...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Τετάρτη 28 Μαΐου 2025

Ο Ιούνιος στην ελληνική παράδοση: έθιμα από τον παλιό, καλό καιρό…

Ο Ιούνιος στην ελληνική παράδοση: έθιμα από τον παλιό, καλό καιρό…

 



 

Ο τέταρτος μήνας του αρχαίου ρωμαϊκού ημερολόγιου με 29 ημέρες. Σήμερα είναι ο 6ος μήνας του χρόνου και έχει 30 ημέρες.

Κατά μια άποψη πήρε το όνομά του από τη ρωμαϊκή θεά Γιούνο που ήταν αντίστοιχη με την ελληνική Ήρα, στην οποία ήταν αφιερωμένος. Κατά μια άλλη άποψη το όνομα του οφείλεται στον πρώτο ύπατο της Ρώμης Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο. Στις 21 Ιουνίου έχουμε το θερινό ηλιοστάσιο.

 

Ο Ιούνιος αντιστοιχεί με το τέλος του αρχαίου ελληνικού μήνα Θαργηλίωνα και με τις αρχές του Σκιροφορίωνα. Είναι ο μήνας του θερισμού και πολλών άλλων γεωργικών εργασιών. Έχει πολλές ονομασίες, από τις οποίες η πιο διαδεδομένη είναι «θεριστής» που προέρχεται από τον θερισμό των σιτηρών. Επίσης Πρωτόλης ή Πρωτογιούλης, δηλ. πρώτος μήνας και αρχή του καλοκαιριού, Αλυθτσατσής (Κάλυμνος), Ρινιαστής (Πάρος), Ορνιαστής (Άνδρος), Λιοτρόπης, Κερασάρης (Γρεβενά) & Κερασινός (Πόντος), γιατί τότε ωριμάζουν τα κεράσια.

 

ΕΡΓΑΣΙΕΣ:

Θερίζουν σιτάρια, κριθάρια, όσπρια, σανά.
Ποτίζουν & σκαλίζουν τα χωράφια.
Φυτεύονται σπανάκια, φασόλια, κουνουπίδια.
«Χαρακώνουν» τ' αμπέλια. Καταπολεμούν τις ασθένειες τους.
Μάζεμα ντομάτας, μελιτζάνας, πιπεριάς, κολοκυθιάς.
Μεταφορά κυψελών στο θυμάρι.
Απογαλακτισμός των ζώων, που είναι 3 μηνών.
Πρώιμο ζευγάρωμα προβάτων.

 

ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:

ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ: Στο Δρυμό Θεσσαλονίκης & αλλού, το πρώτο δεμάτι σταχυών που δένουν, το στήνουν όρθιο και το προσκυνούν, ενώ ο νοικοκύρης ρίχνει νομίσματα.
Στη Σκύρο σαν αποθερίσουν, αφήνουν δύο λημάρια αποθέρι στο χωράφι άθερα, για χαρά του χωραφιού και για να φάνε τα πουλιά και τα αγρίμια.
Στο Μανιάκι Πυλίας αφήνουν ένα κομμάτι αθέριστο και λένε ότι είναι τα γένια του νοικοκύρη, τον οποίο σηκώνουν στα χέρια ψηλά & τον αφήνουν να πατήσει στη γη, μόνο αν τάξει στους θεριστές κρασί και κότα.
Στην Κάρπαθο χαράσσουν με το δρεπάνι ένα κύκλο, που περιλαμβάνει τα τελευταία στάχυα. Στον κύκλο μπαίνει η νεαρότερη θερίστρια, σταυροκοπιέται και πετάει επάνω το δρεπάνι της φωνάζοντας: «Και του χρόνου, καλαλωνεμένα, καλοφαωμένα, καλοπρουκισμένα!»

ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΡΟΚΛΙΚΟ (Νέο Σούλι Σερρών): Η λέξη είναι σύνθετη από το τζίτζιρας (= τζίτζικας) και το κλίκι (= τσουρέκι, το κικλίσκιον των Βυζαντινών). Το ζύμωναν, τον Ιούνιο με Ιούλιο, με το πρώτο αλεύρι από την καινούργια σοδειά σιταριού. Ήταν ένα μικρό καρβέλι, βάρους ενός κιλού περίπου, με μια τρύπα στη μέση, όπου έβαζαν ένα κλωνάρι βασιλικό. Το πήγαιναν στη βρύση της γειτονιάς, στο «σουλ' ναρ», και πριν το τοποθετήσουν κάτω από τη βρύση, απ' το «λουλά», έκοβαν βιαστικά, μικροί μεγάλοι, από ένα κομμάτι. Παράλληλα ακουγόταν και η ευχή: «όπως τρέχ' του νιρό, να τρέχ' κι του μπιρικέτ' ». Ό,τι απέμενε, το άφηναν στη μια εσοχή της βρύσης, για να το φάει ο τζίτζικας το χειμώνα.

 

TΟ «ΣΤΙΦΑΔΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ». Η αρχή αυτού του εθίμου τοποθετείται, σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις, στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Όπως λέγεται, ένας χριστιανός, από τα Σπάτα Αττικής, κατόρθωσε να αποφύγει τη σύλληψη και τη θανάτωσή του από τους Τούρκους με τη βοήθεια του Αγίου Πέτρου, γι' αυτό κι έταξε να θυσιάσει ένα μοσχάρι στη γιορτή του. Αλλά όταν ήρθε η μέρα αυτή, μετάνιωσε για το τάμα του και θυσίασε ένα αρνί. Το ταμένο όμως ζώο ήρθε μοναχό του και ξεψύχησε μπροστά στην εκκλησία. Το γεγονός αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση και οι Σπαταναίοι άρχισαν από τότε να κάνουν θυσία κάθε χρόνο στον άγιο. Σήμερα αγοράζεται με κοινή εισφορά ένας μεγάλος αριθμός από βοοειδή και με το κρέας τους παρασκευάζεται «στιφάδο». Αντιμετωπίζουν μάλιστα σαν θαύμα το γεγονός, ότι τα μάτια δεν δακρύζουν από το πολύωρο καθάρισμα τόνων κρεμμυδιών. Το πρωί μετά τη θεία λειτουργία, μοιράζεται στους πανηγυριστές, αφού βράσει όλο το βράδυ σε μεγάλα καζάνια.

 

ΓΙΟΡΤΕΣ:

«Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ». Η γενέθλιος ημέρα της εκκλησίας του Χριστού. Την ίδια μέρα γίνεται μεσολογγίτικη γιορτή στη μνήμη και την ψυχανάπαυση των πεσόντων της Εξόδου, στο μοναστήρι του Αγίου Συμεών, στους πρόποδες του βουνού Ζυγός, κοντά στο Μεσολόγγι (τόπος συνάντησης των «Ελεύθερων πολιορκημένων», αν βέβαια τα είχαν καταφέρει).
«Του Αϊ-Γιαννιού του Λαμπαδάρη ή Φανιστή ή Ριζικάρη ή Ριγανά» (24/6). Την ημέρα αυτή άναβαν φωτιές συνήθως σε σταυροδρόμια κατά γειτονιές, με ανταγωνιστική διάθεση, κάθε γειτονιά θέλει να ανάψει τη μεγαλύτερη φωτιά. Σ' αυτήν έριχναν και εύφλεκτα παλιοσύνεργα του χωρικού νοικοκυριού και απαραίτητα το μαγιάτικο στεφάνι.
Μικροί & μεγάλοι, πηδώντας τις φωτιές («φωτάρες»-Ίος), κάνουν και μια ευχή για καλή υγεία και απαλλαγή από το κακό. Η ευχή ήταν: «Πηδώ τον χρόνο τον παλιό και πάω στον πιο καλό».

 

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:

«Αρχές του θεριστή, του δρεπανιού μας η γιορτή».
«Ο Μάης θέλει το νερό κι ο θεριστής (=Ιούνιος) το ξύδι».
«Όποιος έχει την κατάρα του παππού, πάει τον Μάη εργάτης κι όποιος έχει του πρωτόπαππου πάει τον Ιούνιο».
«Από το θέρος ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές».
«Γενάρη πίνουν το κρασί, το Θεριστή το ξίδι» [δηλ. Το κρασί που μπαίνει στα βαρέλια τον Οκτώβρη, ωριμάζει το Γενάρη αλλά τον Ιούνιο έχει γίνει πια ξίδι]
«Θέρος, τρύγος, πόλεμος ...και στο αλώνισμα χαρές!»
«Θέρος, τρύγος, πόλεμος, στασιό δεν έχουν» [δηλ. Ο θερισμός, ο τρύγος και ο πόλεμος δεν επιτρέπουν ξεκούραση, μέχρι να τελειώσουν]
«Θέρος, τρύγος, πόλεμος, αποσταμό δεν έχουν».
«Μάρτης έβρεχε, θεριστής εχαίρονταν».
«Μάρτης έβρεχε, Θεριστής τραγούδαγε».
«Μη σε γελάσει ο βάτραχος και το χελιδονάκι, αν δε λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είν" καλοκαιράκι».
«Πρωτόλη (Ιούνιε), Δευτερόλη (Ιούλιε) μου, φτωχολογιάς ελπίδα».
«Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή».
«Τον Ιούνιο αφήνουν το δρεπάνι και σπέρνουν το ρεπάνι».

 

Πηγή:

Hellasforce.com

newsbomb.gr

Ανάληψη του Κυρίου: έθιμα και παραδόσεις της γιορτής

Ανάληψη του Κυρίου: έθιμα και παραδόσεις της γιορτής

 

 

Σαράντα ημέρες συμπληρώνονται από την Ανάσταση έως την Ανάληψη του Κυρίου. H Πέμπτη της Αναλήψεως είναι η ημέρα που ψάλλεται για τελευταία φορά το «Χριστός Ανέστη» στην Εκκλησία. Είναι ο κύκλος του Πάσχα που κλείνει. Και φυσικά από τη λαογραφία μας δε θα μπορούσαν να λείπουν τα ξεχωριστά ήθη και έθιμα της ημέρας. Με κύρια φυσικά τη συνήθεια για το πρώτο μπάνιο στη θάλασσα και την αναζήτηση της πέτρας της μαλλιαρής.

 

Η ανάληψη του Κυρίου είναι ένα πολύ σπουδαίο γεγονός στον Χριστιανισμό. Πρόκειται για μία κινητή γιορτή (δεν έχει σταθερή ημερομηνία εορτασμού).

Η γιορτή της Αναλήψεως είναι κινητή και σχετίζεται με το πότε είναι το Πάσχα. Επειδή ο Χριστός μετά την Ανάστασή του παρέμεινε στη γη για άλλες 40 ημέρες, έτσι και η γιορτή της Αναλήψεως πέφτει πάντα 40 μέρες μετά την Κυριακή του Πάσχα που είναι η μέρα της Ανάστασης.

 

Δηλαδή για το 2025 η ημέρα της Αναλήψεως πέφτει την Πέμπτη 29 Μαΐου.

Στα επόμενα έτη η ημέρα της Αναλήψεως πέφτει:

● 2026 : 21 Μαΐου
● 2027 : 10 Ιουνίου

 

Άλλες ονομασίες της γιορτής αυτής

Η Ανάληψη του Κυρίου (Χριστού) στους ουρανούς έχει διάφορες ονομασίες και σχετίζεται με πολλά τοπικά έθιμα ανάλογα με την περιοχή. Η παρακάτω λίστα περιλαμβάνει ορισμένες παραλλαγές καθώς και ονόματα της γιορτής που έχουν αποδοθεί τοπικά σε κάποιες περιοχές.

 

● Ανάληψη του Κυρίου: (επίσημη ονομασία της γιορτής)
● Σηναληψιού: (γιορτάζεται στην περιοχή της Ρόδου)
● Αναληψιός: (γιορτή στη Θράκη)
● Τ’ Αγίου Αναληψιού: (η γιορτή αυτή λέγεται έτσι από τους Χριστιανούς στην Ίμβρο)

·                  Αναληψού: (γιορτάζεται στο νησί της Σαντορίνης)
● Γαλατοπέφτη: (γιορτάζεται στα νησιά Μύκονος, Σκύρος, Σίφνος και πολλά ακόμα)
● Τα Σαράντα της Πασκαλιάς: (η γιορτή ονομάζεται έτσι στην πόλη της Κομοτηνής.)

 

 

Κατά την Πέμπτη της Αναλήψεως, σε όποιο σπίτι έμειναν δάφνες, λουλούδια από το Πάσχα πρέπει να καούν. Κι αν καιροφυλακτήσει τα μεσάνυχτα ο πιστός, θα δει τους ουρανούς που ανοίγουν για να περάσει ο Χριστός. «Οσοι είναι καθαροί, ξαγρυπνούν τη νύχτα, να δουν τον Χριστό που «αναλήφεται». Οι άξιοι βλέπουν ένα φως, που ανεβαίνει στον ουρανό…», σύμφωνα πάντα με τη λαϊκή μας παράδοση.

 

Στη Λήμνο ονόμαζαν τη γιορτή της Αναλήψεως, «Γαλατοπέφτη». Το γάλα της ημέρας της Αναλήψεως δεν το έπηζαν, αλλά το μοίραζαν σε φίλους και γνωστούς και όσο τους έμενε, το έκαναν ρυζόγαλο. Για το λόγο αυτό κι επειδή η γιορτή της Αναλήψεως ήταν πάντα ημέρα Πέμπτη και επειδή μοίραζαν το γάλα την ονόμαζαν «Γαλατοπέφτη».

 

Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, η Πέμπτη της Αναλήψεως είναι η ημέρα κατά την οποία οι ψυχές των νεκρών, ακόμα και των αμαρτωλών που ήταν στην Κόλαση και από την ημέρα του Πάσχα, της Ανάστασης, ήταν ελεύθερες να κυκλοφορούν στη γη, ανάμεσα στους ζωντανούς και τους οικείους τους, με την Ανάληψη του Χριστού πρέπει να γυρίσουν στον τόπο τους. Είναι πικραμένες γι’ αυτό, αλλά οι δικοί τους τις βοηθούν να βρουν ήσυχα και με ευχαρίστηση τον δρόμο τους. Πάνε στα νεκροταφεία και ανάβουν κεριά στους τάφους και στα χωριά συγκεντρώνονται οι γείτονες στα σπίτια των ανθρώπων που έχουν νεκρούς και κάθονται σιωπηλοί με τα κεριά στο χέρι, ανάβουν κεριά στα παράθυρα, φτιάχνουν κόλλυβα και πίτες και μοιράζουν φαγώσιμα, κάνουν φιλανθρωπίες, για τη συγχώρηση και ανάπαυση των νεκρών τους.

 

Μπάνιο στη θάλασσα – η πέτρα η μαλλιαρή!

 

Υπάρχει, όμως, και η τρίτη παραδοσιακή διάσταση της γιορτής της Αναλήψεως κι αυτή είναι «η κάθοδος στη θάλασσα». H γιορτή της Αναλήψεως είναι η πρώτη μέρα του καλοκαιριού, που ο λαός της υπαίθρου επιτρέπει στον εαυτό του να κατέβει στη θάλασσα και να βουτήξει για κολύμπι στο νερό. Πριν από την ημέρα αυτήν, η θάλασσα μπορεί να κάνει κακό. Και κατεβαίνει συνήθως το απόγευμα ή το μεσημέρι, μετά τη λειτουργία και βουτά, έστω και μόνο τα πόδια του στο νερό, αφού κάνει τον σταυρό του και μετρήσει, με τις φούχτες του, 40 κύματα, όσες είναι οι μέρες από το Πάσχα.

 

Οι νοικοκυρές έχουν πάρει μαζί τους μπουκάλια, όπου μαζεύουν νερό της θάλασσας «από σαράντα κύματα» και το φέρνουν στο σπίτι, να ραντίσουν τον χώρο και να πουν: «Όπως ανελήφτηκε ο Χριστός, έτσι να ανεληφτή από το σπίτι μας κάθε κακό. N’ ανεληφτή η κακογλωσσιά, η αρρώστια και το κακό μάτι»! Θα φυλάξουν κιόλας νερό, να το έχουν όλο τον χειμώνα για γιατρικό, σε πρήξιμο ή δάγκωμα ή βάσκαμα ή αρρώστια. Αλλά και οι κολυμβητές που πρωτομπαίνουν στη θάλασσα πλένονται με το νερό της και λένε: «Αναλείβεται ο Χριστός, αναλείβομαι κι εγώ. Ό,τι κακό έχω απάνω μου να φύγει». H λέξη «ανάληψις» συγχέεται με την «ανάλειψη», κάτι που έχει σχέση με το αλείφομαι και την αλοιφή. Γι’ αυτό, στην Ήπειρο, με πηλό άλειβαν, για να φύγουν, το έκζεμα και τις λειχήνες.

 

Μάλιστα, στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας «άντρες και γυναίκες συνήθιζαν να μπαίνουν ως τα γόνατα στη θάλασσα και έπαιρναν από 40 κύματα νερό σε ένα μπουκάλι. Σταυροκοπιόνταν και αγναντεύοντας τον ανοιχτό ορίζοντα κατευόδωναν τον Χριστό λέγοντας «Άντε, Χριστέλλη μου, στο καλό!» Κι έψαχναν στον πρόχειρο βυθό της θάλασσας, εκεί στα ρηχά, συνήθεια που γίνεται και στις ακτές της Αττικής, φερμένη από τους πρόσφυγες, να βρουν μια πέτρα με βρύα, την περίφημη «πέτρα μαλλιαρή». Όποιος την εύρισκε την έπαιρνε στο σπίτι του, ως φορέα ευτυχίας!

 

H πέτρα αυτή με το ρίζωμα και τη βλάστησή της μέσα στη θάλασσα, συμβολίζει όλη τη δύναμη και την ουσία του θαλασσινού στοιχείου που, κατά τον Ευριπίδη, (Ιφιγένεια, η εν Ταύροις, 1193) «κλύζει πάντα τ’ ανθρώπων κακά!». Είναι δηλαδή η θάλασσα καθαρτική και ανανεωτική, ιδιαίτερα την ημέρα της Αναλήψεως, όταν με την παρουσία του Χριστού στους αιθέρες, ουρανός και θάλασσα έχουν αγιασθεί».

 

Εμείς δεν έχουμε παρά να ευχηθούμε με το καλό, το πρώτο μπάνιο, σε όσους κρατούν τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις του τόπου μας, τιμώντας την πείρα του λαού μας, που κάνει τη λαογραφία αστείρευτη πηγή γνώσεων και συνέχειας…

 

Πηγή: ekklisiaonline.gr

daddy-cool.gr

 

Δευτέρα 19 Μαΐου 2025

Η γενοκτονία των Ποντίων

Η γενοκτονία των Ποντίων




Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

Το 1908 ήταν μια χρονιά - ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.

Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α' Παγκόσμιο Πολεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.

Οι Τούρκοι με πρόσχημα την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.

Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!

Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση».

Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των γερμανών και σοβιετικών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000, ενώ κάποιοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 350.000.

Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.

Με αρκετή, ομολογουμένως, καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.


Την πατρίδα μ' έχασα ~ Α.Βασιλειάδης & Γ. Κουρτίδης










Σάββατο 10 Μαΐου 2025

Οι Βάκχαι και ο Νόστος για το 2ο γλέντι στην Αθήνα

Οι Βάκχαι και ο Νόστος για το 2ο γλέντι στην Αθήνα




Η «ΒΑΚΧΑΙ» Πολιτιστική Εταιρεία Ορχηστικής Τέχνης και ο Λαογραφικός και Χορευτικός Όμιλος «ΝΟΣΤΟΣ» σε συνεργασία για το 2ο ΓΛΕΝΤΙ ΣΤΗ ΠΟΛΗ!!

«ΗΘΕΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΟΥ» (Καλημεργιάνικος) | Σκύρος

«ΗΘΕΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΟΥ» (Καλημεργιάνικος) | Σκύρος

 

 

Συγκλονιστικό τραγούδι με φιλοσοφικό περιεχόμενο από τη νήσο Σκύρο. Ονομάζεται «Καλημεργιάνικος», καθώς πρόκειται για οικογενειακό σκοπό της οικογένειας Καλημέρη. Πρόκειται για έναν θρήνο, μία κραυγή απόγνωσης του ανθρώπου στον οποίο η ζωή στάθηκε άδικη και σκληρή.

 

Οι οικογενειακές μελωδίες αποτελούν μια ενδιαφέρουσα όψη της λαϊκής, μουσικής παράδοσης της Σκύρου, η οποία είναι εξαιρετικά πλούσια και ποικιλόμορφη. Λέγεται πως η κάθε μεγάλη Σκυριανή οικογένεια (φάρα, σόι) είχε τη δική της μελωδία, τον δικό της σκοπό, πάνω στον οποίο τραγουδούσαν στιχάκια, πολλές φορές αυτοσχέδια.

 

Κατά την ιστορική του εξόρμηση στη Σκύρο το 1909, ο Ψάχος πέτυχε να συλλέξει και να δημοσιεύσει τους ακόλουθους έξι οικογενειακούς «χαβάδες»: του Δούκα, του Κορέλη, τον Ξανθουλιάνικο, του Παπακοσμά, τον Αυλωνιτιάνικο και τον Καβαδιάνικο. Φυσικά υπάρχουν πολλοί ακόμη, όπως ο Διολετιάνικος, ο Κορομπιάνικος, ο Καπέλικος κ.α. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως αρκετοί σκοποί οικογενειακοί έχουν πλέον χαθεί, όπως εκείνος του Πατεστή και ο Κατσαρελιάνικος. Στη Σκύρο, τα καθιστικά τραγούδια, με έντονο το μικρασιάτικο στοιχείο και τις βυζαντινές μελωδίες, είναι πάρα πολλά σε αριθμό, περισσότερα ίσως και από τα χορευτικά.

 

ΔΙΣΚΟΣ:

ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΣΚΥΡΟΥ

 

Έρευνα - Συγγραφή: Σωτήριος Τσιάνης

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ:

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

 

Τραγούδι:

Μαριγώ (του Καλημέρη) Ευσταθίου

 

 

Ακούστε το τραγούδι:

https://www.youtube.com/watch?v=s0-MyTMT3V4

 

Οι στίχοι:

[«Η Μαριγώ Ευσταθίου, με όλα της τα γεράματα, σας προσφέρει έναν σκοπό «Καλημεργιάνικο», οικογενειακό. Λοιπόν, λέει»:]

 

Ήθελα με την τύχη μου μιαν ώρα ν' αντικρίσω,

μιαν ώρα ν' α-, μα, ν' αντικρίσω,

 

Γελάς, γελούν τα δέντρα

κι ανθίζουν τα κλαριά,

κι οι κάμποι επρασινίζουν

για σένανε κυρά.

 

να δούμε τι της έκανα κι όλο με φέρνει πίσω,

κι όλο με φέ-, με φέρνει πίσω.

 

Το λένε τ΄αηδονάκια

κάτου στα ρέματα,

πως σ' αγαπώ κυρά μου,

δεν είναι ψέματα.

 

Η τύχη μ' από την αρχή, πάντα με κατατρέχει,

πάντα με κα-, με κατατρέχει,

 

Έλα πουλί μου, έλα

και 'γω το χαίρομαι,

μη πα' και βάλει ο νους σου,

πως το πικραίνομαι.

 

κι απεθυμεί παντοτινά στα βάσανα, καλέ, να μ' έχει

στα βάσανα, φως μου, να μ' έχει.

 

Έλα πουλί μου, έλα

και 'γω το χαίρομαι,

μη πα' και βάλει ο νους σου

πως το πικραίνομαι.

 

Μη πα' και βάλει ο νους σου

πως το πικραίνομαι,

έλα πουλί μου, έλα

και 'γω το χαίρομαι.

 

Πάντοτες και παντοτινά θα σου παρεπονιούμαι,

θα σου παρε-, παρέπονιούμαι,

 

Της θάλασσας τα ψάρια

δεν έχουν μετρημό

και τα δικά σου λόγια

δεν έχουν μπιστεμό.

 

γιατί ποτέ δε ρώτησες πού βρίσκομαι, καλέ, και πού 'μαι,

πού βρίσκομαι, φως μου, και πού 'μαι.

 

Έλα να σε φιλήσω

και φίλα με κι εσύ

και σαν το μαρτυρήσω

μαρτύρα το κι εσύ.

 

[«Να το λέτε με καλό». ]

 

Πηγή: youtube.com #greek_folk_music

Φωτογραφία: el.wikipedia.org

 

 

Οι Δεκαοχτούρες με το δαχτυλίδι στο λαιμό. Μύθοι και στίχοι !

Οι Δεκαοχτούρες με το δαχτυλίδι στο λαιμό. Μύθοι και στίχοι !

 

Οι Δεκαοχτούρες με το δαχτυλίδι στο λαιμό

Οι κυρίες επισκέπτριες στον κήπο του χειμώνα

της Δέσποινας Παπαδοπούλου

 

 

 

Η δεκαοχτούρα (επιστημονικό όνομα:Streptopelia decaocto – Στρεπτοπέλια η δεκαοκτώ) είναι ένα είδος του γένους Στρεπτοπέλια (Streptopelia) των περιστερίδων, ιθαγενές στην Ασία και την Ευρώπη, που έχει πρόσφατα εποικίσει και στη Βόρεια Αμερική.

 

Η ονομασία του γένους Streptopelia, είναι σύνθετη και προέρχεται από τις λέξεις της αρχαίας ελληνικής στρεπτός (=το κολάρο, ο δακτύλιος) και πέλεια (=το περιστέρι), δηλαδή σημαίνει “το περιστέρι που έχει κολάρο”.

 

Η ονομασία του είδους decaocto (δεκαοχτώ) προέρχεται από ελληνικό μύθο με τις δύο ακόλουθες παραλλαγές:

 

  • Κάποτε πριν πολλά χρόνια ήταν μια πανέμορφη κοπέλα αξιολάτρευτη και πρώτη νοικοκυρά. Πολλοί νέοι την ποθούσαν και όλες οι γυναίκες τη ήθελαν για νύφη τους. Την καρδιά της όμορφης κοπέλας, κέρδισε ένας νέος, τον οποίο και παντρεύτηκε, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του. Η πεθερά τυφλωμένη από ζήλεια και εγωισμό δεν έβλεπε πόσο πολύ αγαπιούνταν οι δύο νέοι κι έκανε τα πάντα για να τους χωρίσει. Ανάγκαζε την -υπάκουη πάντα- νύφη να κάνει ένα σωρό δουλειές, μέχρι να αγανακτήσει και να φύγει. Η κοπέλα υπέμενε καρτερικά όλες τις δοκιμασίες, τις ταπεινώσεις, την αχαριστία της κακιάς πεθεράς για την αγάπη του άντρα της. Μια μέρα της ζήτησε να φτιάξει 18 καρβέλια και να τα έχει έτοιμα. Πράγματι η κοπέλα τα είχε έτοιμα ως το μεσημέρι. Τότε η αντίζηλος της, πήρε το ένα καρβέλι και κατηγόρησε τη νύφη στον γιο της ότι το έφαγε τονίζοντας έτσι ότι είναι σπάταλη. Ο νέος την πίστεψε κι η κοπέλα από την αδικία φώναζε “δεκαοχτώ…δεκαοχτώωω…” Μάταια όμως. Το κορίτσι τρελάθηκε κι ο Θεός την λυπήθηκε μεταμορφώνοντάς την σε πουλί, την δεκαοχτούρα.

 

  • Ήταν μια φορά δυο συννυφάδες και η πεθερά τους. Μια μέρα, η μία συννυφάδα ζύμωσε είκοσι καρβέλια ψωμί, και όταν έγινε, άναψε το φούρνο και έβαλε τα ψωμιά. Όταν ψήθηκαν, η συννυφάδα πήρε κρυφά δυο καρβέλια και τα έδωσε στον αγαπημένο της. Μετά από λίγη ώρα, η πεθερά και η άλλη συννυφάδα αναζήτησαν τα ψωμιά αλλά δεν τα βρήκαν και τη ρώτησαν: “Τι έγινε το ψωμί; Λείπουν δυο καρβέλια. Ήταν είκοσι και τώρα είναι δεκαοχτώ”. Εκείνη έλεγε: “Δεκαοχτώ ήταν” αλλά η πεθερά της δεν τη πίστευε, θύμωσε και την καταράστηκε. Από τότε έγινε πουλί που φωνάζει έως σήμερα “Δεκαοχτώ, δεκαοχτώ, δεκαοχτώ”, γι’ αυτό και το λένε Δεκαοχτούρα ( από την βικιπαίδεια).

 

Στη συνέχεια ακολουθεί ο μύθος μεταποιημένος ποιητικά από τον Γεώργιο Βιζυηνό από την ποιητική συλλογή «Ατθίδες Αύραι»  (τρίτη έκδοση 1884)

 

Η ΔΕΚΟΧΤΟΥΡΑ

 

(Τρυγών κατοικίδιος)

 

«—Πς τό λένε τ πουλάκι,
πο
στ δένδρα πεταχτ
κελαδε
κάθε ’λιγάκι—
Δεκοχτώ; Δεκοχτώ;

 

—Δεκοχτορα τ λαλονε
σα σα δι’ ατό,
γιατ ψάλλει ν τ’ κονε—
Δεκοχτώ! Δεκοχτώ!

 

Κι’ ποιος ες μ προβάλ
τ ατί του ’ξυπνητό,
θένα μάθ γιατ ψάλλει
Δεκοχτώ! Δεκοχτώ!
 

ταν λλοτ’ καϋμένη
κοριτσάκι διαλεχτό,
—Χρόνοι τώρα περασμένοι
Δεκοχτώ, δεκοχτώ.—

 

Κ’ εχε μητρυιά, παιδιά μου,
μι
γρῃὰ σν σκελετό.
—Ζύμω, λέγει, τ
ψωμιά μου
δεκοχτώ, δεκοχτώ.—

 

Τς ζυμόνει μέσ’ στν σκάφη
τ ζυμάρι κορδωτό·
κόφτει τ
ψωμι κα γράφει
δεκοχτώ, δεκοχτώ.
 

Τπλασε κα τ φουρνίζει
μέσ’ στ
ν φορνο τν ζεστό·
’ψήθηκαν, τ
ξεφουρνίζει
δεκοχτώ, δεκοχτώ.

 

Μ στρίγγλα μητρυιά της
κράζει μ θυμ φρικτό,
πς δν σαν τ ψωμιά της
δεκοχτώ, δεκοχτώ!

—Δεκαννιά, φωνάζ’ γεναν,
δεκαννι καί τ’ παιτ!
Τνα τφαγες, κ’ μεναν
δεκοχτώ, δεκοχτώ!

 

—Ες τν Παναγιά σ’ μόνω,
στέκει στ χαρτ γραφτό,

τ ψωμι πς σαν μόνο
δεκοχτώ, δεκοχτώ!

 

—Δεκαννιά! φωνάζ’ κείνη,
σ σφάζω στ λεπτό!
Τκλεψες, γι’ ατό ’χουν μείνει
δεκοχτώ, δεκοχτώ!

 

—Μάνα, μν τ πάρς κάκια,
μά σ’ μόνω στν Χριστό:
μο παράγγειλες ψωμάκια
δεκοχτώ, δεκοχτώ!

 

Μά στρίγγλα, πο ζητοσε
φορμήν ες τ κρυφτό,
’κε πο φτωχ λαλοσε—
Δεκοχτώ, δεκοχτώ,

 

Στ καρύδι της στηλόνει
τ
μαχαρι τροχητό,
—Περασμένοι τώρα χρόνοι
δεκοχτώ, δεκοχτώ.—

 

Μά Θες γυρν τ χέρι
στν κακό της αυτό,
κα πληγας τς καταφέρει
δεκοχτώ, δεκοχτώ!

 

Κα τν κόρη μεταβάλλει
σ
τρυγόνι φτερωτό,
π’ ’ως τ
τώρ’ κόμα ψάλλει—
Δεκοχτώ! Δεκοχτώ!»

 

Με αγάπη και φροντίδα προς όλα τα ζωντανά της γης και τα πετεινά του ουρανού

(Η φωτογραφία από τον αυλή μας)

Δέσποινα Παπαδοπούλου

 

Πηγή: limnosnea.gr