...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

 

 Σύμη: Η μουσική στη νύφη του Αιγαίου

 



 

Η μουσική παράδοση των Δωδεκανήσων έχει άρρηκτη σχέση με αυτήν του Αιγαίου. Μάλιστα, ήδη από την αρχαιότητα, τα νησιά του Αρχιπελάγους έβρισκαν τρόπους επικοινωνίας με αποτέλεσμα να ανταλλάσσουν πολλά κοινωνικά και πολιτισμικά στοιχεία.

 

Ιστορία της Συμιακής μουσικής

Αρχαιότητα

Η απαρχή της μουσικοχορευτικής ιστορίας του Αιγαίου χάνεται σε μυθικές θεωρήσεις, συνδεδεμένη με την γέννηση του Απόλλωνα, του Δια, του Ορφέα και της Σαπφώς. Τα Δωδεκάνησα έχουν μια πολυμορφική παράδοση. Αυτό οφείλεται κυρίως στη ναυτιλία και το εμπόριο που συντέλεσαν σε μια σπουδαία πολιτιστική ανάπτυξη. Ήδη τα Δωδεκάνησα ήταν γνωστά για την πνευματική τους άνθηση κάτι που αναγνώριζαν και οι Ρωμαίοι ονομάζοντας τη Ρόδο «
claram», επιφανή και με ποιότητα στη μόρφωση. Σύμφωνα μάλιστα με αρχαιολογικές σκαπάνες, που αφορούσαν τους «Διονυσιακούς τεχνίτες» της αρχαιότητας, οι 36 καλλιτέχνες με πανελλήνια προβολή και αναγνώριση κατάγονταν από τα Δωδεκάνησα.

Βυζαντινά Χρόνια

Πρόκειται για την ιπποτική εποχή, μια σημαντική περίοδο για τη Σύμη και γενικότερα τα Δωδεκάνησα, λόγω της ειρηνικής ζωής μεταξύ Φράγκων και Δωδεκανησίων και της ελεύθερης πνευματικής έκφρασης. Όλα τα παραπάνω συντέλεσαν στη δημιουργία μιας ανώτερης ποίησης και συνθέσεων ερωτικών ασμάτων. Τέλος, την περίοδο αυτή παρατηρούμε την επίδραση της θρησκευτικής μουσικής και του στίχου στα κοσμικά λαϊκά τραγούδια

Τουρκοκρατία

Η Τουρκοκρατία ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για την πνευματική και πολιτιστική ζωή του νησιού, διότι επικρατούσαν βαριές συνθήκες ζωής και κακουχίες. Η δύσκολη χρονική περίοδος (1522-1912) δεν εμπόδισε τους Δωδεκανήσιους να βρίσκουν διέξοδο στις διάφορες συγκεντρώσεις όπου πραγματοποιούνταν απαγγελίες ασμάτων και διηγήσεις παραμυθιών διατηρώντας την βυζαντινή παράδοση και προσαρμόζοντάς την στην νεοελληνική γλώσσα και στην τοπική διάλεκτο. Τέλος, την περίοδο αυτή στην ελληνική μουσική παράδοση εντάχθηκαν οι αμανέδες αλλά και άλλες μελωδίες και μπαλάντες που προήλθαν από τα Μικρασιατικά παράλια.

Κατοχή

Την περίοδο της Ιταλογερμανικής κατοχής (1912-1945) η κατάσταση δυσχεραίνεται αφού όλα «τα πλάκωνε η φοβέρα και τα σκίαζε η σκλαβιά». Ωστόσο, το Δωδεκανησιακό στοιχείο συνέχισε με διάφορους τρόπους να διατηρεί τις παραδόσεις του όποτε αυτό ήταν δυνατόν.

Παραδοσιακό τραγούδι

Στα Δωδεκάνησα εντοπίζουμε ένα πλήθος από εξαιρετικά ενδιαφέρουσες παραλλαγές τόσο σε ακριτικά (βυζαντινά επικά τραγούδια) όσο και σε παραλογές (βυζαντινές μακροσκελείς διηγηματικές μπαλάντες, μ' έντονα δραματικό περιεχόμενο και θεατρικά στοιχεία που παραπέμπουν στο αρχαίο δράμα). Στα κείμενα των τραγουδιών αυτών η φιλολογική έρευνα εντοπίζει τις απαρχές του νεότερου δημοτικού τραγουδιού. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι ο Ελβετός φιλέλληνας, φιλόλογος και µουσικολόγος
Samuel Baud-Bovy, λάτρης των Δωδεκανήσων, κατέγραψε ύστερα από ταξίδια σε δύο τόμους το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο των νησιών αυτών. Το έργο του περιλαμβάνει εκδηλώσεις του λαού µας, τραγούδια του γάµου, νανουρίσµατα, της κούνιας, του κουκουµά, µοιρολόγια, καληµερίστικα, θρησκευτικά, κάλαντα, µαντινάδες, χορευτικά, σατιρικά, τραγούδια του χερόµυλου, πολύστιχα κ.α.

 

Παραδοσιακοί χοροί Σύμης

Ο χασάπικος, ο ζερβός, ο σέρβικος, ο ζεϊμπέκικος καρσιλαμάς, ο βουβάτος, η σούστα και ο πανελλήνιος καλαματιανός είναι χαρακτηριστικοί χοροί της Σύμης και γενικότερα του νησιωτικού συμπλέγματος. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι η «ελαφράδα» που παρατηρείται στην εκτέλεση των κινήσεων, η χρησιμοποίηση του «σουσταρίσματος» που γίνεται στα γόνατα, τα πηδήματα των πρωτοχορευτών που γίνονται χαμηλά και παράλληλα προς το έδαφος και η γενικότερα παρατηρούμενη ποικιλία στην έκφραση.

Συρτός

Χορευτές και χορεύτριες, τοποθετημένοι εναλλάξ, σχηματίζουν κύκλο ανοικτό με μέτωπο προς το κέντρο. Τα χέρια συνδέονται από τις παλάμες, με τους αγκώνες λυγισμένους. Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή, ο χορός αποτελείται από δύο στροφές. Τέλος, υπάρχουν επιπλέον διάφοροι τύποι συρτών.

Ζερβόδεξος

Η ονομασία του προέρχεται από τη φορά με την οποία χορεύουν οι χορευτές, που εναλλάσσεται πότε προς τα δεξιά και πότε προς τα αριστερά (ζερβά). Ξεκινώντας, πηγαίνουν προς τα δεξιά, πιασμένοι όπως τη σούστα, ο ένας δίπλα από τον άλλον. Όταν ο ρυθμός της μουσικής αλλάξει, τότε αλλάζουν φορά και ο τελευταίος γίνεται πρώτος. Στον αργό ρυθμό πάνε ζερβά και στον γρήγορο, δεξιά.

Σούστα

Αποτελεί τον πιο διαδεδομένο χορό στο νησί. Αποτελείται από 6 βασικά βήματα και χορεύεται σε όλα τα Δωδεκάνησα από άντρες και γυναίκες. Η λαβή των χεριών γίνεται σταυρωτά από τις παλάμες, ενώ αρχική θέση είναι η προσοχή. Το όνομα του χορού οφείλεται στο ιταλικό «
susta» (ελατήριο) διότι κατά τη διάρκεια του χορού εκτελείται ένα «σουστάρισμα» του σώματος, οι χορευτές δηλαδή κάνουν ένα ανεβοκατέβασμα του σώματος. Αρχικά τον έλεγαν «πάνω» για να ξεχωρίζει από τον άλλο χορό του γάµου τον «κάτω» που έχει πιο αργό ρυθμό. Χαρακτηριστικό του είναι ότι είναι αντικριστός χορός με ήρεμο ρυθμό. Το χόρευαν ζευγαρωτά, χωρίς όμως να κυνηγά ο καβαλιέρος την ντάμα όπως στην Σύμη, έκανε μόνο στροφές γύρω της.

Ο χορός «Και πού 'σαι, και νά 'μαι»

Πρόκειται για έναν παλιό διαχρονικό ομαδικό χορό της Σύμης. Χορεύεται σε όλες τις χαρούμενες εκδηλώσεις των γάμων, βαφτίσεων, επετείων, εθνικών και θρησκευτικών εορτών. Στη μέση του χορευτικού κύκλου ένα ζευγάρι γεροδεμένων νέων, γυναίκας και ανδρός, χορεύουν ιδιαίτερα με καμάρι, γλυκόγελο και με τα δάχτυλα των παλαμών να κάμει στράκες για να σαγηνεύει τον άντρα. Ο άντρας πάλι, για να τραβήξει και προσελκύσει το κορίτσι, δείχνει την αντρική του ζωηράδα και αντοχή στο χορό με τα ψηλά πηδήματά του, ανεμίζοντας τη μαύρη νησιώτικη βράκα και το κόκκινο, με τη μακριά φούντα, φέσι του, φαντάζοντας τάχα ότι έχασε την κοπέλα και μέσα στον στροβιλισμό και τα πηδήματά του φωνάζει:
- Και πού 'σαι;
- Και νά 'μαι, απαντά εκείνη, οπότε πλησιάζονται ακόμη περισσότερο, αλληλοκοιτάζονται ερωτικά για να πάρει νέες δυνάμεις ο νεαρός να πετάξει ακόμα πιο ψηλά, κάμνονας τσαλίμια για να την εντυπωσιάσει.
Η διάρκεια του χορού είναι ατέλειωτη και γι’ αυτό πολύ κουραστική, ιδίως για τον άντρα. Από εδώ εκτιμάται άλλωστε η αντοχή και η δύναμή του.

Υπάρχει όμως και το λεγόμενο κόψιμο, κατά το οποίο όταν ένας από το πλήθος των χορευτών συνειδητοποιήσει ότι ο τιμητικός χορευτής έχει κουραστεί αρκετά, φεύγει από το χορευτικό γύρο και πηγαίνει με χορευτικά βήματα, κρατώντας στα χέρια του τεντωμένο ένα μαντήλι, αντικαθιστώντας τον πρώτο χορευτή, ο οποίος αποχωρεί.

 

Πηγή: gnoristetinellada.gr

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Μουσική και χοροί των Μικρασιατών

 


 

Η μουσική και τα τραγούδια της ελληνικής Ανατολής δημιουργούν ένα πολύ γοητευτικό σύνολο που παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανό κι ελκυστικό για πάρα πολλούς Έλληνες, πρόσφυγες και γηγενείς. Με την ιδιότυπη γλώσσα και τον υψηλό ποιητικό λόγο, με την ιδιορρυθμία και τη μελωδικότητα των ήχων και των οργάνων, με τη γνησιότητα, τη σπάνια ομορφιά και τη μαγική της δύναμη, με το πηγαίο ύφος και την εξαιρετική ποιότητά της, πάντοτε μας συγκινεί και μας συναρπάζει.

 

Γιατί η ιωνική μουσική είναι τέχνη μεγάλη και σπουδαία, με ύφος μοναδικό κι απαράμιλλο ήθος και αποτελεί έναν από τους μυστικούς ομφάλιους λώρους που μας δένουν άρρηκτα με τις ιστορικές ελληνικές πατρίδες της Μικρασίας.

 

Στη Σμύρνη κάθε ράγκο είχε τη μουσική του. Οι αριστοκράτες διασκέδαζαν με πιάνα, τραγουδώντας οπερέτες, λυρικά ευρωπαϊκά άσματα, άριες από όπερες και ερωτικά τραγούδια της μόδας.

 

Η μεσαία τάξη αρέσκονταν σε τραγουδάκια του συρμού, σε αστικά δημοτικοφανή (όπως η Κορδελιώτισσα ή η Μπουρνοβαλιά), σε ξένα σουξέ, σε τραγούδια καθαυτό σμυρναίικα ή παλιολλαδίτικα εισηγμένα, κυρίως πατριωτικά, κλέφτικα κλπ., και σε μελωδίες διαφόρων προελεύσεων.

 

Το μπάσσο ράγκο – η κατώτερη τάξη – προτιμούσε τα γνήσια δημοτικά, τις τούρκικες, εβραίικες ή αρμένικες λαϊκές επιτυχίες, ακόμη και τα ρεμπέτικα ή τα τραγούδια των καταγωγίων.

 

Σπουδαίο ρόλο στα μουσικά πράγματα της Ιωνίας έπαιξαν μετά το 1900 και οι εστουδιαντίνες της Σμύρνης, που καλλιέργησαν συστηματικά τη μουσική και το λαϊκό τραγούδι και ηχογράφησαν πολλούς δίσκους φωνογράφου.

 

Κομπανίες με μουσικούς και τραγουδιστές κυρίως Έλληνες, αλλά κι Αρμένηδες, Εβραίους και Τούρκους, έπαιζαν για το κοινό σε διάφορα κέντρα διασκέδασης, όπου σύχναζαν οι κάτοικοι, αναλοής με το ράγκο ντως – την κοινωνική τους τάξη. Τους συνόδευαν συχνά Ρωμιές, Τουρκοπούλες, Οβριές, Λεβαντίνες, Ταλιάνες και Φραντσέζες, Γύφτισσες, Βλάχες κι Ουγγαρέζες που χόρευαν και τραγουδούσαν μπροστά σε ένα κοινό προερχόμενο απ’ ούλα τα μιλέτια τσ’ Ανατολής και τση Δύσης.

 

Σε μπιραρίες, ξενοδοχεία και ταβέρνες, σε καφέ αμάν και καφέ σαντάν, σε θέατρα και λέσχες ακούγονταν κάθε λογής τραγούδια. Βιολιά, σαντούρια, ούτια και κανονάκια, σάζια, λαβούτα, ζίλια και κόψες, τουμπελέκια, κλαρίνα, ταμπουράδες και μπουζούκια, κορνέτες, καραμούζες, λατέρνες, κιθάρες και μαντολίνα, ακόμα και νταβάδες, κρασοπότηρα ή κουτάλια δημιουργούσαν μια μουσική πανδαισία ανεπανάληπτη και μοναδική.

 

Αλάκερη η Σμύρνη ητραγούδαε κ’ ηχόρευγε και ματζί τσης ητραγούδαε κι ούλη η Ρωμιοσύνη τσ’ Ανατολής, κοντά με τσι Τούρκοι και με τσι Οβραίοι, με τσι Λεβαντίνοι, τσ’ Αρμεναίοι και μ’ ούλο το ντουνιά!

Κι απάνου στα μεράκια ντως και στα ντουτζένια ντως, τσ’ ακριβές ώρες, οι μαχαλάδες αντιβουίζανε αφ’ το σμυρναίικο μινόρε, το πιο λιγωτικό, παθιάρικο και μελωδικό τραγούδι τση Σμύρνης!

Όγοιος μ’ ακούει που τραγουδώ, θαρρεί δεν έχω πόνο,

μα ‘γώ με το τραγούδι μου τον πόνο μου μερώνω.

 

Στα παναΰρια και στσι γάμοι ηγενούτανε το σώσε. Ονομαστοί μουσικοί κάθε τόπου ή κομπανίες καλεσμένες από τη Σμύρνη κι άλλες πόλεις παίζανε για μέρες κι ο κόσμος διασκέδαζε, χόρευε και τραγουδούσε με την ψυχή του. Αντιλαλούσε ο τόπος από τις εκπληκτικές μελωδίες του αφτάλικου, του συρτού και του μπάλλου, από τα τζιβαέρια, τα μινοράκια και τα μανεδάκια.

 

Ξακουστά ήταν τα θρησκευτικά πανηγύρια της Παναγιάς στο Μπουρνόβα, τα Βουρλά, το Αϊβαλί, τα Αλάτσατα, τα Μούγλα και τη Νέα Φώκαια, της Αγ. Αναστασίας στο Χορόσκιοϊ τση Μανησάς, του Άη-Γιώργη στο Γκιούλμπαξε, στην Πέργαμο και το Αϊβαλί, της Αγιά-Παρασκευής στη Μαινεμένη, του Άη-Γιάννη στο Σεβντίκιοϊ, στο Μπουτζά, στο Γέροντα, στον Κιρκιντζέ και στο Μελί κι άλλα πολλά, όπου συνέρρεαν χιλιάδες προσκυνητές και πανηγυριώτες απ’ όλη την περιφέρεια.

 

Και στην προσφυγιά επέζησε το τραγούδι της Μικρασίας. Οι παράγκες κι οι συνοικισμοί πλημμύριζαν κάθε βράδυ με τα προσφυγίτικα τραγούδια, με τα οποία οι Μικρασιάτες έσβηναν τον καημό τους κι απάλυναν τον πόνο τους για τη χαμένη Πατρίδα.

 

Τραγούδησε, καρδούλα μου, ως τραγουδούσες πρώτα… Τραγούδησε με μεράκι κι ερωτισμό, με σεβντά κι ασικλίκι, με ηδυπάθεια και σεκλέτι, με νταλκά, με πόνο και παραπονιάρικη φωνή, με ντέρτι και τρυφερότητα, με καημό, νωχέλεια και κέφι, με την ιαστί αρμονία, με τους βυζαντινούς μουσικούς δρόμους και με τα  αραβοπερσικά μακάμια, έτσι όπως ταιριάζει κι όπως αρέσει στη Ρωμιοσύνη όπου γης.

 

Tα τραγούδια και οι σκοποί που επιζούν σήμερα σε μεγάλο μέρος της λαϊκής μουσικής μας, είναι γνωστό ότι αποτελούν μια κληρονομιά που έρχεται από τα βάθη των αιώνων και από μια περιοχή που βρίσκεται τόσο κοντά όσο και μακριά μας: τη Μικρά Ασία.

 

Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της μουσικής της Αρχαίας Ελλάδας και της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, η χρήση των μουσικών τρόπων δεν αφορούν μόνον την κλίμακα, το ματζόρε και το μινόρε. Οι κανόνες στην ιεραρχία των βαθμίδων και τον τρόπο ανάπτυξης της μελωδίας, αποτελούν τα στοιχεία που προσδίδουν ιδιαιτερότητα σε κάθε μουσικό άκουσμα.

 

Στην Ιωνία υπήρχαν πολλά μουσικά όργανα. Το λαούτο (αραβικά al’ud), είναι έγχορδο με μακρύ χέρι. Αν και η ιστορία των οργάνων της οικογένειας του λαούτου ξεκινάει από την 3η χιλιετία π.Χ. στη Μεσοποταμία, ο πρόδρομός του εμφανίζεται στην Αίγυπτο το 1300 π.Χ. Το ούτι μοιάζει πολύ με το λαούτο, είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στις αραβικές χώρες και έχει μικρότερο χέρι. Η λύρα παίζεται με τόξο και έχει μεγάλη συγγένεια με το περσικό καμαντσέ και το αραβικό ρεμπάμπ. Το κανονάκι, το νυκτό χορδόφωνο και το σαντούρι είναι επιτραπέζια όργανα.

 

Στη Σμύρνη υπήρχαν χοροί που χορεύονταν σε όλη την Ελλάδα: καλαματιανός, συρτός, αλλά και πολλοί χοροί «τοπικοί», όπως ο καρσιλαμάς, αντικριστός χορός (στα τουρκικά carsi=αντίκρυ, απέναντι), ο ζεϊμπέκικος που προέρχεται από τους ζεϊμπέκηδες, το τσιφτετέλι (στα τουρκικά ciftetelli = με διπλή χορδή), ο χασάπικος, ο χορός των χασάπηδων της Πόλης και άλλοι. Στην Αθήνα και τον Πειραιά ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα τα μουσικά συγκροτήματα από τη Σμύρνη εμφανίζονταν με Αρμένηδες, Τούρκους ακόμη και Εβραίους μουσικούς παντρεύοντας στοιχεία από τη μουσική τους στις δικές τους συνθέσεις.

 

Η μικρασιατική μουσική, και ιδίως η σμυρναίικη, είχε γίνει γνωστή και πολύ αγαπητή στην Ελλάδα από τα καφέ-αμάν και τις παραστάσεις του επίσης δημοφιλούς Καραγκιόζη. Μάλιστα, το 1889 στο κέντρο «Το περιβολάκι του Γερανίου» εμφανιζόταν ένα μουσικό συγκρότημα από τη Σμύρνη με τον βιολιστή Γιοβανίκα και την τραγουδίστρια κιορ-Κατίνα.

 

Στη Σμύρνη από τα μέσα του 19ου αιώνα τραγουδιόνταν καντάδες στις οποίες κυριαρχούσαν δυτικά στοιχεία, τα «ρεμπέτικα», δηλαδή τραγούδια σε μοτίβα παραδοσιακά, οι αμανέδες, (τα τουρκικά γκαζέλ) μακρόσυρτα τραγούδια βασισμένα σε βυζαντινές και οθωμανικές κλίμακες και αρκετά τούρκικα τραγούδια, όπως το «Μέμο» που ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στα καφέ-αμάν της Αθήνας λίγο πριν από την έλευση του 20ού αιώνα.

 

Ο ερχομός των προσφύγων του ‘22 διαμόρφωσε το είδος της μουσικής και κατά συνέπεια τα τραγούδια που ακούγονταν και τραγουδιόνταν στην Αθήνα. Την περίοδο που ανθούσε το «μεσοπολεμικό και πρώτο μεταπολεμικό λαϊκό-ρεμπέτικο» υπήρχαν 70 εκλεκτοί μουσικοί από τους οποίους οι 30 ήταν Μικρασιάτες πρόσφυγες, κυρίως από τη Σμύρνη και τα περίχωρά της.

 

Ο Θεόδωρος Χατζηπαναγής στο βιβλίο του «Της Ασιάτιδος Μούσης Ερασταί» γράφει ότι η πορεία της ελληνικής μουσικής σημαδεύτηκε από την παρουσία των προσφύγων: «Έφεραν από τα μικρασιατικά ακρογιάλια τους χανεντέδες της Σμύρνης, για να διασταυρώσουν την τέχνη τους με τον ταμπουρά του Μίμαρου και να κάνουν δυνατό να ξεπεταχτεί, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, ένα νέο θαλερό βλαστάρι της ανατολίτικης παράδοσης του ελληνικού λαού, το ρεμπέτικο τραγούδι».

 

Κείμενα: Βερονίκη Δαλακούρα
Φωτογραφίες: Μάρω Κουρή

 

ΚΙΟΡΟΓΛΟΥ

Ένας χορός των προσφύγων από τη Μ. Ασία

Ο Κιόρογλου είναι χορευτικός σκοπός σε πεντάσημο ρυθμό (2+3), γνωστός στους αγροτικούς πλη­θυσμούς της Μικράς Ασίας, που μεταφέρθηκε από τους πρόσφυγες το 1923 στα νησιά του Αιγαίου, τη Μακεδονία και όπου αλλού εγκαταστάθηκαν. Στα τούρκικα «Κιόρογλου» σημαίνει «γιος του τυφλού» και αναφέρεται σε έναν περιπλανώμενο ραψωδό, ποθ ή φήμη του είχε διαδοθεί σε όλη τη Μικρά Ασία.

Ο Κιόρογλου, σύμφωνα με τη λαϊκή πα­ράδοση και το ομώνυμο επικό τραγούδι, ήταν ένας λη­στής πολύ αγαπητός στα φτωχά λαϊκά στρώματα, γιατί λήστευε τους πλούσι­ους και βοηθούσε τους φτωχούς. Ο Κιόρογλου και το Ατ χαβασί είναι χαρακτηριστικοί 5σημοι οργανικοί σκοποί, που παίζονταν προπολεμικά στο πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους, στην Αγία Παρασκευή της Λέσβου. «Ατ χαβασί» σημαίνει στα τούρκικα «σκοπός του αλό­γου». Ο σκοπός γνώρισε διάφορες στιχουργικές και γλωσσικές εκδο­χές.

  • Στην ελλη­νική δισκογραφία πρωτοπαρουσιάζεται μάλ­λον το 1931-32 με την Ρόζα Εσκενάζυ στο δίσκο «Το σαλβάρι του Κιόρογλου», Odeon 1653, σε στίχους και μουσική του Σταύρου Παντελίδη ή Σμυρνιού.
  • Από το Νίκο Διονυσόπουλο στο ΛΕΣΒΟΣ ΑΙΟΛΙΣ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ. Διπλό CD Α Π.Ε.Κ. 9, έχει καταγραφεί μια παραλλαγή το 1994, με την Πέρσα Πασινιού (γ. 1936).
  • Ο Γιώργος Κωνστάντζος, που έχει δημοσιεύσει «Τα τραγούδια της Σμύρνης» σε παρτιτούρες, έχει καταγράψει τον Κιόρογλου με τον τίτλο «Σαν φορούσα το σαλβάρι», σε ρυθμό όμως 4/4.
  • Από μαρτυρίες φαίνεται ότι ο σκοπός τραγουδιόταν και με τούρκικα λόγια.

 

Το σαλβάρι του Κιόρογλου

Δίσκος Odeon G.A. 1653 / 1933, Τραγούδι Ρόζα Εσκενάζυ

Στίχοι και μουσική : Σταύρος Παντελίδης – Σμυρνιός.

 

Άι, χάι! Σαν φορούσα το σαλβάρι,

κείνο τον καιρό, άμαν, κείνο τον καιρό.

Τα κορίτσια με κοιτούσαν,

μέσα στο χορό, μέσα στο χορό.

Ήμουν μερακλής σε όλα, αχ, σαν θυμηθώ,

τα ωραία κείνα χρόνια, δεν τα λησμονώ.

Άι, χάι! Σαν περνούσ’ από την πιάτσα,

με χαζεύανε, άμαν, με χαζεύανε.

Όλο έμορφα κορίτσια,

αχ, με ζηλεύανε, με ζηλεύανε.

Το σαλβάρι μου κοιτούσαν όλες, βρε παιδιά,

αχ, κι αυτό το γελεκάκι που’ μουν λεβεντιά.

Άι, χάι! Παίξτε μου για να χορέψω,

παίξτε βρε βιολιά, άμαν, παίξτε τα βιολιά.

Κιόρογλου για να χορέψω

παίξτε βρε παιδιά,

για να θυμηθώ ο καημένος κείνα τα παλιά,

να ξεχάσω τους καημούς μου που’ χω στην καρδιά.

 

Ο Νίκος Διονυσόπουλος μας δίνει την πληροφορία ότι το «ατ χαβασί» και ο «Κιόρογλου» πιθανότατα πρωτοπαίχθηκαν στη Λέσβο από την μουσική κομπανία του Μαγιάφογλου που ήταν πρόσφυγας από το Αϊβαλί της Μ. Ασίας.

Για τη Λέσβο υπάρχουν προφορικές μαρτυρίες ότι προπολε­μικά ο σκοπός του Κιόρογλου είχε χορευτεί αντικριστά, από δύο άν­δρες με μαχαίρια.

https://www.youtube.com/watch?v=6w5whb8I-VI

 

 

Για τον χορό, ο Σόλωνας Λέκκας, τραγουδιστής (γεν. 1946) από την Πηγή Λέσβου, αναφέρει:

«Παλιά γλεντούσαν ο κόσμος και οι γέροι ακόμα γλεντούσαν. Άμα σηκωνόταν ο γέρος να χορέψει, προτιμούσε το βαρύ σκοπό. Δυο χόρευαν στο συρτό, δυο στον καρσιλαμά, δυο στο ζεϊμπέκικο, μπορεί και μοναχός κάποιος, αλλά συνήθως σηκώνονταν και χόρευαν δυο. Οι παλιοί που χόρευαν σκοπούς με τα μαχαίρια, τα χτυπούσαν πάνω στο σκοπό, όχι με τα σχέδια που θα κάνεις. Ο «Κιόρογλους» είναι ένας χορός που οι παλιοί τον λέγανε «Πεχλιβάνης», που θα πει παλικαράς, γι” αυτό οι παλιοί τον χόρευαν με τα μαχαίρια, όχι σαν τώρα, πάνω στα άλογα».

 

Βιβλιογραφία

ΛΕΣΒΟΣ ΑΙΟΛΙΣ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ. Διπλό CD Α Π.Ε.Κ. 9 με ένθετο βιβλιαράκι. ΣΥΛΛΟΓΗ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : ΝΙΚΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ.

Πετρόχειλος Βασίλης, Σταύρος Παντελίδης (1891-1956). Ένας Σμυρνιός συνθέτης του ρεμπέτικου, Εκδόσεις «Τρόπος Ζωής», Αθήνα 2007.

Κωνστάντζος Γιώργος, Τα τραγούδια της Σμύρνης, τ.1Β, Τα λαϊκά, εκδ. FAGOTTO.

Πολιτιστική Εταιρεία Νάουσας ‘‘Αναστάσιος Μιχαήλ ο Λόγιος’’. Νάουσα 19ος – 20ος αιώνας, Νάουσα 1999.

 

Πηγές

Τενεδιός Θωμάς

Μπιλιούρης Σπύρος

 

Πηγές στο ίντερνετ

Βασίλης Πετρόχειλος

http://www.myspace.com/stavrospantelidis

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗς

Βιογραφικά Σημειώματα Μουσικών της Λέσβου

Σόλων Λέκκας

http://www.aegean.gr/culturelab/musicians_gr.htm#Lekkas

Χρήστος Ζάλιος

Καθηγητής Φυσικής Αγωγής

Νάουσα

zaliosparadosi

ethnos

mikrasiatis

http://constantinoupoli.com

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2023

 

 

 

Χένελλας (πειρατικό τραγούδι από τη Μάνη)

 

 


 

 

Όπως είναι γνωστό η πειρατεία αποτελούσε επάγγελμα τα χρόνια της τουρκοκρατίας και η περιοχή της Μάνης ήταν, λόγω της γεωγραφικής της θέσης αλλά και λόγω του ελεύθερου πνεύματος των κατοίκων της, κατάλληλη στο να ευδοκιμήσουν τέτοιες πρακτικές. Το παρακάτω τραγούδι είναι πειρατικό - ναυτικό τραγούδι της Μάνης κα περιγράφει με μεγάλη ένταση και ζωντάνια την περηφάνια που διακατείχε τους ανθρώπους αυτούς για την «Ελευθερία» που είχαν κερδίσει με τα όπλα τους και την αναγωγή της σε απόλυτο μάθημα ζωής.

 

Οι Ολλανδοί περιηγητές Van Egmont και John Heyman αναφέρουν

« […] οι Μανιάτες αρνούνται να πληρώσουν φόρο στο Σουλτάνο. Πολλές φορές έστειλαν οι Τούρκοι δυνάμεις να τους υποτάξουν. Έτσι είναι οι μόνοι Έλληνες που μπόρεσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους. Οι Έλληνες των γειτονικών περιοχών αποκαλούν τη Μάνη «Μεγάλο Αλγέρι». Είναι όλοι πειρατές εξ επαγγέλματος. Ακόμη και οι παπάδες τους ακολουθούν στις επιδρομές κι παίρνουν το ένα δέκατο από τις λείες ως δικαίωμα της εκκλησίας».

 

 

 

 

(ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΕ ΠΑΛΑΙΟΜΑΝΙΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ)

Χη σάλασ’ αντουρεύζεταϊ / Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύεϊ με του βράχους /Χούσιουτα, Χούσιουτας

Έτσ’ αντουρεύγουμαϊ τσάι `γου /Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύου με του Βλάχους / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Κάι τα βουνά αντουρεύγοντάϊ /Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύου με τα ισόινια / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Έτσα τσάι `γου με τους εχτρούς / Χένελλα, Χένελλας

Σ’ αντουρεύγουμάϊ αϊούϊνα / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Κάι η Τουϊρτσά έμ’ πάτηζε /Χένελλα, Χένελλας

Σ’ ούλη τη Μάνης τα χουϊρά /Χούσιουτα, Χούσιουτας

Τι άλλο καλό ε μάσαμε /Χένελλα, Χένελλας

Πεϊό κάλ’ απ’ τη λευτεϊρά /Χούσιουτα, Χούσιουτας.

 

(ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΕ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟ ΚΑΣΣΗ)

Η θάλασσα αντρειεύεται

κι όλο παλεύει με τους βράχους

έτσ’ αντρειεύομαι κι εγώ

κι όλο παλεύω με τους Βλάχους

και τα βουνά αντρειεύονται

κι όλο παλεύουν με τα χιόνια

ετσά κι εγώ με τους οχτρούς

θα αντρειεύομαι αιώνια

και η Τουρκιά δεν πάτησε

σ’ ούλη της Μάνης τα χωριά

τί άλλο καλό δε μάθαμε

πιο κάλιο από την λευτεριά.

 

 

  • Χένελλας σημαίνει Ελλάς
  • Χούσιουτας σημαίνει τιμή μας
  • Βλάχοι σημαίνει οι ξένοι. Οι εκτός μανιάτικης νοοτροπίας. (οι Βλάχοι ήταν κυρίως κτηνοτροφικός πληθυσμός, νομαδικού τύπου. Τελείως αντίθετος με τον πολεμικό πολιτισμό των Μανιατών).

 

 

 

Πηγή: maniatika.wordpress.com