...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

Ο θρυλικός ρεμπέτης Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας

Ο θρυλικός ρεμπέτης Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας 

Του Νίκου Δεμισιώτη

 



 

Το ρεμπέτικο τραγούδι, πριν φτάσει στα «σαλόνια» και κάποια στιγμή γίνει και μόδα, γεννήθηκε μέσα στις λάσπες. Μέσα σε σκοτεινούς τεκέδες που το ταβάνι τους είχε καλυφθεί από καπνούς.

 

Όταν η μουσική σταματούσε, ακουγόταν μόνο ο ήχος από τα κομπολόγια. Οι μάγκες, μετρούσαν με αυτά τους καημούς τους.

 

Όποιος σηκωνόταν να χορέψει, άφηνε την ψυχή του πάνω στην πίστα. Έχοντας το καπέλο του στραβά και το σακάκι ριχτό πάνω στον ένα ώμο. Μυσταγωγία ολόκληρη.

 

Δεν μπορούσες να ήσουν ρεμπέτης αν δεν το έλεγε η καρδούλα σου. Μπροστά στα μάτια σου, άλλωστε, τα μαχαίρια έβγαιναν «για πλάκα» και για το τίποτα.

 

Το ρεμπέτικο δεν είναι ένα απλό είδος μουσικής. Είναι η μια ολόκληρη ιστορία η οποία σε πολλά της σημεία τέμνεται από την ιστορία της χώρας. Άνθρωποι όπως ο Μπαγιαντέρας, που πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 1985, είναι αυτοί που έχτισαν τον θρύλο αυτής της μουσικής.

 

Ο «Ραψωδός της αντίστασης»

 

Ο Δημήτρης Γκόγκος γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 1903, στο Χατζηκυριάκειο. Μια από τις πιο «ζόρικες» γειτονιές του Πειραιά. Ο πατέρας του ήταν από τον Πόρο και η μητέρα του από την Ύδρα. Ο υπαξιωματικός του βασιλικού ναυτικού, Γιάννης Γκόγκος έκανε μαζί με τη σύζυγό του 22 παιδιά! Το «στερνοπούλι» του, ήταν ο Δημήτρης.

 

Πήγε στο σχολείο, το τελείωσε και μετά σπούδασε ηλεκτρολόγος. Αλλά δεν είχε καμία σχέση με όλα αυτά. Εκείνος αγαπούσε τη μουσική. Τη λάτρευε. Πριν καν κλείσει τα 17 του χρόνια, ήξερε να παίζει μαντολίνο και κιθάρα. Είναι η εποχή που άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι και αργότερα θα μάθει και μπαγλαμά. Το μπουζούκι ήταν ο μεγάλος του έρωτας.

 

«Γνωρίστηκαν» όταν ο Δημήτρης Γκόγκος ήταν στη φυλακή επειδή όντας φαντάρος συνελήφθη και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 6 ετών επειδή προμήθευε με εκρηκτικά φίλους του ψαράδες! Όταν βγήκε από τη φυλακή, άρχισε να χτίζει το όνομά του. Το 1925 διασκεύασε την ιταλική οπερέτα «Μπαγιαντέρα», του Έριχ Κάλμαν, για λαϊκή ορχήστρα με μπουζούκι και μαντολίνο. Έτσι απέκτησε και το παρατσούκλι του.

 

Τη δεκαετία του 1930 είναι πλέον ένα αναγνωρίσιμο όνομα στα ρεμπέτικα στέκια του Πειραιά. Σε όποιο στέκι και να έπαιζε οι πειραιώτες έκαναν ουρές για να τον ακούσουν. Είναι η περίοδος που συναντά, γνωρίζει και συνεργάζεται με ιερά τέρατα του ρεμπέτικου όπως ο Βαμβακάρης, ο Παγιουμτζής και ο Μπάτης.

 

Το 1937 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο στην Columbia με τίτλο «οι Καπνεργάτριες», με το τραγούδι «η καπνουλού» αφιερωμένο στη σύντροφο της ζωής του, καπνεργάτρια και στιχουργό Δέσποινα Αραμπατζόγλου.

 

Πάνω στο απόγειο της καριέρας του ο Δημήτρης Γκόγκος βρίσκεται να «παλεύει» με τον Μπαγιαντέρα. Από τη μια ένας ευαίσθητα κοινωνικά άνθρωπος, έντονα πολιτικοποιημένος. Από την άλλη άνθρωπος της νύχτας. Με κακές παρέες.

 

Ο Μπαγιαντέρας εθίζεται σε σκληρές ουσίες αλλά γρήγορα αντιλαμβάνεται πως αυτά τα οποία πιστεύει και πρεσβεύει έρχονται σε αντίθεση με την τοξικομανία. Μόνος του αποφασίζει να κλειστεί σε ένα δωμάτιο και ν’ αποτοξινωθεί.

 

Χρόνια αργότερα, ο Τάσος Σχορέλης στη «Ρεμπέτικη ανθολογία» του θα γράψει γλαφυρά πως «τα έκοψε όλα μαχαίρι. Μέχρι το τέλος της ζωής του δεν κάπνισε ούτε ένα τσιγάρο, δεν ήπιε ούτε πορτοκαλάδα με ανθρακικό»!

 

Όταν «καθάρισε» από τα ναρκωτικά έγινε μέλος του ΚΚΕ. Στο ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, βρέθηκε στα βουνά της Πίνδου. Πολεμάει και γράφει τραγούδια που υμνούν τον ηρωισμό των Ελλήνων φαντάρων, την ελευθερία και την αντίσταση.

 

«Έχω τ’ αγρίμια συντροφιά, έχω και τα ζαρκάδια, με τα τσακάλια τριγυρνώ μέρες, αυγές και βράδια. Τον ουρανό για σκέπασμα, τη γη έχω για στρώμα και το ΕΑΜ μεσ’ στην καρδιά, γι’ αυτό θα μπω στο χώμα», τραγουδά στο «σου στέλνω χαιρετίσματα».

 

Ο μελετητής του λαϊκού μας τραγουδιού Νέαρχος Γεωργιάδης αναφέρει ότι ο Μπαγιαντέρας «συνέθεσε τουλάχιστον μια ντουζίνα τραγούδια για την Αντίσταση, στα οποία αναφέρονται ρητά τα ονόματα ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, που τα τραγουδούσε κρυφά κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αργότερα».

 

Ο Μπαγιαντέρας, μάλιστα, έγραψε και τραγούδι για τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ, τον θρυλικό Άρη Βελουχιώτη.  «Πολέμησε αντάρτη μου, ως πολεμάνε όλοι και με τον Άρη αρχηγό, θα ‘ναι γλυκό το βόλι. Για ντουφέκι δε με νοιάζει, ούτε βάζω πια μαράζι, αρχηγό μου έχω τον Άρη, το λεβεντοπαλικάρι…».

 

Τυφλώθηκε στο πάλκο ενώ έπαιζε μπουζούκι

Όταν οι Ναζί κατέλαβαν την Ελλάδα, ο Μπαγιαντέρας επέστρεψε στην Αθήνα και μέσω της μουσικής προσπάθησε να βγάλει τα προς το ζην. Τον Ιούνιο του 1941, παίζει μουσική στο Μαρούσι, στο μαγαζί «Πειραιεύς», μαζί με τον Γιάννη Σταμούλη (γνωστό ως Μπιρ-Αλλάχ). Από την αβιταμίνωση του έχει παρουσιαστεί γλαύκωμα.

 

Δε σταματάει να εργάζεται, ωστόσο, γιατί οι καιροί ήταν δύσκολοι. «Τότε το μεροκάματο ήταν πολύ μικρό και δεν έπρεπε να χάνουμε ούτε μία μέρα. Τα μάτια μου πονούσαν συνεχώς. Ήξερα ότι είχα γλαύκωμα. Έτσι, μια μέρα, εκεί που έπαιζα ένα από τα γνωστά μου τραγούδια, αισθάνθηκα ότι χανόταν το κάθε τι από μπροστά μου. Δεν μπορούσα να κάνω πια τίποτα. Το μοιραίο είχε έλθει. Από ‘κει και έπειτα άρχισε η περιφρόνηση από πολλούς» είχε πει ο ίδιος ο ρεμπέτης περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο έχασε την όρασή του.

 

Όταν ήρθε η απελευθέρωση ο Μπαγιαντέρας έζησε μια μεγάλη περίοδο μέσα στη φτώχεια και τη στέρηση. Για λίγο καιρό θα δουλέψει στα λαϊκά κέντρα και μετά θα βγει στη «σφουγγάρα», δηλαδή θα γυρίζει από στέκι σε στέκι βγάζοντας «δίσκο»! Όταν έβγαινε για «σφουγγάρα» είχε μαζί του για βοηθούς τις κόρες του, την Αγγελική και την Έλλη. Ανά δύο τραγούδια που έλεγε ο πατέρας τους, οι μικρές γυρνούσαν με ένα πιατάκι τα τραπέζια και μάζευαν όσα χρήματα τους έδιναν οι θαμώνες των μαγαζιών.

 

Για περίπου 20 χρόνια ο Δημήτρης Γκόγκος ήρθε αντιμέτωπος με την ανέχεια αλλά και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η προσπάθεια αναβίωσης του ρεμπέτικου, που έγινε επί χούντας, ανακούφισε κάπως τη φτώχεια του.

 

«Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη», «Αποβραδίς ξεκίνησα» (ή «Χατζηκυριάκειο», όπως επίσης είναι γνωστό), «Μέσα στης ζωής τα μονοπάτια», «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου», «Ξεκινάει μια ψαροπούλα», «Νυχτερίδα», «Ξαβεργιώτισσα», «Πειραιωτοπούλα», «Αλάνι με φωνάζουν», «Γυρνώ σαν νυχτερίδα», «Μ' έχεις μαγεμένο», «Έλα να μπερμπαντέψεις», «H μικρή από το Πασαλιμάνι», «Το τραγούδι της αγάπης», «Η άνοιξις», «Με ξέχασες», «Το πέρασμα», «Μια τράτα Κουλουριώτικη», «Κι αν χωρίσαμε δε φταίω». Είναι μερικά μόνο από τα περισσότερα από 100 τραγούδια που άφησε κληρονομιά ο σπουδαίος αυτός ρεμπέτης. Κάποια από αυτά, μάλιστα, θεωρούνται ακόμα και σήμερα από τα ωραιότερα και μελωδικότερα ρεμπέτικα τραγούδια.

 

Είναι απ’ τους πρώτους που συμμετείχαν σε συναυλίες στις μπουάτ της Πλάκας, όπου εκτός απ’ τα παλιά θ’ ακουστούν πολλά απ’ τα ανέκδοτα τραγούδια του. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στο ξαναζωντάνεμα του κλασικού ρεμπέτικου, που ξεκίνησε εκείνα τα χρόνια και συνεχίστηκε απ’ τον Μαρίνο Γαβριήλ (Μαρινάκη), τη Ρόζα Εσκενάζυ, τον Στέλιο Κερομύτη, τον Μιχάλη Γενίτσαρη, τον Σπύρο Καλφόπουλο, τον Μπιρ Αλλάχ κ.ά.

 

Αυτή, όμως, ήταν μια μικρή αναλαμπή. Μετά ο Μπαγιαντέρας βυθίστηκε και πάλι στη φτώχεια. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του αναγκάστηκε ακόμη και να ζητιανέψει για να επιβιώσει. Λίγο πριν το τέλος ζούσε, πλέον, απομονωμένος στο σπίτι του στον Άγιο Ιερόθεο, στο Περιστέρι, έχοντας στο πλευρό του, τη σύζυγό του, την κυρά Δέσποινα.

 

Τον Οκτώβριο του 1985, ο Μπαγιαντέρας, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εκεί έδωσε γενναία μάχη και κατάφερε να βγει νικητής. Πήρε εξιτήριο και επέστρεψε στο σπίτι του.

 

Η υγεία του, ωστόσο, ήταν κλονισμένη. Στις 24 Οκτωβρίου μπήκε ξανά στον «Ευαγγελισμό». Αυτή τη φορά είχε ουρολοίμω­ξη και λοίμωξη του αναπνευστικού. Πάλεψε ξανά αλλά αυτή τη φορά δεν τα κατάφερε. Στις 18 Νοεμβρίου 1985 άφησε την τελευταία του αναπνοή σε ένα δωμάτιο του νοσοκομείου.

 

«Η ζωή μας είναι πολύτιμη. Εγώ λέω της γυναίκας μου: άμα θα πάψω να νιώθω τη ζωή θα πάω να γεμίσω το κρεβάτι μου λουλούδια, θα τα σκορπίσω, θα γράψω ένα τραγούδι και τότε θα σχολάσω…» έλεγε ο ίδιος.

 

Πηγή: reader.gr

Ντιρλαντά. Η παγκόσμια επιτυχία που έσωζε τους δύτες και έσυρε τον Σαββόπουλο στα δικαστήρια.

Ντιρλαντά. Η παγκόσμια επιτυχία που έσωζε τους δύτες και έσυρε τον Σαββόπουλο στα δικαστήρια.

 

Το τραγούδι των σφουγγαράδων έγινε γαλλικό από τη Dalida και διασκευάστηκε σε πολλές γλώσσες.

 

Το σκάφος του καπετάνιου Γκίνη γνωστού και ως Ντιρλαντά...


Το παραδοσιακό κομμάτι «Ντιρλαντά» της Καλύμνου είναι διεθνώς από τα πιο γνωστά ελληνικά τραγούδια.

 

Ο Διονύσης Σαββόπουλος περιέλαβε το τραγούδι στο δίσκο του ’69 «Το περιβόλι του τρελού» και το έκανε επιτυχία στην Ελλάδα. Η διάσημη Νταλιντά το άκουσε και της άρεσε. Το τραγούδησε το 1970 στα ιταλικά και στα γαλλικά και το έκανε διεθνή επιτυχία. Με τα χρόνια ο ιδιαίτερος καλυμνιώτικος ρυθμός έγινε σίγουρη επιτυχία για τους καλλιτέχνες σε ολόκληρο τον κόσμο.

 

Έτσι, τραγουδήθηκε σε πάρα πολλές χώρες μεταξύ των οποίων αραβικές, ασιατικές, αφρικανικές και φυσικά ευρωπαϊκές. Ο Ξυλούρης το τραγούδησε με αλλαγμένους τους μισούς στίχους, ενώ τραγουδήθηκε με επιτυχία και από τη Μαρινέλλα. Oι dj της δεκαετίας του ’90 διασκεύασαν το Ντιρλαντά σε trance και πρόσφατα σε chill ή up tempo house.

 

Η ιστορία του τραγουδιού των σφουγγαράδων

Το «Ντιρλαντά» έχει ένα ρυθμό που σε ξεσηκώνει. Σα να σε ζωντανεύει. Ένα τραγούδι χωρίς μουσικό τέλος. Ένας σκοπός που σου επιτρέπει να βάλεις ό,τι στίχο θέλεις. Σύμφωνα με ερευνητές της λαϊκής μουσικής, η γρήγορη ερμηνεία του μπορεί να οδηγήσει σε κατάσταση έκστασης. Ίσως γι’ αυτό τραγουδιόταν συνεχώς στα καλυμνιώτικα σφουγγαράδικα.

 

Για να κρατάει ξύπνιους και σε εγρήγορση τους δύτες και τους τροχαλητές με τον χαρακτηριστικό ρυθμό του.

 

Κάποιοι λένε ότι οι σφουγγαράδες το τραγουδούσαν όλοι μαζί στους δύτες, όταν ανέβαιναν από τις καταδύσεις.

 

Ήθελαν να τους κρατήσουν ξύπνιους και να αποφύγουν τη νόσο των δυτών. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το Ντιρλαντά το έλεγαν σε αυτόν που γύριζε τον τροχό της αντλίας, που έστελνε αέρα στον δύτη. Ο τρόχος γυρνούσε με δυσκολία και έτσι έδιναν ρυθμό στον τροχαλητή για να συνεχίσει.

 

Η ζωή του δύτη κρεμόταν από αυτόν. Στην Κάλυμνο το τραγούδι υπάρχει και σε δεύτερη εκτέλεση, ακριβώς με τον ίδιο ρυθμό, αλλά αντί για Ντιρλαντά λέγεται “Πέντε και τέσσερα εννιά”. Η λαϊκή παράδοση το κατατάσσει στα τραγούδια της Μπαρμπαριάς, δηλαδή ότι προέρχεται από λαούς της Βόρειας Αφρικής.

 

Η δικαστική κόντρα του Σαββόπουλου για τα πνευματικά δικαιώματα του Ντιρλαντά

 

Το τραγούδι ηχογράφησε σε 45αρι δίσκο τη δεκαετία του ’60 ο καπετάνιος Παντελής Γκίνης, γνωστός στο νησί ως Ντιρλαντάς. Την επιμέλεια του δίσκου είχε η Δόμνα Σαμίου, φίλη του Διονύση Σαββόπουλου. Λέγεται ότι από αυτήν έμαθε το τραγούδι ο «Νιόνιος» και έτσι το κυκλοφόρησε στον δίσκο του το 1969. Η επιτυχία όμως έφτασε στις δικαστικές αίθουσες για τα πνευματικά δικαιώματα.

 

Ο Σαββόπουλος έλεγε ότι η εκτέλεσή του ήταν προϊόν παραδοσιακού άσματος και ο Γκίνης ότι ήταν δικό του. Στη δίκη κλήθηκε να καταθέσει και ο γνωστός λαϊκός δημιουργός Γιάννης Παπαϊωάννου.  «Το τραγούδι δεν είναι κανενός, δεν έχει αφεντικό, το λέγανε στα ψαράδικα». «Και που το ξέρετε αυτό;», ρωτήθηκε ο Παπαϊωάννου από τον συνήγορο. Αντί για απάντηση έδειξε την ταυτότητά του. Το επάγγελμα έγραφε «αλιεύς».

 

Τελικά, δικαιώθηκε ο Γκίνης.

 

Η διεθνής επιτυχία του «ερωτικού» Ντιρλαντά από τη διάσημη Νταλιντά

 

Το 1970 η πασίγνωστη Νταλιντά ερμηνεύει το Ντιρλαντά στα γαλλικά και το τραγούδι εκτοξεύεται. Τραγουδιέται και χορεύεται παντού. Η τραγουδίστρια το λέει και στα ιταλικά και σημειώνει παρόμοια επιτυχία. Οι στίχοι όμως δεν είχαν καμία σχέση με τους αρχικούς των σφουγγαράδων. Ήταν ερωτικοί και μιλούσαν για μια πληγωμένη και προδομένη γυναίκα που χώριζε το αμόρε της. Ακολούθησαν εκτελέσεις σε Ρουμανία, Ολλανδία, Φινλανδία, Κροατία, Σκόπια, Δανία, Πολωνία, Ισραήλ, στην Αλβανία του Χότζα και αλλού. Στον κινηματογράφο ακούστηκε στην ταινία «Τρελός, Παλαβός και Βέγγος», στη σκηνή με τους αναστενάρηδες.


Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/ntirlanta-i-pagkosmia-epitichia-pou-esoze-tous-dites-ke-esire-to-savvopoulo-sta-dikastiria/

«ΤΡΑΝΟΣ ΧΟΡΟΣ» | Σιάτιστα Κοζάνης | Μακεδονικά τραγούδια

«ΤΡΑΝΟΣ ΧΟΡΟΣ» | Σιάτιστα Κοζάνης | Μακεδονικά τραγούδια

 


Γαμήλιος χορός από την περιοχή της «Κάτω» Ανασελίτσας (Σιάτιστα, Εράτυρα, Γαλατινή, Μικρόκαστρο, Σισάνι, Αλιάκμονας κ.α.), τον οποίον χόρευαν οι νεόνυμφοι, οι κουμπάροι, μπράτιμοι και λοιποί συγγενείς και καλεσμένοι, αμέσως μετά τα στέφανα. Οι μόνες που δεν έμπαιναν στο χορό ήταν οι δύο συμπεθέρες (μητέρες του γαμπρού και της νύφης). Πρόκειται για χορό που ανήκει στο απλό, αλλά επιβλητικό κινητικό μοτίβο «μέσα - έξω». Η λαβή είναι από τα χέρια για τους άντρες και αγκαζέ (θηλυκωτά) για τις γυναίκες.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, ο χορός καθιερώθηκε κατά το έτος 1784, όταν και έγινε η πρώτη επιδρομή των Τουρκαλβανών, τους οποίους απέκρουσαν 500 γενναίοι Σιατιστινοί, τους οποίους συγκέντρωσε ο προεστός Λογοθέτης στο αρχοντικό της ξακουστής Κυρα-Σανούκως Χατζηγιάννη. Ο Ναούμ Δημόλας, στο βιβλίο του «Η ζωή στη Σιάτιστα», γράφει:

 

«Ο Τρανός χορός είναι ήρεμος και με συμμετρικές κινήσεις στην αρχή, ταχύς και πηδηχτός στο τέλος και εκφράζει τη λύπη των συγγενών της νύφης και τη χαρά της οικογένειας του γαμπρού. Στον Τρανό χορό πρώτος πιάνεται ο κουμπάρος. Η διάταξη του κορυφαίου του χορού καμιά φορά αλλάζει από σεβασμό. Π.χ. αν ο πατέρας του γαμπρού είναι ηλικιωμένος, μπαίνει μπροστά και δεύτερος ο κουμπάρος ή και αν υπάρχει ο παππούς του γαμπρού από σεβασμό τον βάζουν πρώτο. Ακολουθούν οι κοντινότεροι συγγενείς και όλοι οι καλεσμένοι. Τελευταίοι από τους άντρες δύο μπράτιμοι, ο μεγάλος και ο μικρός, τέλος ο γαμπρός, ενώ πρώτη από τις γυναίκες και πιασμένη από τον γαμπρό, η νύφη. Μετά τη νύφη πιάνεται η κουμπάρα, όλες οι γυναίκες και στο τέλος η μικρότερη αδερφή του γαμπρού (αν υπάρχει).

 

Στον Τρανό χορό παίρνουν μέρος όλοι οι καλεσμένοι και διαρκεί ώσπου να συμπληρωθούν τρεις γύροι απ' το σημείο που πιάνονται οι νεόνυμφοι. Ξεκινά ο χορός με τραγούδι που τραγουδούν όλοι, στη συνέχεια έρχεται η γλυκιά μελωδία της μουσικής που δίνει πιο έντονα το ρυθμό του χορού. Η μουσική κάνει στάση πάλι και τραγουδιούνται πάλι ορισμένοι στίχοι του Τρανού χορού».

 

ΔΙΣΚΟΣ: «Της Ανασελίτσας». Γλέντια - Χαβάδες - χοροί & Τραγούδια του Βοΐου Ελληνική Εθνογραφική Εταιρεία

Συλλογή-Επιμέλεια: Κώστας Τσώνης, καταγόμενος από το Τρίκορφο Γρεβενών 🎵

 

Παίζει κλαρίνο ο Παναγιώτης Ντούντας από την Εράτυρα Κοζάνης και τραγουδά ο ίδιος μαζί με όλο του το συγκρότημα.

Ηχογράφηση του 1956.

 

Ακούστε το τραγούδι:

 

https://www.youtube.com/watch?v=eVZQK2N5gtE

 

 

 

 

 Οι στίχοι:

Για τι σένα, κύρα νύφη, πέντε κάστρα μάλωνάνε

κι άλλε πέντε πολεμούσαν για τα δυο σ' τα μαύρα μάτια

και το μιρτζιανό σου χείλι.

Μωρή κοντή συρματιρή, κοντή συρματιρένια,

να 'ρθεις αργά στην πόρτα μου, να 'ρθεις και στ' αργαστήρι

έχω δυο λόγια να σου ειπώ, δυο λόγια να σου κρένω.

 

- Και πώς να πω στη μάνα μου και πώς να τη γελάσω:

Μάνα μ’ νερό δεν έχουμε. - Σαν δε 'ναι σύρε πάρε.

Κι αδράχνει το χρυσό σταμνί στη βρύση για να πάει

και βρίσκει το γιαρέντη της στην πέτρα να κοιμάται.

Να τον ξυπνήσ αντρέπεται, να τον λογιάσ' φοβάται

Και σκύβει όρε και τον φίλησε στα μάτια και στο στόμα.

 

Την αμάχη, πο' πιάσαμε και στη μέσ’ σταυραϊτός

και μου πήρεν την περδίκα και μ’ την έφαγι

και μου πήρεν το μαντήλι και μ’ το πέταξιν.

Στου Αι-Θανάση την αυλή χρυσό πουλάκι στέκει και λαλεί,

αηδονολαλεί και λέει τον καιρό που θελ’ να εύρει.

 

Στα τρία αλώνια βάλαν τη βουλή για Σταμούλη το σκυλί

μεσ’ στη Σιάτιστα να πάνουν, τρεις αρχόντισσες να πάρουν

τη Γεράνεια να πατήσουν κι άρχοντα να μην αφήσουν.

Στο Γρεβενό γιουμάτισαν και στο γιουφύρ’ σταμάτησαν

μεσ’ στην άκρ’ από το γιοφύρι έστησαν χρυσό τσαντίρι.

 

Άνοιξαν τα μπαϊράκια τους, δεν ξέρουν τα φαρμάκια τους,

θα γυρίσουν λαβωμένοι, δεν το ξέρουν οι καημένοι.

Κυρά Σανούκω πες της Βάιας σου για να διώξ’ τους φυλακτάδες

διώξτε τους να παν εκείθε να πατήσουμε το σπίτι.

 

Δεν σας φοβάμαι σκυλαρβανιτάδες έχω τα σπίτια μου ψηλά

με μολύβι σκεπασμένα και με μάρμαρα στρωμένα.

Κάτω στο Μπούνο μαχαλά πάρτε φκέλια και τσαπιά

σύρτε και στον καρδογιάννη να του πάρτε το τηγάνι.

 

 

Πηγή: Youtube.com - #Greek_folk_music #Macedonian_folk_song #Greek_Macedonia

 

Τα τραγούδια που γράφτηκαν για το έπος του ΄40

Τα τραγούδια που γράφτηκαν για το έπος του ΄40

 

Από τη Σοφία Βέμπο, στη Ρόζα Εσκενάζυ και τον Μάρκο Βαμβακάρη

 



 

Τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, η ανάγκη για ακόμα μεγαλύτερη παραγωγή τραγουδιών ήταν τόσο μεγάλη, που η τάση έφερνε τα περισσότερα πολεμικά τραγούδια να γράφονται πάνω σε ήδη γνωστές μελωδίες.

 

Με τις φωνές τους έδιναν κουράγιο και δύναμη στους Έλληνες που αγωνίζονταν στον πόλεμο του ‘40. Ήταν οι φωνές και τα τραγούδια τους, που ταξίδευαν σε πάρα πολλά μέτωπα ανά την Ελλάδα, εμψυχώνοντας το ηθικό των Ελλήνων που πολεμούσαν για την πατρίδα τους. Σοφία Βέμπο, Δανάη Στρατηγοπούλου, Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Δημητρίου, Κούλα Νικολαΐδου, Ρένα Βλαχοπούλου, Νίκος Γούναρης είναι μερικά από τα ονόματα των τραγουδιστών της εποχής που επισκέπτονταν ραδιοφωνικούς σταθμούς, ακόμη και νοσοκομεία και από εκεί πήγαιναν σε κάποιο χωριό ή μέτωπο, για να τραγουδήσουν αυτά τα θρυλικά πλέον πολεμικά τραγούδια.

 

«Σ’ αυτά τα χρόνια άλλαξε του τραγουδιού η μορφή. Ο έρωτας ξεχάστηκε, μπήκε ξανά στην μπάντα. Και μες σε πόλεις και χωριά και σε κάθε κορφή νέα τραγούδια ακούστηκαν: τραγούδια του σαράντα». Αυτό είναι το τετράστιχο με το οποίο η Σοφία Βέμπο προλόγιζε τα πολεμικά της τραγούδια στις παραστάσεις και τις εκδηλώσεις εκείνου του σκληρού χειμώνα, του 1940- 41.

 

Εξάλλου, από τα πρώτα χρόνια του πολέμου, που ξεκίνησε με την εισβολή των Ιταλών το 1940, το τραγούδι ήταν αυτό που συντρόφευε όχι μόνο όσους έμεναν πίσω, στις πόλεις και περίμεναν τους δικούς τους με αγωνία, αλλά έφτανε ως τα μέτωπα, στους ηρωικούς στρατιώτες.

 

Αναμφισβήτητα ένα τραγούδι που έχει συνδεθεί με το έπος του ’40 είναι το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», από τη φωνή της Σοφίας Βέμπο, σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και σε μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ. Το τραγούδι αυτό στάθηκε η αφορμή για τη μακροχρόνια συνεργασία της Βέμπο με τον Τραϊφόρο που ξεκίνησε από τα πολεμικά τραγούδια εκείνου του χειμώνα και συνεχίστηκε με μερικά από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια.

 

Τραγούδια επίσης όπως το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», «Κορόιδο Μουσολίνι», «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός», «Μας χωρίζει ο πόλεμος», είναι μερικά από τα τραγούδια που ερμήνευσε η μεγάλη τραγουδίστρια «της Νίκης». Η Σοφία Βέμπο, άλλωστε από τα μέσα του ’30, είχε καταξιωθεί ως η πρώτη τραγουδίστρια του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού, ενώ ήταν η ερμηνεύτρια που η φωνή της έγινε ένα με τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, και μέχρι σήμερα είναι ταυτισμένη με τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών.

 

Αυτό ίσως που δεν γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος, είναι πως το πασίγνωστο τραγούδι «Κορόιδο Μουσολίνι», δεν είναι ελληνικό, αλλά ιταλικό. Τους στίχους «πείραξε» αριστοτεχνικά ο στιχουργός του Γιώργος Οικονομίδης, ο οποίος πήρε ένα πολύ γνωστό ιταλικό τραγούδι, το «Reginella-campagnolla» και πάνω στη μουσική του (που είχε γράψει ο Eldo Di Lazzaro) προσάρμοσε ελληνικούς στίχους με σατιρικό για τους Ιταλούς μήνυμα.

 

Τραγούδια επίσης που προέρχονταν από την ίδια την παράδοση από άγνωστους όμως δημιουργούς είναι το πολύ γνωστό «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», οι «Γυναίκες Ηπειρώτισσες», το «Ακορντεόν» και άλλα που αναφέρονται όλα στον πόλεμο του 40.

 

Και επειδή το τραγούδι του πολέμου διακρινόταν κυρίως στο ρεμπέτικο, χαρακτηριστικό είναι ότι πολλά ρεμπέτικα της περιόδου 1940- 1949, κυρίως αντιπολεμικά και ηρωικά, γραμμοφωνήθηκαν για να διασωθούν με αλληγορικούς – συμβολικούς στίχους κι όχι τους πραγματικούς, για να αποφύγουν τη λογοκρισία, ενώ κάποια κυκλοφόρησαν πολλά χρόνια αργότερα.

 

Ο Μάρκος Βαμβακάρης είναι από τους πιο γνωστούς εκφραστές του ρεμπέτικου τραγουδιού στον πόλεμο, ερμηνεύοντας δικά του τραγούδια όπως το «Μουσολίνι άλλαξε γνώμη», «Ο Αγύμναστος» αλλά και ο Σπύρος Περιστέρης που έγραφε με στίχους προσαρμοσμένους στο δοξασμένο ελληνοϊταλικό έπος («Γεια σας φανταράκια μας», «Το όνειρο του Μπενίτο» κ.α.), ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Γιώργος Παπασιδέρης («Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι», «Με δόξα να γυρίσετε» κ.α.), ο Στελλάκης Περπινιάδης («Άκου Ντούτσε μου τα νέα», «Δε με φοβίζει ο πόλεμος») ο Δημήτρης Γκόγκος ή αλλιώς Μαγιαντέρας («Τους Κενταύρους δε φοβάμαι», καθώς Κενταύρους αποκαλούσαν τους στρατιώτες της 131ης μεραρχίας αρμάτων του ιταλικού στρατού) και πολλοί άλλοι των οποίων τα ονόματα δεν μπόρεσαν να διασωθούν εξαιτίας της λογοκρισίας των ρεμπέτικων τραγουδιών.

 

Πηγή: newsbeast.gr

 

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Οκτώβριος: όνομα, συνήθειες, παραδόσεις, λαϊκή σοφία



Οκτώβριος: όνομα, συνήθειες, παραδόσεις, λαϊκή σοφία





Ο Οκτώβριος ή Οκτώβρης είναι ο δεύτερος μήνας του φθινοπώρου και δέκατος όλου του χρόνου στο Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Είναι ένας από τους 7 μήνες που έχουν 31 μέρες (Ιανουάριος, Μάρτιος, Μάιος, Ιούλιος, Αύγουστος, Δεκέμβριος οι άλλοι).

Ο Οκτώβριος του νότιου ημισφαιρίου: Ο Οκτώβριος αντιστοιχεί στον Απρίλιο. Δηλαδή όταν στο βόρειο ημισφαίριο (όπου ανήκει και η Ελλάδα) είναι 1η Οκτωβρίου και φθινόπωρο, στο νότιο ημισφαίριο είναι σε αντιστοιχία 1η Απριλίου, δηλαδή άνοιξη. Και ασφαλώς όταν στο νότιο ημισφαίριο είναι Οκτώβριος, στην Ελλάδα είναι Απρίλιος.

Από που πήρε το όνομά του: Η ονομασία του προέρχεται από το λατινικό October, -bris. Octo είναι το οκτώ και ottavo ο έβδομος. Αυτό το otto τροφοδότησε και όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες (otto στα ιταλικά, ocho στα ισπανικά, eight στα αγγλικά, acht στα γερμανικά κ.ο.κ). Οι Ρωμαίοι τον ονόμαζαν και Sementilius (semen = σπόρος), από την σπορά, βασική ασχολία της εποχής.

Γιατί ονομάστηκε «όγδοος» αφού είναι ο δέκατος;
Στο ρωμαϊκό ημερολόγιο πρωτοχρονιά ήταν η 1η Μαρτίου, έτσι ο Οκτώβριος ήταν ο όγδοος μήνας του έτους. Το 153 π.Χ. η Σύγκλητος καθιέρωσε ως πρώτο μήνα τον Ιανουάριο και έτσι ο Οκτώβριος έγινε ο δέκατος μήνας ενώ το 46. π.Χ. καθιερώθηκε το νέο Ιουλιανό ημερολόγιο από τον Ιούλιο Καίσαρα όπου οι Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος διατήρησαν τα ονόματά τους παρά την αλλαγή σειράς τους (ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος).


Πώς αλλιώς λέγεται

Οχτώβρης, Αηδημητριά​της από τη μεγάλη γιορτή του Αγίου Δημητρίου που αποτελεί το ορόσημο του χειμώνα.
Σπαρτής ή Σπαρτάς ή Σποριάς γιατί σπέρνουμε πολλά στις μέρες του και είναι η βασική γεωργική ασχολία.
Παχνιστής γιατί καλύπτονται από πάχνη οι αγροί
Μπρουμάρης​ δηλαδή ομιχλώδης και σκοτεινός.
Τρυγομηνάς (από τον τρύγο) τον ονομάζουν οι Έλληνες του Πόντου, αν και έτσι είναι γενικώς γνωστός ο Σεπτέμβριος και όχι ο Οκτώβριος.
Νειαστής (αρχ.): με πολλά οργώματα (νεάω = οργώνω χέρσα γη).

Η χριστιανική παράδοση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την γιορτή του Αγίου Δημητρίου στις 26 του μήνα, μεγάλου αγίου της Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Η γιορτή του Αγίου Δημητρίου με εκείνη του Αγίου Γεωργίου χώριζαν το γεωργικό έτος σε δύο εξάμηνα (τέταρτος, δέκατος μήνας) και πραγματικά σήμαιναν την έλευση του χειμώνα.

Στην αρχαία Ελλάδα ισοδυναμούσε με το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Βοηδρομιώνα και το πρώτο δεκαπενθήμερο του Πυανεψιών. Η περίοδος αυτή ήταν πλούσια σε γιορτές (Πυανέψια, Θησεία, Θεσμοφόρια κ.α.). Ο Πυανεψιών ήταν ο τέταρτος στη σειρά μήνας στο Αττικό ημερολόγιο και αντιστοιχούσε με το χρονικό διάστημα από μέσα Οκτωβρίου μέχρι μέσα Νοεμβρίου. Ο Πυανεψιών πήρε το όνομά του από τη γιορτή Πυανέψια (Πυάνος+έψω=βράζω κουκιά) που γίνονταν προς τιμήν του θεού Απόλλωνα. Η παράδοση αναφέρει ότι ο Θησέας, πηγαίνοντας στην Κρήτη για να σκοτώσει τον Μινώταυρο, σταμάτησε στη Δήλο και έκανε θυσία στον Απόλλωνα, υποσχόμενος ότι αν κερδίσει την μάχη με τον Μινώταυρο θα του πρόσφερε στολισμένα κλαδιά ελιάς. Επιστρέφοντας ο Θησέας στην πατρίδα του, εκπλήρωσε την υπόσχεσή του με αυτήν την γιορτή. Και πού κολλάνε τα κουκιά; Κατά την επιστροφή του στην πατρίδα, τα τρόφιμα τελείωσαν και οι σύντροφοί του μάζεψαν ό,τι μπορούσαν και το μαγείρεψαν κάνοντας φασολάδα. Αυτό το έθιμο διατηρήθηκε προς τιμή του Απόλλων ως Πυανέψια και από εκεί πήρε το όνομά του και ο μήνας.

Με ποιες συνήθειες/φαινόμενα συνδέεται:
Τα πρωτοβρόχια: οι πρώτες αξιοσημείωτες βροχές που τόσο τις έχει ανάγκη το χώμα, τα φυτά, όλα.
Τα σύννεφα πυκνώνουν, τα φύλλα αρχίζουν να πέφτουν, η φύση ξεκινά να χάνει πολύ από το πράσινο χρώμα της, ο ήλιος μικραίνει.

3 Οκτωβρίου: Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, πολιούχου Αθηνών.
18 Οκτωβρίου: του Ευαγγελιστή Λουκά.
26 Οκτωβρίου: του Αγίου Δημητρίου, γιορτή που έδωσε τα προσωνύμια «Αι-Δημητριάτης» και «Αι-Δημήτρης» στον μήνα.


Φρούτα και λαχανικά:

Ακτινίδια, αχλάδια, λεμόνια, μήλα, ρόδι, σταφύλια, φραγκόσυκα, ροδάκινα, κουνουπίδι, καρότα, κολοκύθια, ραδίκια, κρεμμύδι, λάχανο, μαρούλια, μελιτζάνες, ντομάτες, πατάτες, παντζάρια, πιπεριές, σέλινο, σπανάκι, φασολάκια.
Μαζεύουμε: σπανάκι, κουνουπίδια, λάχανα
Φυτεύουμε: σέλινα, πράσα, μαϊντανό, κρεμμύδια, κουκιά, σκόρδα.
Ανθίζουν: Είναι η εποχή που πρωτανθίζουν τα κυκλάμινα ή αλλιώς αϊδημητριάτικα. «Κυκλάμινο, κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα που βρήκες χρώματα κι ανθείς, που μίσχο και σαλεύεις;» (Γιάννης Ρίτσος)

Η Περπερούνα: ένα από τα πιο γνωστά έθιμα «μαγείας» ήταν η Περπερούνα, με την οποία προσπαθούσαν να προσελκύσουν τη βροχή. Η Περπερούνα γίνεται είτε προς το τέλος της άνοιξης λόγω της ανομβρίας της εποχής είτε αυτήν την εποχή, τον Οκτώβριο, πάλι για προσέλκυση της απαραίτητης βροχής. Στόλιζαν λοιπόν ένα μικρό, φτωχό κορίτσι, κάπου 8-10 ετών, με λουλούδια και πρασινάδες ώστε να πρασινίσει ο κάμπος σαν την Περπερού, το κορίτσι δηλαδή. Τα υπόλοιπα κορίτσια του χωριού, με την περπερούνα στη μέση, πηγαίνουν στα σπίτια και τραγουδούν το τραγούδι της (από Δόμνα Σαμίου οι στίχοι):


Περπερούνα περπατεί
και το Θιό παρακαλεί
για να βρέξει μια βροχή,
μια βροχή, μια σιγανή
για να γέν’ τα στάρια μας
κι τα καλαμπόκια μας.
Μπάρις, μπάρις τα νιρά,
μπάρις, μπάρις τα κρασιά.

(μπάρις=λακκούβες με νερό)

Όταν τελειώσει το τραγούδι, η νοικοκυρά χύνει ένα μικρό κανάτι νερό στο κεφάλι της Περπερούνας και της λέει «καλή βροχή να δώσει ο Θεός» και της δίνει κάτι για το καλό (νόμισμα ή καλούδι).

Παροιμίες:

Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οκτώ σειρές στ’ αλώνι, ή Οκτώβρης και δεν έσπειρες οκτώ σωρούς δεν έκανες.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες καρπό πολύ δεν παίρνεις.
Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα ‘χεις.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες, τρία καλά δεν έκαμες.
Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός.
Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια.
Άη Δημητράκη μου, μικρό καλοκαιράκι μου.
Αν δε χορτάσει ο Οκτώβριος τη γη, πούλησε τα βόδια σου και αγόρασε σιτάρι.
Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις.
Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι.
Τ’ άη – Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ‘μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό.
Τ’ Άη Λουκά σπείρε τα κουκιά.
Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα.

Αργίες: 28 Οκτωβρίου, γιορτή του ΟΧΙ


Πηγή: elniplex.com