...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

«Να τα πούμε;» - Η ιστορία και η σημασία πίσω από τα Κάλαντα και οι στίχοι ανά περιοχή

«Να τα πούμε;» - Η ιστορία και η σημασία πίσω από τα Κάλαντα και οι στίχοι ανά περιοχή

 


 

Όπως συνηθίζεται κάθε Παραμονή Χριστουγέννων, τα παιδιά βγαίνουν στους δρόμους και είτε μόνα είτε με την παρέα τους ψάλλουν στα σπίτια τα Κάλαντα των Χριστουγέννων.

 

Τι είναι, όμως, τα Κάλαντα;

Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχητικά και εγκωμιαστικά τραγούδια που ψάλλονται εθιμικά κατ΄ έτος κυρίως την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών όπως των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς (Αγ. Βασιλείου), των Θεοφανίων, ακόμη και των Βαΐων (ή Λαζάρου), με εξαίρεση εκείνων της Μεγάλης Παρασκευής που είναι κατανυκτικά. Τα κάλαντα που προήλθαν από τις Βυζαντινές Καλένδες ανάγονται, κατά τύπο και όχι βεβαίως κατά περιεχόμενο, από το γνωστό έθιμο των αρχαίων Ελλήνων της Ερεστώνης.

 

Λαογραφία

Τα κάλαντα ψάλλονται κυρίως από παιδιά μέχρι ορισμένου ορίου ηλικίας (14-15 ετών) αλλά και από ώριμους άνδρες, είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες που περιέρχονται οικίες, καταστήματα, δημόσιους χώρους κλπ με τη συνοδεία του πατροπαράδοτου σιδερένιου τριγώνου αλλά ενίοτε και άλλων μουσικών οργάνων (φυσαρμόνικας, ακορντεόν, τύμπανου κλπ).

Κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι μετά τις αποδιδόμενες ευχές τα “Χρόνια Πολλά” το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα (σήμερα) είτε σε προϊόντα (παλαιότερα). Σχετική με αυτό είναι και η παρασκευή “κουλούρας” ονομαζόμενη “κολλίκι” (Βέροια) ή “κουλιαντίνα” (Σιάτιστα) και εξ αυτών οι φέροντες αυτά ονομάζονται “Κουλουράδες” ή “Φωτάδες”.

Τα κάλαντα ξεκινούν κυρίως με χαιρετισμό στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Χαρακτηριστικό σημείο είναι η γλώσσα στην οποία αυτά ψάλλονται, στη καθαρεύουσα, καταδηλούντα την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους τις Καλένδες του Ιανουαρίου που γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα.

Ο μεγάλος αριθμός των διαφόρων παραλλαγών εξανάγκασε να διακρίνονται αυτά σε εθνικά ή αστικά και στα τοπικά ή παραδοσιακά (κατά περιοχή). Στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα έχουν καταμετρηθεί περισσότερες από τριάντα παραλλαγές μόνο στον Ελλαδικό χώρο. Σήμερα εκτός των παραπάνω έχουν εισαχθεί και διάφορα αγγλοσαξωνικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, μερικά των οποίων έχουν και μεταγλωττιστεί στην ελληνική που δυστυχώς τείνουν να υπερκαλύψουν τα παραδοσιακά.

Επίσης και η ημέρα που ψάλλονται τα κάλαντα σε ορισμένες περιοχές ονομάζονται “Κάλαντα” (Κόλιντα, Κόλεντας, Κόλιαντας) με εξαίρεση τη νήσο Μήλο που ψέλνονταν μόνο τη παραμονή της Πρωτοχρονιάς, συντασσόμενα κάθε φορά νέα κάλαντα, με τα οποία όμως ζητούσαν οικονομική συνδρομή για κάποιο κοινωνικό σκοπό (πχ ανέγερση ή επιδιόρθωση ναού) δίδοντας και συμβουλές προς τους άρχοντες η παρατηρήσεις με σκωπτικό χαρακτήρα. Τέτοιες είναι και οι σχετικές “μαντινάδες” της Κρήτης ή “κοτσάκια” της Νάξου με σκωπτικό χαρακτήρα που ψάλλονται ως “κάλαντα”.

 

Πολλές φορές όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές τότε τα παιδιά συνέχιζαν έξω από την οικία κάλαντα σκωπτικά επαναλαμβανόμενα:

 «Αφέντη μου στη κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες,
άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν κι άλλες αυγά μαζώνουν!»

 

Εκκλησιαστική Ιστορία

Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατά τους Βυζαντινούς χρόνους απαγόρευαν ή απέτρεπαν αυτό το έθιμο ως καταγόμενο από τις εορτές των ρωμαϊκών Καλενδών που είχε καταδικάσει η Οικουμενικές σύνοδοι Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος το 680 μ.Χ., αποκαλούντες τους συμμετέχοντες σ΄ αυτό “Μηναγύρτες”, κατά δε απόσπασμα του Τζέτζη (Χιλιάδ. ΙΓ’ 246 κε):

“Οπόσοι περιτρέχουσι χώρας και προσαιτούσι
και όσοι κατ΄ αρχίμηνον του Ιανουαρίου
και του Χριστού γεννήσει και Φώτων τη ημέρα
οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες
μετά ωδών ή επωδών ή λόγων εγκωμίων
………………………………
ούτοι αν πάντες λέγοιντο κυρίως Μηναγύρται.

 

Τα κάλαντα ανά την Ελλάδα

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα

Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού τη Θεία γέννηση, να πω στ’ αρχοντικό σας.

Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βηθλεέμ τη πόλη,
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρεται η φύσης όλη.

Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,
ο βασιλεύς των ουρανών, και ποιητής των όλων.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Αιγαίου

Κάτω στα Ιεροσόλυμα, στης Βηθλεέμ την πόλη,
εκεί δεντρί δεν ήτανε, δεντρί ξεφανερώθη.

Κι ανάμεσα στους κλώνους του, αγγέλοι κι αρχαγγέλοι,
κι ο Μιχαήλ Αρχάγγελος, ξεφτερουγά και λέει.

Χριστέ, για δώσ’ μου τα κλειδιά, και τα χρυσά κλειδάκια,
ν’ ανοίξω τον παράδεισο, να μπω σε περιβόλι.

Να κόψω μήλο δροσερό, να πιω νερό δροσάτο,
να γείρω ν’ αποκοιμηθώ, σε νεραντζιά ‘πο κάτω.

Και σας καληνυχτίζουμε, πέσετε κοιμηθείτε,
ολίγον ύπνον πάρετε, κι ευθύς ως σηκωθείτε.

Στην εκκλησία να τρέξετε, όλοι με προθυμίαν,
και του Χριστού να ακούσετε, τη Θεία Λειτουργία.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Βυζαντίου

Άναρχος Θεός καταβέβηκεν και εν τη Παρθένω κατώκησεν
Βασιλεύς των όλων και Κύριος, ήλθε τον Αδάμ αναπλάσασθαί
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε

Δέξαι Βηθλεεμ τον Δεσπότην σου, Βασιλέα πάντω και Κύριον
Εξ ανατολών Μάγοι έρχονται, δώρα προσκομίζοντες άξια
Ζητούν προσκυνήσαι τον Κύριον, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ήνεγγεν αστήρν μάγους οδηγών, ένδον του σπηλαίου εκόμισεν
Θεός, βασιλεύς προαιώνιος, τίκτεται εκ κόρης Θεόπαιδος
Ιδών ο Ηρώδης ως έμαθεν, όλω εξεπλάγη ο δείλαιος
Κράζει και βοά προς τους ιερείς, τους δοξολογούντας τον Κύριον
Λέγετε σοφοί και διδάκαλοι άρα που γεννάται ο Κύριος;
Μέγα και φρικτόν το τεράστιον, ο εν ουρανοίς επεδήμησεν
Νύκτα Ιωσήφ ρήμα ήκουσε, άγγελος Κυρίου ελάλησεν
Ξένον και παράδοξον άκουσμα και η συγκατάβασις άρρητος
Ο μακροθυμίσας και εύσπλαχνος, πάντων υπομένει τα πταίσματα
Πάλιν ουρανοί ανεώχθησαν άγγλοι αυτού ανυμνήτωσαν
Ρήτορες ελθόντες προσέπεσον βασιλέα μέγαν και ένδοξον
Σήμερον η κτίσις αγάλλεται και πανηγύρίζει κι ευφραίνεται
Τάξεις των αγγέλων εξέστησαν επί το παράδοξον θέαμα
Ύμνους και δεήσεις ανέμελπον των πάντων δεσπότην και άνακτα
Φως εν τω σπηλαίω ανέτειλε και τοις εν τω σκότει επέλαμψε
Χαίρουσα η φύσις αγάλλεται και   κι ευφραίνεται
Ψάλλοντες Χριστόν, τον Θεόν ημών, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ω Παρθενομήτορ και Δέσποινα, σώζε του εις Σε καταφεύγοντας.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Δωδεκανήσων

Αυτή είναι η ημέρα, όπου ήρθ’ o Λυτρωτής,
από Μαριάμ Μητέρα, εκ Παρθένου γεννηθείς. (δις)

Άναρχος αρχήν λαμβάνει, και σαρκούται ο Θεός,
ο Άγέννητος γεννάται εις την φάτνην ταπεινός. (δις)

Όσοι έχετε στα ξένα, να δεχθείτε με καλό,
και του χρόνου με υγεία το Θεό παρακαλώ. (δις)

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Ηπείρου

Ελάτε εδώ γειτόνισσες, και εσείς γειτονοπούλες,
τα σπάργανα να φτιάξουμε, και το Χριστό ν’ αλλάξουμε.

Τα σπάργανα για το Χριστό, ελάτε όλες σας εδώ. (δις)

Να πάμε να γυρίσουμε, και βάγια να σκορπίσουμε,
να βρούμε και την Παναγιά, οπού μας φέρνει τη χαρά.

Τα σπάργανα για το Χριστό, ελάτε όλες σας εδώ. (δις)

Κοιμάται στα τριαντάφυλλα, γεννιέται μες στα λούλουδα,
γεννιέται μες στα λούλουδα, κοιμάται στα τριαντάφυλλα.

Τα σπάργανα για το Χριστό, ελάτε όλες σας εδώ,
τα σπάργανα να φτιάξουμε, και το Χριστό ν’ αλλάξουμε.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Θράκης

Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο, στα παλικάρια.

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες, η Παναγιά μας, κοιλοπονούσε.

Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε, τους αρχαγγέλους, τους ιεράρχες.

Σεις αρχάγγελοι και ιεράρχες, στη Σμύρνη πηγαίνετε, μαμές να φέρτε.

Αγία Μαρίνα, Αγία Κατερίνα, στη Σμύρνη πάνε, μαμές να φέρουν.

Όσο να πάνε κι όσο να έρθουν, η Παναγιά μας ελυτρώθει.

Στην κούνια το ‘βάλαν και το κουνούσαν, και το κουνούσαν, το τραγουδούσαν.

Σαν ήλιος λάμπει, σα νιό φεγγάρι, σα νιό φεγγάρι, το παλικάρι.

Φέγγει σε τούτον το νοικοκύρη, με τα καλά του, με τα παιδιά του, με την καλή τη νοικοκυρά του.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Καππαδοκίας

Καλην εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας,

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη.

Εν τω σπηλαίο τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει κι η φύσις όλη.

Εκ της Περσίας έρχονται τρεις Μάγοι με τα δώρα,
άστρον λαμπρόν τους οδηγεί, χωρίς να λείψη ώρα.

Γονατιστοί τον προσκυνούν και δώρα του χαρίζουν,
σμύρνα, χρυσόν και λίβανον, Θεόν τον ευφημίζουν.

Και επληρώθη το ρηθέν, προφήτου Ησαΐου,
μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμίου.

Φωνή ηκούσθη εν Ραμά, Ραχήλ τα τέκνα κλαίει,
παραμυθήν ουκ ήθελεν, ότι αυτά ουκ έχει.

Ιδού όπως σας είπαμεν όλην τήν υμνωδίαν,
του Ιησού μας του Χριστού, γέννησιν την αγίαν.

Χρόνους πολλούς να χαίρεσθε, πάντα ευτυχισμένοι,
σωματικώς και ψυχικώς να είσθε πλουτισμένοι.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Κέρκυρας

Σήμερα οι μάγοι έρχονται, στη χώρα του Ηρώδη.
Σήμερα οι μάγοι έρχονται, στη χώρα του Ηρώδη.

Και ο Ηρώδης ταραχθείς, έγινε θηριώδης.
Και ο Ηρώδης ταραχθείς, έγινε θηριώδης.

Κράζει τους μάγους και ρωτά, μάγοι πού θε να πάτε;
Κράζει τους μάγους και ρωτά, μάγοι πού θε να πάτε;

Στης Βηθλεέμ το σπήλαιο, την πόλη την Αγία.
Στης Βηθλεέμ το σπήλαιο, την πόλη την Αγία.

Π’ εκεί γεννάει το Χριστό, η Δέσποινα Μαρία.
Π’ εκεί γεννάει το Χριστό, η Δέσποινα Μαρία.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Κρήτης

Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού τη θεία Γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας.

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη,
οι ουρανοί αγάλλονται χαίρετ’ η φύσις όλη.

Εντός σπηλαίων τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,
ο βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων.

Κερά καμαροτράχηλη και φεγγαρομαγούλα,
και κρουσταλίδα του γιαλού και πάχνη από τα δέντρα.

Aπου τον έχεις τον υιό το μοσχοκανακάρη,
λούζεις τον και χτενίζεις τον και στο σχολείο τον πέμπεις.

Κι ο δάσκαλος τον έδειρε μ’ ένα χρυσό βεργάλι,
και η κυρά δασκάλισσα με το μαργαριτάρι.

Είπαμε δα για την κερά ας πούμε για τη βάγια,
άψε βαγίτσα το κερί, άψε και το διπλέρι,
και κάτσε και ντουσούντισε ήντα θα μας εφέρεις.

Για απάκι, για λουκάνικο, για χοιρινό κομμάτι,
κι από τον πύρο του βουτσιού να πιούμε μια γεμάτη.

Κι από τη μαύρη όρνιθα κανένα αυγουλάκι,
κι αν το ‘χει κάνει η γαλανή ας είναι ζευγαράκι.

κι από το πιθαράκι σου λάδι ένα κουρουπάκι,
κι αν είναι κι ακροπλιάτερο βαστούμε και τ’ ασκάκι.

Φέρε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεπτοκάρυα,
και φέρε και γλυκό κρασί να πιουν τα παλληκάρια.

Κι αν είναι με το θέλημα άσπρη μου περιστέρα,
ανοίξατε την πόρτα σας να πούμε καλημέρα.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Κυκλάδων

Για σένα κόρη όμορφη ήρθαμε να τα πούμε,
και τα καλά Χριστούγεννα για να σου ευχηθούμε.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε φέρτε μας κρασί να πιούμε.

Αν έχεις κόρη όμορφη βάλε τη στο τσιμπίδι,
και κρέμασε την αψηλά να μην τη φαν οι ψύλλοι.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε φέρτε μας κρασί να πιούμε.

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε καράβια ‘ν’ ασημένια,
του χρόνου σαν και σήμερα να ‘ναι μαλαματένια.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε φέρτε μας κρασί να πιούμε.

Για σένα κόρη όμορφη ήρθαμε να τα πούμε,
και τα καλά Χριστούγεννα για να σου ευχηθούμε.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε φέρτε μας κρασί να πιούμε.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Μακεδονίας

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, τώρα Χριστός γιννιέτι. (δις)

Γιννιέται κι βαφτίζιτι, στους ουρανούς απάνου. (δις)

Όλοι οι Αγγέλοι χαίρουντι, κι όλοι δοξολογιούντι. (δις)

Και τα δαιμόνια σκάζουνε, και σκάζουν και πλαντάζουν. (δις)

Σε τούτο το σπίτι πού ‘ρθαμε, μι μάρμαρου στρουμένου. (δις)

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Πελοποννήσου

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου,
για βγάτε, δέτε, μάθετε, πως ο Χριστός γεννάται.

Γεννάται κι αναθρέφεται, με μέλι και με γάλα,
το μέλι τρων οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες
και το μελισσοβότανο, το νίβονται οι κυράδες.

Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά γαϊτανοφρύδα,
κυρά μου όταν στολίζεσαι, να πας στην εκκλησιά σου,

Βάνεις τον ήλιο πρόσωπο, και το φεγγάρι αγκάλη,
και τον καθάριο αυγερινό, τον βάζεις δακτυλίδι.

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε, να φάμε και να πιούμε,
παρά σας αγαπούσαμε, κι ήρθαμε να σας δούμε.

Εδώ που τραγουδήσαμε, πέτρα να μη ραγίσει,
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, πολλούς χρόνους να ζήσει.

Δώστε μας και τον κόκορα, δώστε μας και την κότα,
δώστε μας και πέντ’ έξι αυγά, να πάμε σ’ άλλη πόρτα.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Πόντου

Χριστός γεννέθεν, χαρά σ’όν κόσμον, α, καλή ώρα καλήν ημέραν,
α, καλόν παιδίν οψέ γεννέθεν, οψε γεννέθεν, ουρανεστάθεν.

Τον εγέννησεν η Παναΐα, τον ανέσταισεν Αειπαρθένος,
εκαβάλλκεψεν χρυσόν πουλάριν, εκατήβεν στο σταυροδρόμιν.

Έρπαξαν ατόν οι χιλ’ Εβραίοι, οι χιλ’ Εβραίοι και μύριοι Εβραίοι,
ας σ’ αρκρεντικά κι ασ’ σην καρδίαν, γαίμαν έσταξεν, φλογήν κι εφάνθεν.

Όπου έσταξεν εμυροστάθεν, εμυρισ’ ατόν ο κόσμον όλον,
α, μυρίσ’ ατόν κι εσύ αφέντα, εκατήβεν στο σταυροδρόμιν.

Διάβα σ’ο ταρέζ κι έλα σην πόρτα, έξω στέκνε τα παλικάρια,
έβγαλ’ τον κισέ και δώσ’ παράδας, έξω στέκνε τα παλικάρια.

Και θυμίζνε σ’ον νοικοκύρην, νοικοκύρην και βασιλέαν.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Σάμου

Σένα σου πρέπει αφέντη μου καρέκλα καρυδένια,
για ν’ ακουμπά η μέση σου η μαργαριταρένια.

Βάλτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε. (δις)

Και πάλι ξαναπρέπει σου στα πεύκια να κοιμάσαι,
να πίνεις, να δροσίζεσαι και πάλι αφέντης να ‘σαι.

Βάλτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε. (δις)

Και πάλι ξαναπρέπει σου καράβι ν’ αρματώσεις,
και τα πανιά του καραβιού να τα μαλαματώσεις.

Βάλτε μας κρασί να πιούμε και τού χρόνου να σας πούμε. (δις)

Πολλά ’παμε τ’ αφέντη μας, ας πούμε τση κυράς μας.

Κυρά ψιλή, κυρά λιγνή, κυρά μαυροματούσα,
πω ‘χεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρια στήθη,
και του κοράκου το φτερό το ‘χεις καμπανοφρύδι.

Βάλτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε. (δις)

Αν έχεις κόρη έμορφη, βάλτην νά μας κεράσει,
να της φχηθούμε όλοι μας, ν’ ασπρίσει, να γεράσει.

Βάλτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε. (δις)

Κι αν έχεις γιο στα γράμματα, βάλτονε στο ψαλτήρι,
να τ’ αξιώσει ο Θεός, να βάλει πετραχήλι.

Βάλτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε. (δις)

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Σμύρνης

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας,
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη,
εν τω σπηλαίο τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων.

Κερά ψηλή, κερά λιγνή, κερά καμαροφρύδα,
κερά μ’ όταν στολίζεσαι να πας στην εκκλησία,
έχεις και κόρην έμορφη που δεν έχει ιστορία.

Μήδε στην πόλη βρίσκεσαι, μήδε στην Καισαρεία,
έχεις και γιον στα γράμματα, υγιόν εις το ψαλτήρι,
να τον ‘ξιώσει και ο Θεός, να βάλει πετραχήλι.

 

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Χίου

Χριστούγεννα πρωτούγεννα, τώρα Χριστός γεννάται,
γεννάται κι ανατρέφεται με μέλιν και με γάλα.

Το μέλιν τρων οι άρχοντες και το κερίν οι άγιοι,
και το μελισσοβότανον το τρων’ οι αρχοντάδες.

Τούτες οι μέρες εύχουνε, τούτες οι εβδομάδες,
όπου ‘χει ξένον κράζει τον κι οπού δικόν καλεί τον,
κι οπού ‘χει άντρα στην ξενιτιά γραφή του στέλνει να ‘ρτει.

Άντε γραφή μου κι εύρε τον και πιάσ’ τον αφ το χέριν,
και πε του πως τον χαιρετά το γκαρδιακό του ταίριν.

Και πε του πως ειμ’ άρρωστη, βαριά αρρωστημένη,
και στο βαρύ ξενιτεμό δεν ήμουν μαθημένη.

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ την πόλη,
οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η κτίσης όλη.

Εν τω σπηλαίο τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,
ο βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων.

Ιδού όπου σας είπαμεν με πασάν προθυμίαν,
του Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την αγίαν.

Δότε κι εμάς τον κόπον μας, οτ’ είναι ορισμός σας,
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.

Αν είστε απ’ τους πλούσιους φλωριά μην τα λυπάστε,
αν είστε από τους δεύτερους ξηντάρες και ζολότες,
κι αν είστε απ’ τους πάμπτωχους ένα ζευγάρι κότες.

Και σας καληνυχτίζομεν, πέστε να κοιμηθείτε,
ολίγον ύπνον πάρετε, πάλι να σηκωθείτε.

Στην εκκλησία να τρέξετε με άκραν προθυμίαν,
και του θεού ν’ ακούσετε την Θείαν λειτουργία.

Χρόνους πολλούς να χαίρεστε, να ειστ’ ευτυχισμένοι,
σωματικά και ψυχικά να είστε πλουτισμένοι.

 

Πηγή: https://www.athensvoice.gr/epikairotita/ellada/829835/kalada-i-istoria-i-simasia-tous-kai-oi-stihoi-ana-periohi/

 

Οι Καλικάντζαροι στην ελληνική παράδοση

Οι Καλικάντζαροι στην ελληνική παράδοση

 


 

Οι Καλικάντζαροι, τα περίεργα αυτά πλάσματα που ανεβαίνουν στη γη κατά τις μέρες του Δωδεκαημέρου, αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής λαϊκής παράδοσης. Οι ονομασίες τους πολλές ανά την Ελλάδα, με επικρατέστερες αυτές των καλλικαντζάρων ή τα Παγανά αλλά και πιο σπάνιες, περιγραφικές και ευφάνταστες όπως Κωλοβελόνηδες, Βουρβούλακες, Λυκοκάντζαροι, Σκαλικαντζέρια, Τσιλικρωτά, Πλανήταροι, Μαντρακούκος κ.ά.

 

Οι καλικάντζαροι ζουν στα έγκατα της γης και όλο τον χρόνο πριονίζουν το δέντρο της ζωής με σκοπό να το κόψουν. Όταν φτάνουν πολύ κοντά στον στόχο τους, την παραμονή των Χριστουγέννων, βγαίνουν στην επιφάνεια της γης από φόβο μην τους πέσει η γη στο κεφάλι ή για να γιορτάσουν το επίτευγμά τους. Μένουν μαζί με τους ανθρώπους μέχρι των Φώτων, όπου με τον αγιασμό των υδάτων αναγκάζονται να επιστρέψουν μέσα στη γη. Αυτό το χρονικό διάστημα -το Δωδεκαήμερο- είναι αρκετό για να αναγεννηθεί το δέντρο της ζωής κι έτσι οι Καλικάντζαροι ξεκινούν από την αρχή το πριόνισμά του μέχρι την επόμενη παραμονή των Χριστουγέννων. 

 

Οι ανθρώπινη φαντασία έχει προικίσει αυτά τα πλάσματα με κάθε λογής χαρακτηριστικό, που κάνει τη μορφή τους αλλόκοτη. Καθένας από αυτούς έχει κάτι περίεργο και αποκρουστικό. Τα ανθρώπινα με τα ζωώδη χαρακτηριστικά περιπλέκονται και το αποτέλεσμά τους είναι η δημιουργία απόκοσμων πλασμάτων που δημιουργούν φόβο και αποτροπιασμό. Οι περιγραφές ποικίλλουν, παρουσιάζοντάς τους κουτσούς, με πόδια κατσίκας ή γαϊδάρου, ψηλούς και πολύ αδύνατους με αφύσικα φουσκωμένες κοιλιές, με καμπούρα, ουρά, στραβά δόντια, αιχμηρά βρώμικα νύχια, κόκκινα μάτια και έντονη τριχοφυΐα. Όπως κάθε περιοχή έχει διαφορετική ονομασία έτσι δίνει και διαφορετικά χαρακτηριστικά στους Καλικάντζαρους. 

 

Μελετητές των παραδόσεων, όπως ο Πολίτης και ο Λουκάτος, θεωρούν ότι οι περιγραφές αυτές είναι πιθανό να πηγάζουν από τους σάτυρους, που συνόδευαν τον θεό Διόνυσο στις εκστατικές οινοποσίες. Άλλωστε έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με τους τραγοπόδαρους σατύρους. Μία άλλη άποψη συσχετίζει τους Καλικάντζαρους με τα έθιμα του Δωδεκαημέρου στο Βυζάντιο, πολλά από τα οποία έχουν επιβιώσει μέχρι και στις μέρες μας. Το χρονικό διάστημα αυτό, οι άνθρωποι συνήθιζαν να μεταμφιέζονται φορώντας μάσκες και δέρματα ζώων και, υπό την ανωνυμία της μάσκας, έκαναν φάρσες και ζητούσαν τρόφιμα και χρήματα. Τριγυρνούσαν στους δρόμους υπό τους ήχους μουσικής και κάτω από την επήρεια αλκοόλ αναστατώνοντας τα μέλη της κοινότητας. Οι μεταμφιέσεις αυτές, που σε κάποιες περιοχές της χώρας μας λέγονται Ροκατζάρια ή Ρακουτζάρια, είναι πιθανό να ενέπνευσαν και την παράδοση των Καλικάντζαρων. 

 

Οι Καλικάντζαροι είναι πλάσματα που θέλουν να βλάψουν τους ανθρώπους. Κυκλοφορούν πάντα τη νύχτα γιατί φοβούνται το φως του ήλιου και τη φωτιά. Γι’ αυτόν τον λόγο παλαιότερα συνήθιζαν σε κάθε σπίτι να καίνε το Χριστόξυλο, ένα τεράστιο κούτσουρο που έπρεπε να καίει καθ’ όλη τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου για να διώχνει μακριά τους Καλικάντζαρους και τα κακά πνεύματα. Οι άνθρωποι κατέφευγαν και σε άλλα τεχνάσματα όπως την τοποθέτηση ενός κόσκινου πίσω από την πόρτα. Έτσι πίστευαν ότι οι Καλικάντζαροι ξόδευαν όλο τον χρόνο τους μετρώντας τις τρύπες και δεν τους έμενε χρόνος για αταξίες.

 

Επίσης σε κάποια νησιά έριχναν στη στέγη του σπιτιού ξεροτήγανα για να τους καλοπιάσουν, γιατί εκεί πίστευαν ότι ζούσαν τα κακά πνεύματα. Σε άλλα μέρη τοποθετούσαν έξω από την πόρτα την κάτω σιαγόνα του γουρουνιού για να τους τρομάξουν και σε άλλα μέρα έκαιγαν αλάτι ή ξύλα αγκαθωτά. Επίσης ο ήχος των κουδουνιών θεωρούσαν ότι ξόρκιζε το κακό.

 

Παρόλο που πρόθεσή τους ήταν να βλάψουν τους ανθρώπους τελικά δεν το κατάφερναν ποτέ, καθώς είναι πλάσματα διχόγνωμα που τους αρέσουν οι φιλονικίες. Έτσι περνούν τον περισσότερο χρόνο διαφωνώντας μεταξύ τους για το πώς θα μεθοδεύσουν τις κινήσεις τους, κι όταν πια ξημερώσει πρέπει να σπεύσουν να κρυφτούν.

 

Ο Ρωμαίος υποστηρίζει ότι οι Καλικάντζαροι δεν είναι άλλοι από τις ψυχές των νεκρών που βρίσκουν έτσι τρόπο και επιστρέφουν στον κόσμο των ζωντανών. Άλλωστε οι μέρες της παρουσίας τους στη γη είναι οι πιο σκοτεινές του έτους με τη μεγαλύτερη διάρκεια της νύχτας. Ίσως ο φόβος των ανθρώπων για τις μεγαλύτερες νύχτες του έτους δημιούργησε αυτή τη δοξασία, σε εποχές που το σκοτάδι ήταν ακόμη πιο έντονο λόγω της έλλειψης ηλεκτρικού ρεύματος. Μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο όμως ο ήλιος νικάει το σκοτάδι και οι μέρες μεγαλώνουν, επομένως οι ψυχές επιστρέφουν στον κόσμο που ανήκουν. 

 

Ο καθένας από τους καλικάντζαρους έχει και κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τον κάνει να ξεχωρίζει. Από αυτό το χαρακτηριστικό ο λαός μας τους έδωσε και τα ονόματά τους. Είναι ως επί το πλείστον λέξεις σύνθετες και αστείες.

 

Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία τις μέρες αυτές τα «νερά είναι αβάφτιστα» και οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και να τους ανακατέψουν τα σπίτια, διότι είναι άτακτοι και τους αρέσουν τα παιχνίδια. Αυτοί ζουν στον κάτω κόσμο και τρέφονται με φίδια, σκουλίκια κτλ.

 

Καλικάντζαροι. Τα ονόματα, οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους

 

Καλικάντζαρος Καταχανάς – Περίδρομος

Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς και τα πάντα. Ρεύεται και βρομάει απαίσια. Ο Περίδρομος είναι ο άλλος  φαταούλας της παρέας.

 

Καλικάντζαρος Μαγάρας

Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων.

 

Καλικάντζαρος Μαλαγάνας

Ο Μαλαγάνας  θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα  παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά.

 

Καλικάντζαρος Μαντρακούκος ή Πρώτος ή Κουτσός

Αυτός ο αρχικαλικάντζαρος  την ημέρα κρύβεται στις μάντρες και τη νύχτα βγαίνει και πειράζει τις γυναίκες που περπατούν στο δρόμο. Είναι κοντόχοντρος, τραγοπόδαρος, καραφλός, ασχημομούρης, πιο πολύ απ’ τους άλλους και πολύ επικίνδυνος.

 

Καλικάντζαρος Κοψομεσίτης

Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός και καμπούρης και πιο πολύ απ’ όλους τους  άλλους καλικάντζαρους του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι.

 

Καλικάντζαρος Μαλαπέρδας

Του Μαλαπέρδα του αρέσει να κατουράει και στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται. Γι’ αυτό όσες νοικοκυρές τον ξέρουν φροντίζουν να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους.

 

Καλικάντζαρος Κωλοβελόνης

Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι κι έτσι μπορεί εύκολα να περνάει από τις κλειδαρότρυπες κι από τις τρύπες του κόσκινου. Είναι ιδιαίτερα σβέλτος και γρήγορος στις κινήσεις του. Λένε πως ίσως ο Κωλοβελόνης να έχει ουρά που καταλήγει σε βέλος.

 

Καλικάντζαρος Παρωρίτης

Ο Παρωρίτης έχει μύτη σαν προβοσκίδα και πολύ μαλακή. Εμφανίζεται λίγη ώρα πριν λαλήσει ο πετεινός, αξημέρωτα, κι έχει μανία να παίρνει τις φωνές των ανθρώπων.

 

Καλικάντζαρος Κατσικοπόδαρος

Κατσικοπόδαρος ή Κατσιποδιάρης ή Μέγας Καλικάντζαρος. Η μεγαλειότητά του είναι φαλακρός και κασιδιάρης κι έχει ένα κατσικίσιο ποδάρι. Είναι κακορίζικος, ελεεινός και γρουσούζης. Όπου βάλει το κατσικίσιο του ποδάρι φέρνει καταστροφή.

 

Καλικάντζαρος Πλανήταρος

Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται  σε  ζώο ή σε κουβάρι.

 

Καλικάντζαρος Κουλοχέρης

Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος, μ’ ένα χέρι κοντό κι ένα μακρύ, κι όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω.

 

Καλικάντζαρος Βατρακούκος

Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος.

 

Καλικάντζαρος Κοψαχείλης

Του Κοψαχείλη τα δόντια είναι τεράστια και κρέμονται έξω από τα χείλη του. Του αρέσει να κοροϊδεύει τους παπάδες και γι αυτό φορά συνήθως ένα ψεύτικο καλυμμαύκι.

 

Καλικάντζαρος Παγανός ή Πρώτος ή Μεγάλος

Η αφεντιά του είναι κουτσός. Λένε μάλιστα πως τον κούτσανε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως, μιας χωριατοπούλας που την κυνηγούσε κάποτε ο Παγανός για να την κάνει γυναίκα του, αλλά αυτή κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της και κατάφερε να του ξεφύγει. Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε. Το ζωντανό τότε τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να κλωτσάει. Μια δυνατή φαίνεται πως έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε. Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες. Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου. Ρίχνουν μάλιστα και αλάτι που κάνει θόρυβο όταν πέσει στη φωτιά, για να τον τρομάξουν ακόμα περισσότερο.

 

 

Πηγές:

Αποστολόπουλος, Β. Το Δωδεκαήμερο στον ελληνικό παραδοσιακό πολιτισμό, Διδακτορική διατριβή, στο ikee.lib.auth.gr/record/4877/files/gri-2004-264.pdf

Πολίτης, Ν, Οι παραδόσεις του ελληνικού λαού, Δημοσιογραφικός οργανισμός Λαμπράκη, Αθήνα: 2015.

 

Πηγή: ellinismosonline.gr - helppost.gr