...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2023

Το Σαρανταήμερο, τα έθιμα και η ιστορία της νηστείας

 


 

Αν και η σημαντικότερη και αυστηρότερη νηστεία ολόκληρου του ορθόδοξου χριστιανικού εορτολογίου είναι η Μεγάλη Σαρακοστή ή σκέτη Σαρακοστή, που ξεκινά από την Καθαρά Δευτέρα και λήγει το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, υπάρχουν κι άλλες στη διάρκεια του χρόνου που τηρούνται από πολύ κόσμο με μεγάλη προσήλωση.

Μία από αυτές είναι η νηστεία που ξεκινά από τις 15 Νοεμβρίου μέχρι την Παραμονή των Χριστουγέννων. Είναι μία από τις μικρότερες νηστείες που θεσπίστηκαν επίσημα, με σκοπό την προετοιμασία των πιστών για την έλευση μιας μεγάλης θρησκευτικής γιορτής, αυτής των Χριστουγέννων.

 

Ο άγιος Φίλιππος, ο γεωργικός άγιος

Τούτη η Μικρή Σαρακοστή είναι λιγότερο αυστηρή από τη Μεγάλη Σαρακοστή αλλά με εξίσου σημαντικά έθιμα και συνήθειες. Η προηγούμενη ημέρα, η 14η Νοεμβρίου, γιορτή του γεωργικού Αγίου Φιλίππου, λέγεται και Μικρή Αποκριά και είναι η τελευταία ημέρα που επιτρέπεται η κατανάλωση κρέατος. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Φίλιππος, φτωχός γεωργός, απόκρευε εκείνη την ημέρα στο χωράφι του: «ο φτωχός ο Φίλιππος όλη μέρα δούλευε και το βράδυ απόκρευε», λέει η χρονογεωργική παροιμία. Το βράδυ που γύρισε κουρασμένος σπίτι του, έδεσε τα βόδια του στο παχνί κι έκατσε να φάει, μα η γυναίκα του, λυπημένη, του είπε πως οι συγχωριανοί του είναι τόσο φτωχοί που δεν έχουν κρέας απόψε στο τραπέζι κι αύριο αρχίζει η νηστεία των Χριστουγέννων (χαριτωμένο πρωθύστερο που καμία σημασία δεν είχε για τους απλούς πιστούς). Αμέσως ο Φίλιππος σηκώνεται, πάει στο παχνί, σφάζει το καλό του βόδι, το λιανίζει και το μοιράζει στους χωριανούς για να αποκρέψουν καταπώς πρέπει. Έφαγε κι ο ίδιος κι έπεσε να κοιμηθεί μα την άλλη μέρα σηκώνεται και τι να δει! Στο παχνί βρίσκει ολοζώντανο και γερό το βόδι που έσφαξε το προηγούμενο βράδυ. Θαύμα! Ο Θεός τον αντάμειψε για την καλοσύνη, τη γενναιοδωρία και για την αλληλεγγύη του (και όχι την «κάθετη» φιλανθρωπία του), απέναντι στους φτωχούς, όπως ο ίδιος, συγχωριανούς του.

Παρά τις παραλλαγές του μύθου, το κοινό τους σημείο είναι η γεωργική ιδιότητα του Φιλίππου που με την πράξη του (να κάνει χωράφι τέτοια μέρα), δίνεται μια δικαιολογία στους αγρότες–ζευγάδες που παλιά, πιεσμένοι από τον χρόνο και τις ανωμαλίες του καιρού, αντί να αργούν και να αποκρεύουν σπίτι τους, δουλεύουν στα χωράφια για την επείγουσα σπορά.

 

Ένα πλούσιο σύνολο διατροφικών κανόνων

Το Σαρανταήμερο σηματοδοτεί την, για τα καλά, έλευση του χειμώνα. Το διάστημα αυτό παραδοσιακά οι πιστοί αποκρεύουν, αποφεύγουν δηλαδή το κρέας, τα αυγά και τα γαλακτοκομικά αλλά η Εκκλησία έχει θεσπίσει ένα αρκετά πολύπλοκο πρόγραμμα διατροφής: τις πρώτες 33 ημέρες (όσες και τα χρόνια του Χριστού), μέχρι δηλαδή τις 17 Δεκεμβρίου, επιτρέπεται το ψάρι εκτός από Τετάρτες και Παρασκευές αλλά και στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Παναγίας. Από τις 18 μέχρι την Παραμονή των Χριστουγέννων καταλύεται ο οίνος και το λάδι, εκτός από Τετάρτη και Παρασκευή.

 

Σημασία δεν έχει τόσο αυτό το σχετικά αυστηρό πρόγραμμα όσο το γεγονός ότι το Σαρανταήμερο είναι η περίοδος που ξεκινά ο βαρύς χειμώνας με τα μεγάλα κρύα και τις ατέλειωτες νύχτες του: «του Σαραντάμερου η μέρα καλημέρα–καλησπέρα», λένε για την πικρή διαπίστωση του πόσο έχει μεγαλώσει πια η νύχτα. Είναι μια μελαγχολική εποχή πένθους όπου οι Χριστιανοί αναθυμούνται τους νεκρούς τους και γίνονται τα Σαρανταλείτουργα ή Σαραντάρια, για τη μνημόνευση από τους παπάδες των ονομάτων των νεκρών κάθε οικογένειας, η οποία προσφέρει στην εκκλησία λειτουργιά (πρόσφορο), κρασί, λιβάνι και κεριά. Παλαιότερα, τα Σαρανταλείτουργα γίνονταν και στα μικρά αναρίθμητα ξωκλήσια της υπαίθρου, όχι μόνο για τη μνημόνευση των νεκρών αλλά και για να μην ξεχνιούνται οι άγιοι σε αυτά τα απομακρυσμένα και μοναχικά εκκλησάκια που δεν λειτουργιούνται ποτέ παρά μόνο αυτές τις μέρες της μικρής Σαρακοστής.

 

Πολυσπόρια, βαρβάρα και κόλλυβα για τα ζωντανά

Πλήθος οι γιορτές στη διάρκεια του Σαρανταήμερου, όλες συνδεδεμένες με διατροφικές συνήθειες και κανόνες. Στα Εισόδια της Παναγίας (Παναγιάς Πολυσπορίτισσας ή Μεσοσπορίτισσας) στις 21 Νοεμβρίου μαγειρεύουν πολυσπόρια (ανάμνηση της αρχαιοελληνικής «πανσπερμίας» προς τιμή της θεάς των δημητριακών Δήμητρας αλλά και των θεών των νεκρών). Όσπρια και δημητριακά συμμαγειρεύονται σε πιάτα αλμυρά ή γλυκά και καταναλώνονται και προσφέρονται με την ευχή για αφθονία καρπών. Είναι μία από τις πιο σπάνιες περιπτώσεις όπου παραμένει ολοζώντανη μια συνήθεια στη διάρκεια αλλαγής θρησκείας, από την αρχαιοελληνική στη χριστιανική, αλώβητη και πανίσχυρη.

 

Ακολουθεί η γιορτή του αγίου Αντρέα όπου «αντρειώνει» το κρύο αλλά και αντρειεύουν τα σπαρτά, δηλαδή μεγαλώνουν. Από τις 4 μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου έρχονται τα Νικολοβάρβαρα, μια τριπλή γιορτή (αγίας Βαρβάρας, αγίου Σάββα και αγίου Νικολάου), με την παρετυμολογική ερμηνεία των ονομάτων τους: το κρύο «της Αγιαβαρβάρας βαρβαρώνει, του Αη Σάββα σαβανώνει, τ’ Αη Νικόλα παραχώνει». Η αγία Βαρβάρα πιστεύεται ότι προστάτευε τα παιδιά από την ευλογιά η οποία, πριν την εποχή των εμβολίων, άφηνε φρικτά σημάδια στα πρόσωπά τους, τα άφηνε «βλογιοκομμένα» και, για χάρη της αγίας, εκείνη την ημέρα μαγειρεύουν -ακόμη και σήμερα- τη βαρβάρα ή ασουρέ, ένα νόστιμο κολυβοζούμι με καρύδια, ρόδια, σουσάμι και αμύγδαλα. Φτιάχνουν όμως και μελόπιτα, μια απλή αλευρόπιτα που όταν βγει από τον φούρνο την περιχύνουν με μέλι με το οποίο κάνουν κι ένα σταυρό πάνω από την εξώπορτα του σπιτιού.

 

Ανάλογα σημαντική είναι και η γιορτή του αγίου Σπυρίδωνα στις 12 Δεκεμβρίου που, παρετυμολογικά πάντα, θεωρείται ότι προστατεύει από τα σπυριά και την πανώλη αλλά παράλληλα είναι και προστάτης της σποράς.

 

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, στις 18 Δεκεμβρίου, γιορτάζει ο μικρός αλλά σημαντικός για τους γεωργούς, άγιος Μόδεστος, προστάτης των καματερών και «άγιος των βοδιών», ζώα τόσο ζωτικής σημασίας άλλοτε για τις γεωργικές εργασίες και την επιβίωση της αγροτικής οικογένειας. Εκείνη την ημέρα μάλιστα τα τάιζαν με κόλλυβα και τους έδιναν να πιουν αγιασμό τον οποίο ράντιζαν και στα χωράφια για προστασία από ασθένειες, ακρίδες, κακοκαιρία και κάθε άλλο κακό.

 

Ξεγελώντας την αυστηρότητα

Οι γυναίκες, που για αναρίθμητους αιώνες συντηρούσαν τα έθιμα και τις παραδόσεις και που ήταν αρμόδιες για την τήρηση των νηστειών στα μαγειρέματά τους, προσάρμοσαν τους διατροφικούς περιορισμούς σε ένα πλουσιότατο σύνολο συνταγών χωρίς κρέας και ζωικά προϊόντα. Έτσι, και με τη νηστεία του Σαρανταήμερου, ετοίμαζαν φαγητά ευθυγραμμισμένα με τις επιταγές της νηστείας, αλλά με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: να είναι θρεπτικά και θερμαντικά για να δίνουν δύναμη στην αγροτική οικογένεια που εργάζεται σκληρά αυτό το διάστημα με τις πολλές εργασίες και μάλιστα μέσα στο κρύο, να είναι χορταστικά γιατί τα στόματα ήταν πάντα πολλά και να είναι νόστιμα γιατί οι νηστείες είναι άφθονες και πολυήμερες και δεν είναι δυνατόν να στερηθεί η οικογένεια την ωραία γεύση για τόσο μεγάλα διαστήματα.

 

Ετσι, τα φαγητά της νηστείας είναι ένα ξεγέλασμα απέναντι στη θρησκευτική αυστηρότητα, διανθισμένα με έναν απίθανο πλούτο προϊόντων που δίνουν τρομερή ποικιλία και γεύση στο νηστίσιμο φαγητό. Τούτη η νηστεία του Σαρανταήμερου συμπίπτει με με μια ωραία ποικιλία εποχικών υλικών: Μανιτάρια, όσπρια, φρούτα, ξηροί καρποί, λαχανικά και δημητριακά γίνονται πίτες, ζυμαρικά, σούπες, γιαχνιστά, λαδερά, προσφάγια και σιροπιαστά και ζουμερά γλυκά τρομερής φαντασίας και έμπνευσης, σαν απάντηση στη στέρηση: χορτόπιτες και χορτοτηγανίτες, ζουμερά πολυσπόρια, «πιλάφια» από δημητριακά και ξερά φρούτα, φάβες και οσπριοπουρέδες, κολοκυθόπιτες, χειμωνιάτικες μαγειρειές με λαχανικά και φρούτα μαζί, στιφάδα με ξερά φρούτα, τηγανητά με πυκνές αλευρόσαλτσες, φασουλόρυζα και φακόρυζα, μεζέδες με ξερά σύκα διατηρημένα στο τσίπουρο, τηγανιές με μανιτάρια! Όλα τούτα δεν είναι παρά μια πανέξυπνη απάντηση στις απαγορεύσεις της νηστείας και ένα κλείσιμο του ματιού στις λιγοστές απολαύσεις της άλλοτε σκληρής αγροτικής ζωής;

 

Πηγή: tirnavospress.gr

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2023

Τα ελληνικά πανηγύρια

Του π. Ηλία Μάκου.

 



Τα πανηγύρια του καλοκαιριού (κυρίως τον Αύγουστο) στην Ελλάδα, αποτελούν σημείο παραδοσιακής επικοινωνίας των ανθρώπων! Και είναι πολλά και ενδιαφέροντα... Μέσα στη φύση, ανάμεσα σε πλατάνια, δίπλα σε ποτάμια.

Σ’ αυτά «ανταμώνονται» τα άτομα. Οι πολλοί γίνονται ένας και ο ένας πολλοί.

Τα θρησκευτικά πανηγύρια ήταν και εξακολουθούν να είναι, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις μια όαση, μια στιγμή ξενοιασιάς και μια ευκαιρία για διασκέδαση. Πανηγύρια γίνονται σε όλα τα χωριά και είναι αφιερωμένα στη μνήμη και στη γιορτή κάποιου αγίου και στην τοπική εκκλησία που φέρνει και το όνομα του αγίου ή της αγίας.

 

Αλλά τα πανηγύρια θα πρέπει, όσο υπερβολικό και αν φαίνεται αυτό, να αποτελούν και αφορμή όχι μόνο ψυχαγωγίας, αλλά και πνευματικής αναγέννησης, τόσο μέσα από τη ζωή του εορτάζοντος αγίου, αλλά και μέσα από τον αναβαπτισμό στην παράδοση.

 

Σπουδαία Κληρονομιά

Η παραδοσιακή μουσική και οι χοροί εκφράζουν μία στάση ζωής, έναν τρόπο ανταμώματος κι επικοινωνίας κι έναν ολόκληρο πολιτισμό. Και είναι ασφαλώς άξιοι επαίνων οι Σύλλογοι εκείνοι, και οι κάτοικοι, που μοχθούν για την οργάνωση των πανηγυριών. Γιατί δημιουργούν ένα ευρύτερο πολιτιστικό κλίμα, που περιλαμβάνει ήθη και έθιμα του παλιού καιρού. Όλα αυτά είναι ένας αληθινός θησαυρός, μία σπουδαία κληρονομιά.

 

Τα παλαιά χρόνια

Τα παλαιά χρόνια τα πανηγύρια ήταν μια όαση, μια στιγμή ξενοιασιάς και μια ευκαιρία για διασκέδαση στη σκληρή και κοπιαστική ζωή, που ζούσαν οι άνθρωποι.

Το πανηγύρι ήταν τόπος συνάντησης, συνεύρεσης των κατοίκων ενός χωριού, αλλά και με τους κατοίκους των γειτονικών χωριών που έρχονταν στο τοπικό πανηγύρι.

Οι κάτοικοι του ενός χωριού γνωρίζονταν με τους κατοίκους των άλλων χωριών κυρίως μέσω των πανηγυριών. Οι σκληρές καθημερινές δουλειές, η έλλειψη συγκοινωνιακών μέσων εμπόδιζαν την αλληλοεπικοινωνία και την αλληλογνωριμία μεταξύ των κατοίκων των γειτονικών χωριών και τα πανηγύρια βοηθούσαν σε μεγάλο βαθμό προς αυτή την κατεύθυνση.

Τα πανηγύρια τότε ήταν ο μοναδικός και αποκλειστικός τρόπος διασκέδασης των κατοίκων, μαζί φυσικά με τους γάμους και τα βαφτίσια. Το κύριο όμως και κυρίαρχο μέσο διασκέδασης ήταν πάντα τα πανηγύρια και σε μικρότερο βαθμό οι γάμοι και τα βαφτίσια.

Πέρα όμως από την αλληλογνωριμία μεταξύ των κατοίκων μιας περιοχής, τα πανηγύρια έπαιζαν τότε μια πολύ πιο σπουδαία και σημαντική λειτουργία. Αυτή της γνωριμίας μεταξύ των νέων του χωριού ή των χωριών με τελική κατάληξη το γάμο και την παντρειά. Η κλειστή και αυστηρότατη κοινωνία μπροστά στον κυκλικό χορό της πλατείας έσπαγε, χαλάρωνε (τα μάτια πάντα έπαιζαν τον κυρίαρχο ρόλο), μετά αμέσως έπιαναν δουλειά οι προξενητάδες με τις προξενήτρες, οι γνωστοί και οι συγγενείς και πάντα συνήθως τα περισσότερα προξενιά, οι αρραβώνες και οι γάμοι επακολουθούσαν μετά τα πανηγύρια.

Τα παλιότερα χρόνια πέρα από την πίστη, τη λατρεία προς τον τοπικό άγιο και τη θρησκευτικότητα των κατοίκων, αμέσως μετά ο κυριότερος ρόλος των πανηγυριών ήταν αυτός της επαφής και της γνωριμίας ανάμεσα στους νέους με τελική κατάληξη το γάμο. Και βέβαια αυτός της διασκέδασης, του γλεντιού, της χαράς και του ξεφαντώματος.

 

Στην εποχή του facebook

«Πείτε μου, ρε παιδιά, υπάρχει κανένα καλό πανηγύρι στην Ήπειρο να πάω;», ρωτούσε πριν από μερικές μέρες μια γυναίκα σε μια ομάδα Θεσπρωτών στο Facebook και οι απαντήσεις, που έλαβε, δεν ήταν λίγες. Μάλιστα συνοδεύονταν από φωτογραφίες και βίντεο περσινών πανηγυριών.

Πλέον ό,τι γίνεται στο πανηγύρι ενός χωριού, μπορεί να αποτελέσει δημόσιο θέαμα παντού μέσω υπολογιστή, τάμπλετ, κινητού τηλεφώνου.

Ένας Έλληνας μετανάστης στη Γερμανία μπορεί να χορεύει από το σπίτι του στην ξενητιά, μετέχοντας στο πανηγύρι του χωριού του μέσω skype.

Παλαιότερα στην Ελλάδα οι άνθρωποι φορούσαν άλλα ρούχα και άλλα παπούτσια, προκειμένου να πάνε στο πανηγύρι, χόρευαν με άλλον τρόπο. Πριν από μερικά χρόνια η μεταφορά στον τόπο του πανηγυριού γινόταν με γαϊδουράκι, σήμερα με αυτοκίνητα. Οι γυναίκες ντύνονταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο από ό,τι σήμερα, ενώ το τοπικό εμπόριο γινόταν μέσα από τη ζωοπανήγυρη.

Ο οίνος των πανηγυριών μεταβλήθηκε σε παγωμένη μπύρα.

Στη δεκαετία του ’70, είχαμε μαζική ένταξη και επέκταση των δικτύων ηλεκτροδότησης. Αυτό σήμαινε αλλεπάλληλες αλλαγές όχι μόνο στην καθημερινή και τη δημόσια ζωή, αλλά και στο πανηγύρι.

Το πανηγύρι, που παλαιότερα μπορεί να συνέβαινε μόνο τα πρωινά, αφού τα βράδια οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να μείνουν πολλές ώρες με κεριά ή άναβαν φωτιές, πλέον άλλαξε χρόνο τέλεσης και μετακινήθηκε προς πιο βραδινές ώρες. Άλλαξε ο τρόπος εκφοράς της μουσικής, αφού πλέον υπήρχαν μικροφωνικές εγκαταστάσεις στα πανηγύρια και ο ηλεκτρικός ήχος αντικατέστησε τον παλαιότερο ήχο των οργάνων.

Πριν από μερικές δεκαετίες, το πανηγύρι ήταν το επίσημο νυφοπάζαρο, η ευκαιρία για να δουν τα συμπεθεριά και να επιλέξουν νύφη. Σήμερα, όλα αυτά έχουν μεταβληθεί, αφού υπάρχουν οι επιλογές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Πέρα από τους συλλόγους, τα χορευτικά συγκροτήματα και τις αδελφότητες αποδήμων υπάρχουν πολυπληθείς διαδικτυακές κοινότητες, που ανά πάσα στιγμή μεταφέρουν την προαναγγελία ενός πανηγυριού ή απευθύνουν διαδικτυακές προσκλήσεις σε γνωστούς και φίλους. Ο ένας με τον άλλον στη ‘‘διαδικτυακή γειτονιά’’ ενημερώνουν και προτρέπουν κάποιον να πάει σ’ ένα πανηγύρι.

 

Στα γραφικά Ξωκκλήσια

Η πλειονότητα των πανηγυριών γίνεται σε γραφικά ξωκκλήσια είτε μέσα στην πρασινάδα είτε σε μέρη παραθαλάσσια, όπου τ’ αγγίζουν τα μυρωμένα μελτέμια της θάλασσας και «μοσχοβολούν» τα κύματα απ΄ το δροσερό αγέρι.

Βέβαια, πλέον, στους τόπους της επαρχίας δεν συναντάς γαϊδουράκια φορτωμένα καρπούς να κατηφορίζουν από τους χωματόδρομους, ανάμεσα σε πεύκα και θάμνους. Και λίγοι τσοπάνηδες έχουν μείνει να μαντρίζουν γιδοπρόβατα, όπως και λίγοι είναι και οι ψαράδες, που έχουν απομείνει και τινάζουν ξανθά δίχτυα στην άμμο και άλλοι απλώνουν τις τράτες στα βαθιά νερά.

Οι εικόνες ομορφιάς στην ύπαιθρο με των αρνιών τα κουδουνίσματα και τα βελάσματα, όπως και αυτές με τις βάρκες και τα δίχτυα, μέσα στη σιγαλιά, όλο και λιγοστεύουν (ας έχουμε τουλάχιστον την ελπίδα ότι δεν θα χαθούν τελείως).

Και μόνο το καλοκαίρι, που επιστρέφουν για μικρό διάστημα οι οικογένειές τους στον τόπο τους, τα παιδάκια παίζουν στα ξάγναντα.

Παραμένουν όρθια, όμως, τα λευκά ξωκκλήσια με τη γαλήνη του θόλου τους και την φεγγοβολιά του σταυρού τους. Εκεί, στα προαύλιά τους γίνονται τα περισσότερα πανηγύρια.

Και αυτά τα πανηγύρια είτε είναι μικρά είτε είναι μεγάλα, απλώνουν και χύνουν παρήγορο και γλυκό φως.

 

Πηγή: ekklisiaonline.gr

Φωτογραφία: diakonima.gr

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2023

Η πλούσια ιστορία και εξέλιξη του «χασάπικου» χορού

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

 

Το χασάπικο ή κατ’ άλλους χασάπικος (Τουρκ. Kasap = χασάπης) είναι χορός που έφτασε έως τις ημέρες μας παραλλαγμένος και προσαρμοσμένος στις σύγχρονες συνθήκες. Αλλά είναι μεγαλειώδης η καταγωγή του, αφού οι ρίζες του χάνονται στα χρόνια του Βυζαντίου, στην Κωνσταντινούπολη και την όμορφη Μακεδονία και την Ήπειρο.

 

Η έκδοση του Πιερ Ωγκυστέν Γκυς (Pierre Augustin Guys, 1721-1799).

 

Όλοι όσοι ασχολήθηκαν έως σήμερα με το θέμα, παραπέμπουν σε πληροφορίες που διέσωσε η μαντάμ Σενιέ, κάνοντας λόγο περί της ελληνικής καταγωγής της χωρίς περισσότερα στοιχεία. Η γυναίκα αυτή διάβασε το κείμενο του γνωστού περιηγητή Πιερ Ωγκυστέν Γκυς (Pierre Augustin Guys, 1721-1799), ο οποίος σε έκδοση του 1771, περιέγραφε τους Έλληνες κατοίκους της Πόλης, τα έθιμα και την κοινωνική ζωή τους.

 

Η λήθη

Η μαντάμ Σενιέ έστειλε στον περιηγητή δύο επιστολές σχετικές με τα κεφάλαια του βιβλίου που πραγματεύονταν και τους χορούς των Ελλήνων. Μετέδιδε με τον τρόπο αυτό τις δικές της γνώσεις και ο συγγραφέας τις καταχώρησε σε μεταγενέστερες εκδόσεις του βιβλίου του. Η φλογερή ψυχή της γυναίκας μετέφερε το μεγάλο «μήνυμα», επισημαίνοντας πως η νέα Ελλάδα μπορεί να είχε απωλέσει την ανεξαρτησία της, όχι όμως τον χαρακτήρα και τη μεγαλοφυΐα της. Τόνιζε, μάλιστα, πως είχε τις προϋποθέσεις να ανακτήσει την ανεξαρτησία της «να γεννήσει και πάλιν εκ της τέφρας της, τους ιδίους ανθρώπους, τας ιδίας αρετάς». Θεωρούσε δικαιολογημένα πως με τη διάσωση των λαογραφικών στοιχείων, έβγαιναν οι Έλληνες από τη λήθη που τους είχε βυθίσει η προκατάληψη και ο κατακτητής. Στη συνέχεια λαμβάνοντας αφορμή απ’ όσα ανέφερε ο περιηγητής προσέφερε πλούσια στοιχεία για τους προγόνους των Ελλήνων και την καταγωγή τους.

 

Μαντάμ Σενιέ

Ποια ήταν όμως η γυναίκα αυτή που κατόρθωσε να παραδώσει στην αιωνιότητα και την καταγωγή του χασάπικου χορού; Η Ελιζάμπεθ Σάντι Λομάκα (Elizabeth Santi Lomaca) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας το 1729 και πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία 79 ετών, τον Νοέμβριο 1808. Καταγόταν από παλαιά ευγενή λατινική οικογένεια της Χίου. Πατέρας της ήταν ο Αντόνιο Σάντι Λομάκα και μητέρα της η -ελληνικής καταγωγής- Αργυρώ Μαμάκη (Arghyro Mamachi de Lusignan).

Παντρεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη, τον Οκτώβριο 1754, τον Λουίς Σενιέ (Louis Chѐnier, 1722-1795) και ένας από τους μάρτυρες ήταν ο Ιάκωβος Σουμαρίπας. Απέκτησαν εννέα παιδιά. Ανάμεσά τους και ο ποιητής Αντρέ Σενιέ (1762-1794), ο οποίος θεωρείται ένας από τους εκπροσώπους των νεοκλασικιστών. Πρόδρομος του ρομαντικού κινήματος, αρχικώς υποστήριξε τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά φυλακίστηκε και καρατομήθηκε όταν διαμαρτυρήθηκε για τις ακρότητες της Τρομοκρατίας.

 

Νεότουρκοι χορεύουν έναν χορό τύπου χασάπικου μπροστά στο Κυβερνείο της Καβάλας (1908).

 

Τα «χασαπάκια»

Η μητέρα του, γνωστή στο ευρύ κοινό ως μαντάμ Σενιέ, αναφέρθηκε ιδιαίτερα στον «αρβανίτικο» χορό, όπως τον αποκαλούσαν, συμπληρώνοντας πως είχε στρατιωτικό χαρακτήρα. Ήταν ο χορός ο οποίος, απλοποιημένος, έφτασε στα μεταγενέστερα χρόνια ως «Χασάπικος». Αυτό εξάγεται από τις περιγραφές και το γεγονός ότι χορευόταν κυρίως από τα «χασαπάκια» της Κωνσταντινούπολης.

Η ονομασία «Αρβανίτικος» εξηγείται μάλλον από το γεγονός, ότι όλοι οι Έλληνες κρεοπώλες της Κωνσταντινούπολης κατάγονται από τη Βόρειο Ήπειρο! Η μαντάμ Σενιέ κατέθετε τη μαρτυρία της, πως είχε δει να τον χορεύουν Έλληνες σε δημόσια μέρη στις γιορτές τους. Εννοείται όταν τους έδινε άδεια ο Μέγας Βεζύρης, βάσει των προνομίων που είχαν αποκτήσει για να διασώσουν τα ήθη και τα έθιμά τους.

 

«Αλέξανδρος ο Μακεδών…»

Ο «Αρβανίτικος» χορευόταν στο Πέραν ή για μεγαλύτερη άνεση στην πλατεία Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης. Εντυπωσιακή είναι η πληροφορία πως συμμετείχαν διακόσιοι, τριακόσιοι ή ακόμη και περισσότεροι υπάλληλοι κρεοπωλείων. Επίσης ότι μόνον οι κρεοπώλες είχαν το προνόμιο να οπλοφορούν με γιαταγάνια και να φορούν πράσινα σαρίκια όταν ταξίδευαν.

Η μαντάμ Σενιέ προχωρούσε ακόμη περισσότερο ανάγοντας τον χορό στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έφερνε ως επιχείρημα τους δύο πρώτους στίχους που τραγουδούσαν οι οργανοπαίχτες: «Που είν’ ο Αλέξανδρος ο Μακεδών / που όριζε την Οικουμένην όλην;». Οι εικόνες που μας παρέδωσε είναι γοητευτικές. Αναφέρουν πως οι χορευτές ήταν οπλισμένοι με μαχαίρια και μπαστούνια, κάποιοι κρατούσαν γιαταγάνια και άλλοι με τα καμτσίκια τους κτυπούσαν το έδαφος.

 

Σκηνή από το χορευτικό «Το χασάπικο τής Τζένης», από την κινηματογραφική ταινία «Τζένη – Τζενη» (1965). Η Τζένη Καρέζη μαζί με τους χορευτές Γιώργο Φουτζιτζίδη (αριστερά) και Χρήστο Κουκουτσίδη (δεξιά).

 

«Συρτάκι»

Ανεξαρτήτως των δόσεων φαντασίας που περιέχουν οι αναφορές της ελληνικής καταγωγής επιστολογράφου, οι περιγραφές που μας παρέδωσε είναι μοναδικές, πλήρεις λεπτομερειών για τους χορευτές, τα ενδύματα, τον οπλισμό και τους συμβολισμούς τους. Οι ειδικοί καταγράφουν πολλά είδη χασάπικου, ενώ εξίσου έντονο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο μεταλλάχθηκε ο χορός αυτός στα νεότερα χρόνια. Χωρίστηκε σε δύο κατηγορίες, αργό και γρήγορο και τέσσερις μορφές που είναι το Χασάπικο, το Χασαποσέρβικο, το βαρύ και αργό χασάπικο και το αποκαλούμενο «Πολίτικο – Ταταυλιανό».

Ωστόσο, μία ακόμη μορφή εξαπλώθηκε, μαζί με το σπάσιμο των πιάτων, στα πέρατα της γης, με την ταινία του Ζυλ Ντασσέν «Ποτέ την Κυριακή». Έγινε πλέον γνωστός και δημοφιλής ως «συρτάκι» και θεωρήθηκε από τους ξένους ως ο αντιπροσωπευτικότερος ελληνικός χορός. Δηλαδή χορογραφήθηκε και εξελίχθηκε, επηρεασμένος από τον ελληνικό κινηματογράφο, εντελώς διαφορετικός από την αρχική του προέλευση. Έστω κι έτσι όμως, στις αρχές της δεκαετίας του ’60 εισέβαλε ακόμη και στα σπίτια των διπλωματικών υπαλλήλων, στις χοροεσπερίδες και τα νεανικά πάρτι.

 

Σκηνή από την ταινία «Ποτέ την Κυριακή». Η Μελίνα Μερκούρη χορεύει χασάπικο.

 

Ελαφρά μορφή…

Μετά το τσα τσα και το τσάρλεστον, έφθαναν στο αποκορύφωμα του κεφιού με έναν έξαλλο χασάπικο που το χόρευαν «αλά Μελίνα και Γ. Φούντα», αφού ακόμη δεν είχε καθιερωθεί ευρέως η ονομασία «συρτάκι». Ο αποδιοπομπαίος χασάπικος χορός, έστω και στην ελαφρά του αυτή μορφή, έπαιρνε εκδίκηση. Γινόταν μόδα, μανία, τρέλα και έμπαινε πανηγυρικά στα σαλόνια αναγκάζοντας εκείνους που τον περιφρονούσαν να εξοικειωθούν μαζί του. Δεν άργησε η στιγμή ώστε ακόμη και ολόκληρες εκδηλώσεις να χτίζονται με βάση το πνεύμα του νέου χασάπικου. Στους αποκριάτικους χορούς επανήλθαν τα ζωνάρια, τα μαύρα παντελόνια, οι λαϊκοί τύποι και οι διακοσμήσεις των ταβερνών.

Πρόσωπα διακεκριμένα και διπλωματικοί υπάλληλοι έσπευδαν στα χοροδιδασκαλεία για να μυηθούν στα μυστικά του χασάπικου και να μάθουν όσο το δυνατόν καλύτερα τις φιγούρες του. Εξάλλου, όπως αποκάλυπταν στα ψιλά γράμματά τους οι εφημερίδες, αρκετοί ήταν εκείνοι που φρόντιζαν να παίρνουν μαθήματα κατ’ οίκον. Έτσι, απέφευγαν τα αδιάκριτα βλέμματα και επιδείκνυαν τις ικανότητές τους με τσακίσματα και αυτοσχεδιασμούς του περιφρονημένου χασάπικου!

 

Πηγή: taathinaika.gr

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2023

Η γιορτή των Ταξιαρχών στον Πόντο

 


 

Μια μεγάλη γιορτή, την οποία τιμούσαν ιδιαίτερα και στον Πόντο, είναι  η σύναξη των Παμμέγιστων αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, καθώς και των υπολοίπων Ασωμάτων και Ουράνιων Αγγελικών Ταγμάτων, στις 8 Νοεμβρίου.

 

Στον Πόντο, τιμούσαν ιδιαίτερα την ημέρα αυτή και σχεδόν κάθε περιοχή είχε και τις παραδόσεις της για τη συγκεκριμένη ημέρα.

 

Στα Κοτύωρα, οι μεγάλες σε ηλικία γυναίκες, είχαν θεσπίσει τη νηστεία των Ταξιαρχών, που διαρκούσε από 1-8 Νοεμβρίου. Πίστευαν ότι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ παίρνει τις ψυχές και νήστευαν στην χάρη του, προκειμένου να πάρει εύκολα την ψυχή τους και να μην παιδευτούν όταν έρεθει η ώρα να φύγουν από την ζωή. Μόλις ολοκληρώνονταν η νηστεία κοινωνούσαν μετά το πέρας της θείας λειτουργίας.

 

Στην Τραπεζούντα πίστευαν, παρομοίως, πως ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ήταν ο άγγελος που έπαιρνε τις ψυχές. Επίσης, την ημέρα της γιορτής, οι μητέρες πήγαιναν τα παιδιά τους στην εκκλησία και τύλιγαν στο λαιμό τους την άκρη από το παραπέτασμα της ωραία πύλης, για να αποτρέψουν τον πονόλαιμο.

 

Αλλά και στο χωριό Αντρεάντων (Αμισού) ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ονομαζόταν τόσο ως Ταξιάρχης όσο και ως Κουρκουνάς, από την ιδιότητα που του αποδιδόταν, διότι «Κουρκουνά» σήμαινε «χτυπάει την πόρτα» και ζητάει την ψυχή.

 

Για την ιδιότητα αυτή των Αρχαγγέλων ως ψυχοπομπών υπάρχουν και παραδόσεις των Ελλήνων του Πόντου από την περιοχή του Κάρς, τις οποίες μας παραδίδει ο Σάββας Παπαδόπουλος.

 

Στην πρώτη από αυτές με τίτλο «Πως εκωφώθεν ο Χάρον» δικαιολογείται η κώφωση του αγγέλου που πήγαινε να πάρει τις ψυχές των ανθρώπων: «Ο Θεόν έστειλεν τον άγγελον να πάει να παιρ’ την ψην είνονος νύφες π’ είχεν μωρά. Σο τζάχ κεικά εκάθουντουν η πεθερά τ’ς» αλλά ο άγγελος λυπήθηκε τα μωρά που θα έμεναν ορφανά και δεν πήρε την ψυχή της μάνας τους και «εκλώστεν οπίσ’ με τ’ εύκαιρα τα χέρα».

Ο Θεός θύμωσε και ορμώντας εναντίον του «δί’ τον άγγελον έναν σπιχτόν σιλάν (χαστούκι) σ’ ωτίν απέσ’. Άγγελον επόνεσεν, εκωφώθεν κ’ επεκεικιάν’ επέμ’νεν κωφός, κανεινός τα κλαίητα ‘κι ακούει, τ’ ολωνών την ψην παίρ’ και πάει…».

Τα παιδιά τα φρόντισε ο κόσμος και μεγάλωσαν και έγιναν καλοί άνθρωποι.

 

Σε παρόμοια παραλλαγή με τον ίδιο τίτλο η νύφη που έπρεπε να πάρει την ψυχή της ο άγγελος είχε δίδυμα και την λυπήθηκε και πήρε την ψυχή της γριάς πεθεράς της. Εδώ τον άγγελο τον έστειλε ο Άγιος Πέτρος και επειδή παράκουσε, τον χτύπησε και τον κούφανε. Έτσι ο άγγελος-χάρος, όπως έμεινε κουφός, δεν ακούει τα παρακάλια κανενός και παίρνει την ψυχή είτε του μικρού είτε του μεγάλου. Γι΄αυτό ο θάνατος δεν έχει σειρά.

 

Στη δεύτερη παραλλαγή με τίτλο «Η χάρη του Θεού», πάλι ο Θεός έστειλε τον άγγελο να πάρει την ψυχή μιας γυναίκας που είχε δυο αγοράκια. Ο άγγελος τα λυπήθηκε και γύρισε πίσω με άδεια χέρια. Όμως ο Θεός τον ανάγκασε να ξαναπάει στη γη και να εκτελέσει την εντολή, όπως και έγινε. Ο καιρός πέρασε και τα αγόρια μεγάλωσαν και μια μέρα που περνούσαν καμαρωτά με τα άλογά τους, φώναξε τον άγγελο, του τα έδειξε και του είπε πως όλα αυτά τα ορίζει Εκείνος και κανέναν δεν εγκαταλείπει.

 

Πηγή: trapezounta.gr

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2023

Οι Κουρές: ένα έθιμο και μια συνήθεια…

Του Σήφη Πετράκη

… που αναλλοίωτες μας έρχονται από τα παλιά.

» Από το βιβλίο μου “Ορεινές Μαδαρίτικες Αθιβολές τσ’ Αση-γωνιώτικης ρίζας”



Αρκετά πράγματα στην Ασηγωνιά έμειναν αναλλοίωτα στο διάβα των χρόνων. Των χρόνων που ισοπέδωσαν αλλού, παλιές συνήθειες, ήθη, έθιμα και τρόπο ζω­ής. Αντιστέκεται ο Ασηγωνιώτης σθεναρά και με πείσμα σε ξενόφερτες συνήθειες και προσπάθειες να κρατήσει και να μεταλαμπαδεύσει στους νεότερους τον πα­λιό τρόπο ζωής των προγόνων του. Σε ελάχιστα μέρη αποκρατεί ακόμα το έθιμο της συνεπαρσιάς στο γάμο. Ίσως μόνο στην Ασηγωνιά.

Mια από τις συνήθειες που αναλλοίωτα φθάνει μέχρι τις μέρες μας, είναι και οι κουρές. Όπως έγραψα και παλαιότερα στα «Χ.Ν.», δυο φορές τον χρό­νο δίδεται η ευκαιρία στον Αση-Γωνιώτη βοσκό να επιδείξει το κοπάδι του. Η μία είναι η γιορτή του Απριλιάτικου Άι Γιώργη. Τότε που θα κατηφορίσει το κοπάδι του ο βόσκος από τη μαδάρα, ομορφοτσαφαρωμένο, με όσο γίνεται πε­ρισσότερους κριγιοΰς και τράους για να το αρμέξει στη χάρη του. Ακούς τότε τους υπολοίπους βοσκούς:
— Είδες μωρέ το κουράδι του Μιχάλη! Θεόψυχά μου άδε ν’ έσερνενε σα τριάντα τράους και κριγιοΰς. Και τέτοιο τσαφάρωμα δεν το είδα ποτές μου. Εί­δες λέρια!

Η άλλη ευκαιρία είναι οι κουρές, που αρχίζουν από τον Μάιο και μετά, και θα πρέπει να ξαλαφρώσει το πρόβατο από το μαλλί. Παλαιότερα το μαλλί ήταν σχε­δόν πολύτιμο είδος. Ειδικά στις φαμελιές που είχαν κοπελιές, έπρεπε οπωσδήποτε να εξοικονομηθεί το μαλλί, που θα χρησιμοποιηθεί σαν πρώτη ύλη για τα προυκιά και το χειρότερο ήταν αν η φαμελιά δεν είχε πρόβατα. Περίμεναν να τους καλέ- σουν σε κάποιες κουρές συγγενείς ή φίλοι για να πάρουν ένα ή δυο μποκάρια, (το μαλλί που βγάζει ένα πρόβατο λέγεται μποκάρι) και έτσι κάπως να βολευτούν.
Σήμερα δυστυχώς η τιμή τού μαλλιού είναι εντελώς απογοητευτική. Είναι τό­σο εξευτελιστική, που οι βοσκοί αρκετές φορές αφήνουν τα μαλλιά στον τόπο της κουράς.

Και πώς ήτανε μπάρμπα Πέτρο παλιά οι κουρές; είχα ρωτήσει έναν εκατο­χρονίτη μαδαρίτη βοσκό.
- Οι κουρές, κοπέλι μου, μια φορά ήτανε φέστα! Ήτανε πανηγύρι. Έπρε- πενε να καλέσεις ούλο τον γκόσμο και απού τα ξένα χωριά.
Και ανείχενε, ξεχάσεις κιανένα, αυτός επαραξήγα. Πολλές φορές εφέρνανε και λυρατζήδες.
Αυτή την περιγραφή που μου έκανε ο μπάρμπα Πέτρος την έζησα κι εγώ. Μικρό κοπέλι θυμάμαι, σκαρφάλωνα στους ώμους του θείου μου, του «Παπαγι- ώργη», του Γιώργη του Γύπαρη, για να με ανεβάσει στο Σελί, στο μιτάτο του στο Βρούλινο. Εκεί θυμάμαι την πανηγυρική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι μι- τατάρηδες και οι καλεσμένοι τους.

Η πανηγυρική ατμόσφαιρα καθώς και ο παλιός τρόπος που γίνονταν οι κου­ρές, έχουν διατηρηθεί και μέχρι τις μέρες μας!
Ο ιδιοκτήτης του κοπαδιού αρκετές μέρες πιο πριν, θα αρχίσει να καλεί.
… Σύντεκνε Στελή, την άλλη μέρα κουρεύω στο «Βράσκο» και είσαι καλε­σμένος!
Δεν πρέπει να αρνηθεί και δεν αρνείται την πρόσκληση κανένας. Μόνο στην περίπτωση που άλλος τον έχει καλέσει πιο μπροστά.
… Δε γατέω, καημένε σύντεκνε ανέρθω… Κατέεις πως κουρεύει και ο ξάδερ­φος μου ο Πέτρος στο Καταγόρι και… είντα θα γενώ! απού δε μπορώ να μη μπάω κι εκειά.
... Όι σύντεκνε, εγώ δεν το κάτεχα πως εκούρευενε ο ξάδερφός σου, μα του χρόνου…
Οι βοσκοί προσέχουν να μην κουρεύει άλλος την ίδια μέρα και για το λόγο ότι οι κουρίσκοι, αυτοί δηλαδή που κουρεύουν και που είναι οι ίδιοι οι βοσκοί, που από μικρά παιδιά ασκούνται στο κούρεμα κάθε χρόνο, είναι μετρημένοι. Γιατί ένα κοπάδι με 300-400 πρόβατα θέλει αρκετές ώρες και αρκετούς κουρί- σκους για να τελειώσει. Και για τον λόγο πως δεν μπορείς και δεν επιτρέπεται να κρατάς το κοπάδι πολλές ώρες στην κούρτα.

Η δουλειά του κουρίσκου, αυτού δηλαδή που με το πρόσφατα ακονισμένο ψαλίδι κουρεύει, είναι και επίπονη, αλλά πάνω απ’ όλα είναι υπεύθυνη και λε­πτή εργασία. Πρέπει να προσέχει να μην τραυματίσει το πρόβατο που κουρεύ­ει. Αυτό συμβαίνει καμιά φορά με τους νέους και άπειρους κουρίσκους. Κι εγώ προσπάθησα κάμποσες φορές να κουρέψω. Όμως, έπειτα από ένα τραυματισμό που προκάλεσα άθελα μου, δεν εξάσκησα ξανά το σπορ του κουρίσκου.
Περιορίζομαι να πιάνω οζά, να τα αμπουζιάζω -δένω τα πόδια- και τα κου­βαλώ στους κουρίσκους που πάντα κάθονται στη θέση τους και περιμένουν το επόμενο οζό. Η δουλειά αυτή είναι αρκετά κουραστική, όμως καθόλου υπεύ­θυνη. Είναι κάτι σαν βοηθητική εργασία.
Μόνο αν ξεμπουζιαστεί -λύσει το σχοινάκι- τότε αρχίζει η πλάκα και το δού­λεμα από τους κουρίσκους.
— Γειαε το Μανόλη! Είντα δέσιμο ’καμες πάλι! Ετσά τα δένουνε τα ζα;
Δεν έεις πλια δύναμη να το δέσεις;
Μήμπανά ’πιες κιαμιά κούπα αποντενεδά. Έχε μια ουλιά ’πομονή μα οπου- νάναι τελειώνομε.

Παράλληλα, λίγο παρακάτω, συνήθως στη σκιά κάποιου ασφένταμου, έχουν αρχίσει να στρώνουν μια τάβλα, που σε τίποτα δεν υστερεί από τη στρωμένη τά­βλα της βάφτισης ή του γάμου και αρκετές φορές είναι περισσότερο παραφορ­τωμένη από κρέατα, τυριά, μέλια και καλό κρασί! Ο ιδιοκτήτης έχει σφάξει πρό­βατα ή έχουν κάνει πιο μπροστά μια μικρή «εκστρατεία» στη μαδάρα για να βρουν τράους ή αίγες από αυτές που διατηρούν εκεί σε ημιάγρια κατάσταση και που μόνο με το τουφέκι πιάνονται.
Αν σε καλέσουν, λοιπόν, όπως με κάλεσαν και μένα φίλοι, θα πρέπει να δε­χθείς την πρόσκληση.
Θα ζήσεις την όμορφη και αναλλοίωτη ατμόσφαιρα της γιορτής της κουράς.

Υστερόγραφο – Για εφέτος οι κουρές έχουν τελειώσει. Για του χρόνου όμως αν σας καλέσουν σε κάποιες κουρές, θα πρέπει να πάτε και δεν θα το μετανιώσετε.

 

 

Πηγή: haniotika-nea.gr

 

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Η νύφε κρατεί μάχ’ – Το ποντιακό έθιμο της σιωπής όπως το αφηγήθηκε η Θεοδούλα Φωτιάδου

 

«Να κάθεσαι σιωπηλή σαν το βόδι, και να κουνείς το κεφάλι»

 

                                        Η Θεοδούλα Φωτιάδου (φωτ.: istorima.org)

 

Ένα πραγματικά συντηρητικό έθιμο, ενδεικτικό της πατριαρχικής ποντιακής κοινωνίας, ήταν το μαχ’ (ή μας) – ουσιαστικά επρόκειτο για την υποταγή της νύφης στην οικογένεια του συζύγου της, καθώς δεν είχε δικαίωμα να μιλά ευθέως στα πεθερικά (με τα οποία συνήθως έμενε μαζί), και σε άλλα σεβάσμια πρόσωπα του οικογενειακού κύκλου.

 

«Η νύφε κρατεί μαχ’» είναι η φράση στην ποντιακή διάλεκτο.

Πολλές ποντιακές οικογένειες κράτησαν… αμίλητες τις νύφες και μετά την εγκατάσταση στην Ελλάδα. Η Θεοδούλα Φωτιάδου, η οποία γεννήθηκε το 1928 στην Ποντοκώμη και παντρεύτηκε το 1949 αυτόν που διάλεξαν οι δικοί της, για σχεδόν δύο χρόνια δεν απευθυνόταν στον πατέρα του άνδρα της.

«Δεν μπορούσα να τον πω: “Έλα να φας”, πώς να τον φωνάξω, αφού δεν τον μιλούσα;» είπε στη Νίκη Φωτιάδου, η οποία κατέγραψε τη μαρτυρία της για το istorima.org:

 

                                        Η Θεοδούλα Φωτιάδου (φωτ.: istorima.org)

 

«Άμα λέγω σεν’ πότε γεννήθηκα, θα τα χάσεις. Γεννήθηκα το ’28 στην Ποντοκώμη, ένα προσφυγικό χωριό. Ήμασταν όλοι πρόσφυγες, οι γονείς μας είχαν έρθει απ’ τον Πόντο.

 

»Όταν πήγα είκοσι χρονών, με αρραβωνιάσανε. Ήταν αλλιώτικα χρόνια τότε, τότε ό,τι έλεγαν οι γονείς, γινότανε. Χωρίς να σε ρωτήσουν έδιναν το λόγο κι ήθελες δεν ήθελες, όποιον σου ‘λέγαν έπαιρνες, αυτός ήτανε. Ήταν αλλιώτικα χρόνια. Να σκεφτείς, όταν κάποια ντυνότανε νύφη έπρεπε να πάει στα σπίτια των συγγενών, να πλύνει τα πόδια τους και να τους βάλει τις κάλτσες, τα ορτάρια.

 

»Παντρευτήκαμε το ’49 κι ήρθαμε στο χωριό του άντρα μου, στην Κατράνιτσα. Μόλις ήρθαμε έκλαιγα, έλεγα: “Παναγία μου, εγώ εδώ πού ήρθα;”. Γιατί η Κατράνιτσα είχε καεί από τους Γερμανούς στην Κατοχή και δεν είχαμε σπίτι, δεν υπήρχανε σπίτια, όλα ήταν καμένα. Κοιμόμασταν μέσα στο φούρνο και μέρα-νύχτα ο Αλέκος, ο άντρας μου, δούλευε για να φτιάξει το σπίτι. Πηγαίναμε στα καπνά, ερχόμασταν, και πήγαινε και σ’ άλλη δουλειά μετά. Σκοτωνόταν στη δουλειά.

 

»Τον λυπόμουνα τον άντρα μου γιατί οι Γερμανοί, όταν έκαψαν το χωριό, σκότωσαν τη μάνα του και τ’ αδέρφια του. Δεν είχε κανέναν συγγενή πια, μόνο τον πεθερό μου. Έτσι, στο σπίτι μέναμε ώρες πολλές εγώ και ο πεθερός μου όσο ο άντρας μου δούλευε.

 

»Η μάνα μου πριν παντρευτώ, μου είπε: “Θα κρατείς το Μας. Δεν θα μιλάς στον πεθερό σου”. Αυτό το έθιμο το είχανε από παλιά, οι παππούδες, οι προπαππούδες, εκείνοι. Τώρα ποιος το κρατάει; Κανένας. Αλλά τότε έπρεπε να το κρατάς.

 

»Οι νύφες δεν έπρεπε να μιλούν στον πεθερό τους, ποτέ. Άμα σε έβλεπε κανείς να μιλάς, σε κακολογούσαν.

 

»Οπότε τι να κάναμε; Το κρατούσαμε. Ξέρεις, λοιπόν, πώς τρώγαμε το μεσημέρι; Έβαζα το τραπέζι, το έβλεπε ο πεθερός μου και ερχόταν και καθόταν. Δεν μπορούσα να τον πω: “Έλα να φας”, πώς να τον φωνάξω, αφού δεν τον μιλούσα; Αν ήταν κι άλλοι συγγενείς, καθόντουσαν όλοι στο τραπέζι κι εγώ, η νύφη, στεκόμουν στην πόρτα από πίσω κι έκανα χουσμέτια, δηλαδή, αν ήθελε κανένας νερό, έλεγε: “Φέρε με νερό”, και πήγαινα κι έφερνα. Κι όταν τον έδινα το ποτήρι, έπρεπε να τον φιλήσω και το χέρι. Όσες ώρες καθόντουσαν, εγώ καθόμουν όρθια για να τους υπηρετώ. Μόνο όταν έφευγαν όλοι καθόμουν κι εγώ να φάω. Τι θα έκαμνα; Έτσι κάνανε οι παλαιοί. Νύφη αυτό σήμαινε: να κρατάς το Μας, να κάθεσαι σιωπηλή σαν το βόδι, και να κουνείς το κεφάλι.

 

»Τώρα, αν ήθελα να πω κάτι στον πεθερό μου; Πήγαινα στον άντρα μου ή σε κάποιον άλλον συγγενή κι έλεγα: “Πες τον, εκείνο θέλω”. Οτιδήποτε ήθελα έπρεπε να πάω, να ψάξω, να βρω κάποιον να τον πει. Όμως εγώ δεν είχα κανέναν μέσα στο σπίτι, ο άντρας μου δούλευε πολύ.

 

»Και πού να πάω να ψάξω κάποιον συγγενή κάθε φορά που ήθελα να τον πω κάτι;

 

»Κάποια στιγμή ο πεθερός μου ξαναπαντρεύτηκε, αλλά η πεθερά μου ήτανε δύσκολη. Σε εκείνη άλλα την έλεγες να τον πει, άλλα πήγαινε και τον έλεγε. Και οτιδήποτε στραβό γινόταν μέσα στο σπίτι με κατηγορούσε, και εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω. Ούτε στον άντρα μου τα έλεγα, γιατί δεν ήθελα να τον στενοχωρώ.

 

»Το έθιμο Μας σταμάταγε μόνο όταν σου ζητούσε ο ίδιος ο πεθερός σου να τον μιλήσεις. Αν στο ζητούσε ποτέ. Πέρασε ένας χρόνος, πέρασαν δύο, εγώ δεν άντεξα. Δεν κράτησα εγώ πολύ. Άμα δεν έχεις κανέναν να πεις: “Πες τον εκείνο”, “Κάν’ τον εκείνο”, πώς να πας; Τον φίλησα το χέρι και τον μίλησα! Παρόλο που δε μου το είχε ζητήσει εκείνος…

 

                                            Με τα παιδιά της (φωτ.: istorima.org)


»Ευτυχώς, ο πεθερός μου ήταν καλός, μ’ αγαπούσε. Μετά απ’ αυτό, μ’ άφησε να τον μιλώ. Και μετά όλα πήγαν καλά, έκανα και τον γιο μου, τον Αντώνη, και τρελαινότανε μ’ αυτόν, με τον εγγονό του».

 

Πηγή: pontosnews.gr