ακολουθούν την αρχαία μελωδία και η ποίηση τον αρχαίο μουσικό ρυθμό.

«Τα τραγουδούσε ο κρητικός λαός στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς και έχουν και αλληγορική σημασία. Το «Αγρίμια και αγριμάκια μου» δεν λέει για τα αγρίμια και τα ελάφια. Λέει για τους αντάρτες που ζούσαν τότε στα σπηλιαράκια τους, στους γκρεμούς και πολεμούσαν για τη λεφτεριά», είχε αναφέρει ο Νίκος Ξυλούρης.

 

Αγρίμια κι αγριμάκια

https://www.youtube.com/watch?v=OG6WZoVfGao

 

Στίχοι: Παραδοσιακό

Μουσική: Παραδοσιακό

Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης

 

Αγρίμια κι αγριμάκια μου,

λάφια μου μερωμένα,

πέστε μου πού'ναι οι τόποι σας,

πού'ναι τα χειμαδιά σας;

Γκρεμνά'ναι εμάς οι τόποι μας,

λέσκες τα χειμαδιά μας,

τα σπηλιαράκια του βουνού

είναι τα γονικά μας.

 

Τα ριζίτικα διακρίνονται σε δύο είδη: της τάβλας και της στράτας. Τα ριζίτικα της τάβλας ερμηνεύονται στο τραπέζι ενώ οι παρευρισκόμενοι είναι καθιστοί. Ένας από αυτούς αρχίζει να τραγουδά μιάμιση στροφή από το ριζίτικο που επέλεξε και επικρατεί απόλυτη ησυχία. Μόλις τελειώσει, επαναλαμβάνουν τη στροφή οι υπόλοιποι. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι να ολοκληρωθεί το τραγούδι.

 

Τα ριζίτικα της στράτας ερμηνεύονται από τους γαμηλιώτες, οι οποίοι συνοδεύουν τη νύφη ή πηγαίνουν να ζητήσουν την προίκα.

 

«Πότε θα κάνει ξαστεριά»

 

«Πότε θα κάμει ξαστεριά

Ε, πότε θα φλεβαρίσει  

Να πάρω το ντουφέκι μου…»

 

Η «Ξαστεριά» αποτελεί ίσως το δημοφιλέστερο ριζίτικο. Η προέλευσή του δεν είναι ακριβής. Άλλοι υποστηρίζουν ότι δημιουργήθηκε στην Τουρκοκρατία, άλλοι στην Ενετοκρατία και άλλοι κατά τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

 

Γνωστό είναι ένα παλαιότερο τραγούδι που είχε παρόμοιους στίχους:

«Χριστέ νά ζώνουμουν σπαθί καί νάπιανα κοντάρι

νά πρόβαινα στόν μαλό στή στράτα τ Μουσούρω,

νά σύρω τ’ ργυρό σπαθί καί τό χρυσό κοντάρι

νά κάμω μάνες δίχως γιούς, γυνακες δίχως ντρες»

 

Οι Μουσούροι ήταν αριστοκράτες της Κρήτης από το Βυζάντιο. Ως «Στράτα των Μουσούρων» θεωρείται ο δρόμος που συνέδεε το χωριό Λάκκοι με τον Ομαλό, όπου ζούσε η οικογένεια.

Με τα χρόνια οι στίχοι κατέληξαν ως εξής:

«Πότε θά κάμει ξαστεριά, πότε θά φλεβαρίσει

νά πάρω τό τουφέκι μου τήν μορφη πατρώνα

νά κατεβ στόν μαλό, στή στράτα τν Μουσούρω,

νά κάμω μάνες, δίχως γιους, γυνακες δίχως ντρες

νά κάμω καί μωρά παιδιά νά κλαν δίχως μανδες,

νά κλαν’ τή νύχτα γιά νερό καί τό πρωί γιά γάλα»

 

Το ριζίτικο ήταν γνωστό στην τοπική κοινωνία κατά τα επαναστατικά χρόνια. Εκτός των ορίων της Κρήτης «βγήκε» όταν η μεγαλόνησος ενώθηκε το 1913 με την υπόλοιπη Ελλάδα. Από τότε, το τραγουδούσαν σε διάφορα γεγονότα. Η «Ξαστεριά» έχει συνδεθεί με την ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη, στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, όπου εμψύχωνε τους φοιτητές.

 

Ο δίσκος τα «Ριζίτικα»

Τα ριζίτικα τραγούδια έγιναν γνωστά στο πανελλήνιο, χάρη στον Γιάννη Μαρκόπουλο. Με σύνθημα «Επιστροφή στις ρίζες», εξέδωσε το δίσκο «Ριζίτικα» (1971), τα οποία ερμήνευσε ο Νίκος Ξυλούρης. Ο Μαρκόπουλος διασκεύασε και ενορχήστρωσε μερικά από τα πιο γνωστά ριζίτικα, όπως «Αγρίμια κι αγριμάκια μου», «Κόσμε χρυσέ», ο «Διγενής» και «Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου».

Ο δίσκος παραλίγο να μην δημιουργηθεί ποτέ, καθώς ο συνθέτης και ο Ξυλούρης ανήκαν σε διαφορετικές δισκογραφικές. Έπρεπε πρώτα να κάνουν «συμφωνία ανταλλαγής, δηλαδή θα επιτρεπόταν να συμμετέχει ο Ψαρονίκος στον δίσκο «Χρονικό», αν συμμετείχε ο Μαρκόπουλος στα «Ριζίτικα».

Επιπλέον, ο συνθέτης είχε να αντιμετωπίσει και τη λογοκρισία της Χούντας, η οποία υποστήριζε ότι τα ριζίτικα έκρυβαν πολιτικά μηνύματα. Παρενέβη ο διευθυντής της Columbia, Τάκης Λαμπρόπουλος, ο οποίος υποστήριζε ότι τα τραγούδια ήταν παραδοσιακά και γράφτηκαν πριν από πολλά χρόνια. Τελικά, δόθηκε η άδεια για την κυκλοφορία του δίσκου.

«Το “Πότε θα κάνει ξαστεριά” περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ριζίτικα”. Αυτά είναι επαναστατικά τραγούδια τα οποία γεννήθηκαν στη δυτική Κρήτη. Μου άρεσαν πάρα πολύ τα τραγούδια αυτά. Τα τραγουδούσα από μικρός και πίστευα ότι αυτή η δυναμική την οποία φέρουν μέσα τους και η άποψη της ελευθερίας την οποία καταθέτουν, θα μπορούσε να τα κάνει αγαπητά», είχε αναφέρει ο Μαρκόπουλος.  

«Το τραγούδι, αν είναι γνήσιο και αληθινό, γίνεται από ιθαγενές αυτόματα και διεθνές. Ρίζες σημαίνει η εύρεση της χαμένης ταυτότητας, όχι μόνο του Έλληνα, αλλά του ανθρώπου. Ρίζες σημαίνει η πιο προοδευτική και μοντέρνα θέση. Ρίζες σημαίνει άνοιγμα στο μέλλον, με βάση την ισότητα, την ελευθερία και τη συντροφικότητα», είχε πει.

Ο Ξυλούρης και ο Μαρκόπουλος για το δίσκο «Ριζίτικα» τιμήθηκαν με το Βραβείο Δίσκου της Ακαδημίας «Σαρλ Κρος», στην κατηγορία της Διεθνούς Λαϊκής Μουσικής.

Πηγή εικόνας: ΑΠΕ-ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΤΤΑΚΟΣ ...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/ta-rizitika-tragoydia-tis-kritis-o-markopoylos-kai-o-xyloyris-poy-ta-ekana-gnosta-se-oli-ti-chora/?sfnsn=mo

«Όξου στην πόρτα κι στ' αλώνι μου» (Κωσταράζι Καστοριάς)

«Όξου στην πόρτα κι στ' αλώνι μου» (Κωσταράζι Καστοριάς) | Μακεδονικά τραγούδια

 


 

Μακεδονικό τραγούδι και χορός από το χωριό Κωσταράζι του νομού Καστοριάς (χωριό ντόπιων Μακεδόνων). Πρόκειται για τραγούδι που το έλεγαν οι κοπέλες στα χοροστάσια και στις πλατείες, σε κάθε γιορτινή περίσταση ή τις Κυριακές. Συνοδεύεται από το απλό, αλλά πανελλαδικής εμβέλειας και πανάρχαιο μοτίβο του συρτού "στα τρία".

 

Το συγκεκριμένο απόσπασμα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ντόπιες Κωσταραζινές τραγουδούν τα τραγούδια των προγόνων τους στα χαλάσματα του χωριού παλιό Κωσταράζι, απ' όπου έλκουν την καταγωγή τους. Το 1944, οι Γερμανοί κατακτητές κατέστρεψαν το Κωσταράζι Καστοριάς και οι κάτοικοι μετοίκησαν στο ομώνυμο χωριό Νέο Κωσταράζι. Στο παλιό Κωσταράζι έχουν απομείνει μονάχα τα χαλάσματα των σπιτιών και ο Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου.

 

Το Κωσταράζι μαζί με τον Γέρμα, τη Μηλίτσα και το Βογατσικό είχαν στενές σχέσεις και κοινές παραδόσεις. Οι μελωδίες των τραγουδιών τους είναι πραγματικά αρχέγονες και μοναδικές στην ευρύτερη περιοχή.

 

Τραγουδούν: Μέλη του Συλλόγου Γυναικών Κωσταραζίου "ΔΙΑΜΑΝΤΟΝΥΦΗ"

 

Απόσπασμα από την εκπομπή "Στη Γη της Μακεδονίας" του Στέλιου Λουκά.

 

Αντλήθηκε από:  https://www.gstatic.com/youtube/img/watch/social_media/facebook_1x.png / 222280388463234 

 

 

Ακούστε το τραγούδι:

https://www.youtube.com/watch?v=OCvlDlAi9z8

 

 

Οι στίχοι:

Όξου στην πό-, όξου στην πό-,

όξου στην πόρτα κι στ' αλώνι μου,

όξου στην πόρτα κι στ' αλώνι μου,

τρανός χουρός ηγένηνταν.

 

Τρανός χουρός ηγένηνταν,

τρανός κι αδιπλουγύριστους.

Πάησα κι 'γω κι πιάστηκα

κι έπιασα χέρι δρουσιρό

κι δρουσουλουγίστηκα κι εγώ.

 

 

Πηγή:

Youtube - #greek_folk_music #greek_macedonia #macedonian_folk_song

Φωτογραφία: el.wikipedia.org/wiki

Τσαρούχι

Τσαρούχι

 

Τσαρούχι, το υπόδημα των ευζώνων

(φωτογραφία από παράταξη της Προεδρικής Φρουράς)

Το τσαρούχι είναι ελαφρύ, δερμάτινο χειροποίητο ανδρικό ή γυναικείο υπόδημα με ή χωρίς φούντα[1] το οποίο φορούσαν οι χωρικοί στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και σε άλλες ορεινές περιοχές των Βαλκανίων και της Τουρκίας μέχρι και τις αρχές του εικοστού αιώνα. Σήμερα φοριούνται στην Ελλάδα ως υποδήματα μαζί με τη φουστανέλα και με τη στολή των Ευζώνων.

Η αρχική τους ονομασία ήταν «πίγγες»[2] ενώ η σημερινή λέξη που προσδιορίζει τα συγκεκριμένα υποδήματα πιστεύεται ότι προέρχεται από το τουρκικό «τσαρίκ» (carik). Στην Ιταλία υπάρχουν όμως μυτερά υποδήματα ονομαζόμενα «chiòchiera» («τσιότσιερα») ή «ciòcia» κάτι που επιτρέπει να υποθέσουμε την Ιταλική καταγωγή της ονομασίας. Κατασκευαζόταν από ακατέργαστο ή κατεργασμένο δέρμα από τέσσερα συνήθως τεμάχια την «πατωσιά» (ή σόλα) τα δύο πλάγια και στην άκρη του τη «μύτη» σε διάφορες παραλλαγές, άλλοτε γυμνή και γυρισμένη προς τα πάνω είτε καλυμμένη με πλούσια, μάλλινη φούντα, η οποία ήταν συνήθως μαύρη για τους άνδρες και τις γυναίκες είτε πολύχρωμη για τα παιδιά. Το δέρμα από το οποίο κατασκευάζονταν ήταν το λεγόμενο «τελατίνι» χρώματος ερυθρού. Τα τσαρούχια καθημερινής χρήσης ήταν απλά χωρίς στολίδια, ενώ τα πλουσιώτερα είχαν κορδόνια και πούλιες.

Τα τσαρούχια που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας στην Προεδρική Φρουρά φέρουν επίσης στο κάτω μέρος τους περίπου 50 καρφιά το καθένα. Τα καρφιά αυτά είναι υπεύθυνα για τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγουν τα τσαρούχια κατά τη διάρκεια ευζωνικών παρελάσεων. Ως συνεπακόλουθο, τα καρφιά αυτά αυξάνουν αρκετά το βάρος του τσαρουχιού, το οποίο μπορεί να φτάσει και τα τρία κιλά το καθένα.

Εκτός από τον παραπάνω τύπο υποδήματος οι χωρικοί και ποιμένες πολλών περιοχών της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας κατασκευάζουν παρόμοια υποδήματα από ακατέργαστο δέρμα χοίρου καλούμενα "γουρουνοτσάρουχα" που θεωρούνται ως ελαφρά πέδιλα τα οποία και εξασφαλίζουν άνετο βάδισμα σε ανώμαλα εδάφη. Αυτά αποτελούνται από ενιαίο τεμάχιο που αναδιπλώνεται και συγκρατείται στο πόδι από ιμάντες από το ίδιο δέρμα.

Στη στρατιωτική ορολογία, το τσαρούχι που φέρουν οι εύζωνες (τσολιάδες) ονομάζεται «ταρρούχιον». Παρ' όλα αυτά είναι ευρέως γνωστό υπό τον όρο «τσαρούχι». Την εποχή που τα ευζωνικά τάγματα ήταν μάχιμα τμήματα του Ελληνικού Στρατού, στις φούντες ήταν τοποθετημένα αιχμηρά αντικείμενα τα οποία χρησιμοποιούνταν στις μάχες εκ του συστάδην.[3]

 

Εκφράσεις

Τα τσαρούχια, αν και χρησιμοποιούνται σήμερα επίσημα (στην Ελλάδα) μόνο από την Προεδρική Φρουρά, ή ως τουριστικά αναμνηστικά είδη (σουβενίρ), έχουν πάρει ήδη τη θέση τους σε δημώδεις εκφράσεις όπως:

 

«έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι», κάτι που υποδηλώνει ότι η γλώσσα έγινε σκληρή σαν τσαρούχι σε περιπτώσεις δίψας,

 

«μπήκε με τα τσαρούχια» σε προσωπικές επιτυχίες.

 

«θα σας πάρουμε με τα τσαρούχια», θα σας νικήσουμε κατά κράτος.

 

«κοιμάται με τα τσαρούχια», εκτός πραγματικότητας.

 

«βγήκε με τα τσαρούχια», παμψηφεί.

 

Παροιμίες:

 

«Μικρός διάβολος τρανά τσαρούχια», περιοχή Βοΐου.

 

«Παστρική καλή Θοδώρα, το τσαρούχι μέσ' την πίτα», Αρκαδία

 

«Ο χωριάτης κι αν πλουτίσει, το τσαρούχι δεν τ’ αφήνει»

 

«Μη θέλοντας ο ζωγράφος, μα θέλοντας ο βλάχος φόρησ’ ο Χριστός τσαρούχια»

 

Επίσης, στην αργκό των ευζώνων η έκφραση «σπάω το τσαρούχι» σημαίνει χτυπάω δυνατά το πόδι μου στο έδαφος, κατά τη διάρκεια του ευζωνικού βηματισμού. Στους δημοτικούς χορούς, η έκφραση «λύγισε τσαρούχι» ή «κάνε τσαρούχι» σημαίνει να λυγίσει κανείς το πέλμα του ποδιού προς τα επάνω (κατά το χαρακτηριστικό σχήμα του τσαρουχιού). Τέλος, στη περίοδο του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940 το τσαρούχι του Έλληνα τσολιά υπήρξε το πιο δημοφιλές θέμα, τόσο στις γελοιογραφίες της εποχής και στις θεατρικές επιθεωρήσεις όσο και στα ευθυμογραφήματα.

 

Παραπομπές

 

  1. Ελληνικές Φορεσιές, Συλλογή Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, β' έκδοση, Αθήνα 2005, σελ. 271.
  2. Παπαντωνίου, Ιωάννα (2000). Η Ελληνική ενδυμασία. Από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Αθήνα: Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος. σελ. 242. ISBN 960-7059-10-7.
  3. «Προεδρική Φρουρά: Στολές». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Οκτωβρίου 2017.

 

Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/