...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Οκτώβριος: όνομα, συνήθειες, παραδόσεις, λαϊκή σοφία

Οκτώβριος: όνομα, συνήθειες, παραδόσεις, λαϊκή σοφία

 



Ο Οκτώβριος ή Οκτώβρης είναι ο δεύτερος μήνας του φθινοπώρου και δέκατος όλου του χρόνου στο Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Είναι ένας από τους 7 μήνες που έχουν 31 μέρες (Ιανουάριος, Μάρτιος, Μάιος, Ιούλιος, Αύγουστος, Δεκέμβριος οι άλλοι).

 

Από που πήρε το όνομά του: Η ονομασία του προέρχεται από το λατινικό October, -bris. Octo είναι το οκτώ και ottavo ο έβδομος. Αυτό το otto τροφοδότησε και όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες (otto στα ιταλικά, ocho στα ισπανικά, eight στα αγγλικά,  acht στα γερμανικά κ.ο.κ). Οι Ρωμαίοι τον ονόμαζαν και Sementilius (semen = σπόρος), από την σπορά, βασική ασχολία της εποχής.

 

Γιατί ονομάστηκε «όγδοος» αφού είναι ο δέκατος;
Στο ρωμαϊκό ημερολόγιο πρωτοχρονιά ήταν η 1η Μαρτίου, έτσι ο Οκτώβριος ήταν ο όγδοος μήνας του έτους. Το 153 π.Χ. η Σύγκλητος καθιέρωσε ως πρώτο μήνα τον Ιανουάριο και έτσι ο Οκτώβριος έγινε ο δέκατος μήνας ενώ το 46. π.Χ. καθιερώθηκε το νέο Ιουλιανό ημερολόγιο από τον Ιούλιο Καίσαρα όπου οι Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος διατήρησαν τα ονόματά τους παρά την αλλαγή σειράς τους (ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος).

 

Πως αλλιώς λέγεται:
Οχτώβρης
, Αηδημητριά​της από τη μεγάλη γιορτή του Αγίου Δημητρίου που αποτελεί το ορόσημο του χειμώνα.
Σπαρτής ή Σπαρτάς ή Σποριάς γιατί σπέρνουμε πολλά στις μέρες του και είναι η βασική γεωργική ασχολία.
Παχνιστής γιατί καλύπτονται από πάχνη οι αγροί
Μπρουμάρης
​ δηλαδή ομιχλώδης και σκοτεινός.
Τρυγομηνάς (από τον τρύγο) τον ονομάζουν οι Έλληνες του Πόντου, αν και έτσι είναι γενικώς γνωστός ο Σεπτέμβριος και όχι ο Οκτώβριος.
Νειαστής (αρχ.): με πολλά οργώματα (νεάω = οργώνω χέρσα γη).

 

Χριστιανική Παράδοση: η χριστιανική παράδοση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την γιορτή του Αγίου Δημητρίου στις 26 του μήνα, μεγάλου αγίου της Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Η γιορτή του Αγίου Δημητρίου με εκείνη του Αγίου Γεωργίου χώριζαν το γεωργικό έτος σε δύο εξάμηνα (τέταρτος, δέκατος μήνας) και πραγματικά σήμαιναν την έλευση του χειμώνα.

 

Με ποιες συνήθειες/φαινόμενα συνδέεται:
Τα πρωτοβρόχια:
οι πρώτες αξιοσημείωτες βροχές που τόσο τις έχει ανάγκη το χώμα, τα φυτά, όλα.
Τα σύννεφα πυκνώνουν, τα φύλλα αρχίζουν να πέφτουν, η φύση ξεκινά να χάνει πολύ από το πράσινο χρώμα της, ο ήλιος μικραίνει.
3 Οκτωβρίου: Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, πολιούχου Αθηνών.
18 Οκτωβρίου: του Ευαγγελιστή Λουκά.
26 Οκτωβρίου
: του Αγίου Δημητρίου, γιορτή που έδωσε τα προσωνύμια «Αι-Δημητριάτης» και «Αι-Δημήτρης» στον μήνα.

Φρούτα και λαχανικά: Ακτινίδια, αχλάδια, λεμόνια, μήλα, ρόδι, σταφύλια, φραγκόσυκα, ροδάκινα, κουνουπίδι, καρότα, κολοκύθια, ραδίκια, κρεμμύδι, λάχανο, μαρούλια, μελιτζάνες, ντομάτες, πατάτες, παντζάρια, πιπεριές, σέλινο, σπανάκι, φασολάκια.
Μαζεύουμε: σπανάκι, κουνουπίδια, λάχανα
Φυτεύουμε: σέλινα, πράσα, μαϊντανό, κρεμμύδια, κουκιά, σκόρδα.
Ανθίζουν: Είναι η εποχή που πρωτανθίζουν τα κυκλάμινα και τα αϊδημητριάτικα. «Κυκλάμινο, κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα που βρήκες χρώματα κι ανθείς, που μίσχο και σαλεύεις;» (Γιάννης Ρίτσος)

 

Παροιμίες:
Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οκτώ σειρές στ’ αλώνι ή Οκτώβρης και δεν έσπειρες οκτώ σωρούς δεν έκανες.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες καρπό πολύ δεν παίρνεις.
Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα ‘χεις.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες.
Οκτώβρη και δεν έσπειρες, τρία καλά δεν έκαμες.
Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός.
Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια.
Άη Δημητράκη μου, μικρό καλοκαιράκι μου.
Αν δε χορτάσει ο Οκτώβριος τη γη, πούλησε τα βόδια σου και αγόρασε σιτάρι.
Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις.
Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι.
Τ’ άη – Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ‘μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό.
Τ’ Άη Λουκά σπείρε τα κουκιά.
Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα.

 

Αργίες: 28 Οκτωβρίου, γιορτή του ΟΧΙ

 

Πηγή: elniplex.com

Λαζώτης: Ο κρητικός χορός που έρχεται από τον Πόντο

Λαζώτης: Ο κρητικός χορός που έρχεται από τον Πόντο – Η ξεχασμένη ιστορία του και η ανάγκη να αποκατασταθεί η αυθεντική του μορφή!

 

Ανάμεσα στους παραδοσιακούς χορούς της Κρήτης υπάρχει ένας που σήμερα ελάχιστοι γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι χορεύουν. Ο Λαζώτης, γνωστός σε ορισμένες περιοχές και ως Λαζός ή Λαζιώτικος, αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα και λιγότερο μελετημένα κομμάτια της κρητικής  μουσικής και χορευτικής παράδοσης.

 

Αν και τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται συχνά ως «ξεχασμένος» χορός, οι μαρτυρίες ανθρώπων που τον έζησαν αποδεικνύουν ότι μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος των τοπικών γλεντιών σε αρκετές περιοχές του Ρεθύμνου και της Μεσαράς.

 

Το σημαντικότερο όμως είναι πως ο Λαζώτης ήταν ανέκαθεν μικτός  χορός. Άνδρες και γυναίκες συμμετείχαν μαζί στον ίδιο κύκλο, όπως συνέβαινε και με πολλούς ακόμη παραδοσιακούς κρητικούς χορούς. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τις μαρτυρίες των παλαιότερων όσο και από τις ιστορικές καταγραφές που έχουν διασωθεί.

 

Ο Λαζώτης χορευόταν κυρίως στις επαρχίες Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου, ενώ καταγράφεται επίσης στην επαρχία Ρεθύμνου, στα Χάρκια και στην Αρκούδαινα (σήμερα Αρχοντική), καθώς και στην επαρχία Μυλοποτάμου, στους Έρφους, την Αλφά και τον Αΐμονα. Παράλληλα ήταν γνωστός και στη Μεσαρά, γεγονός που δείχνει ότι η διάδοσή του ήταν πολύ ευρύτερη απ’ όσο πιστεύεται σήμερα.

 

Η αυθεντική μορφή του αποτελείται από οκτώ βήματα, με χαρακτηριστικό λύγισμα του γονάτου στο τέταρτο και στο έβδομο βήμα, το οποίο συνοδεύεται από μια ήπια και συμμετρική κίνηση του κορμού. Πρόκειται για έναν λιτό, σοβαρό και μερακλίδικο χορό, χωρίς περιττές κινήσεις και χορογραφικές παρεμβάσεις, όπως ακριβώς τον παρέλαβαν οι νεότεροι από τους παλαιότερους χορευτές των χωριών.

 

Οι καταγραφές που τον διέσωσαν

Η διάσωση του Λαζώτη οφείλεται σε λίγες, αλλά ιδιαίτερα πολύτιμες καταγραφές.

Ο Θανάσης Σκορδαλός συμπεριέλαβε τον χορό στον δίσκο «Αθανάσιος Σκορδαλός» (Fidelity, 1973) με τον τίτλο «Με το Λαζιώτικο Χορό χορεύεις κοπελλιά μου». Έναν χρόνο αργότερα, ο Κώστας Μουντάκης ηχογράφησε τον ίδιο σκοπό με τον τίτλο «Κάνε με κυρά γαμπρό», ο οποίος κυκλοφόρησε αργότερα στον δίσκο «Ξεφάντωμα».

 

Ακόμη σημαντικότερη είναι μια σπάνια βιντεοσκοπημένη καταγραφή από τα Χάρκια Ρεθύμνου. Ο Αντώνης Τζανιδάκης, ο Στέλιος Γεωργιουδάκης και η σύζυγός του Άννα, δάσκαλοι του Λυκείου των Ελληνίδων Ρεθύμνου, επισκέπτονται αρχές της δεκαετίας του 1980 το χωριό και καταγράφουν κατοίκους να χορεύουν τον Λαζώτη υπό τους ήχους της λύρας του αείμνηστου Στέλιου Διαμαντή (Διαμαντοστελή).

 

Το συγκεκριμένο βίντεο αποτελεί ίσως το σημαντικότερο οπτικό τεκμήριο του χορού, καθώς αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο χορευόταν από ανθρώπους που τον γνώριζαν βιωματικά και τον διατηρούσαν ως ζωντανό στοιχείο της τοπικής παράδοσης.

 

https://www.youtube.com/watch?v=CQtt2iTWg-s&t=193s

 

 

Η μελωδία που οδηγεί στον Πόντο

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του Λαζώτη δεν είναι μόνο ο τρόπος που χορεύεται, αλλά και η ίδια η μουσική του.

 

Η μελωδία του ταυτίζεται ουσιαστικά με τον ποντιακό σκοπό «Μητερίτσα», μια ομοιότητα που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Η μουσική συγγένεια είναι τόσο έντονη ώστε γεννά εύλογα ερωτήματα για τη διαδρομή του σκοπού μέχρι την Κρήτη.

 

Αν και μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές που να τεκμηριώνουν με βεβαιότητα πώς έφτασε η συγκεκριμένη μελωδία στην Κρήτη, είναι πιθανό να μεταφέρθηκε μέσα από τις επαφές Κρητικών και Ποντίων. Μάλιστα, έχει διατυπωθεί και η θεωρία ότι ο χορός συνδέεται με τους Λαζούς που, σύμφωνα με την παράδοση, εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη μετά την απελευθέρωσή της από τον Νικηφόρο Φωκά, χωρίς όμως η άποψη αυτή να μπορεί να επιβεβαιωθεί ιστορικά.

 

Με το πέρασμα των χρόνων η μελωδία ενσωματώθηκε στην κρητική μουσική παράδοση και προσαρμόστηκε στα τοπικά χορευτικά πρότυπα, δημιουργώντας έναν χορό με ξεχωριστή ταυτότητα.

 

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παρατηρείται ένα φαινόμενο που αλλοιώνει την ιστορική φυσιογνωμία του Λαζώτη.

 

Δεκάδες χορευτικοί σύλλογοι και ομάδες παρουσιάζουν τον Λαζώτη αποκλειστικά ως γυναικείο χορό, με αποτέλεσμα αυτή η λανθασμένη εικόνα να αναπαράγεται συνεχώς μέσα από εκδηλώσεις και βίντεο στο διαδίκτυο.

 

Η εικόνα αυτή, όμως, δεν επιβεβαιώνεται από καμία από τις γνωστές καταγραφές. Αντίθετα, τόσο οι προφορικές μαρτυρίες όσο και το πολύτιμο οπτικό υλικό από τα Χάρκια δείχνουν ξεκάθαρα ότι ο Λαζώτης χορευόταν από άνδρες και γυναίκες μαζί, στον ίδιο κύκλο.

 

Η διατήρηση της παράδοσης δεν σημαίνει μόνο να συνεχίζουμε να χορεύουμε έναν παλιό  χορό, αλλά και να τον παρουσιάζουμε με σεβασμό στην ιστορική του μορφή. Όταν μια ανακριβής εκδοχή επαναλαμβάνεται επί χρόνια, κινδυνεύει να αντικαταστήσει στη συλλογική μνήμη την αυθεντική.

 

Ο Λαζώτης δεν χρειάζεται να «επανεφευρεθεί». Χρειάζεται να ξαναγνωριστεί όπως πραγματικά ήταν: ένας αυθεντικός κρητικός μικτός χορός, που κουβαλά μια ξεχωριστή μουσική ιστορία, πιθανές γέφυρες με τον Πόντο και μια παράδοση που αξίζει να διασωθεί χωρίς παραποιήσεις.

 

Η αυθεντικότητα της παράδοσης δεν διαφυλάσσεται με τη δημιουργία νέων εκδοχών, αλλά με τον σεβασμό στις ιστορικές μαρτυρίες και στα τεκμήρια που έχουν διασωθεί.

 

Κώστας Βασιλάκης

Αφιερωμένο στη μνήμη της γιαγιάς μου Αθηνάς Βασιλακάκη (η πρώτη χορεύτρια στο παλιό βίντεο από τα Χαρκια)

 

Πηγή: rethemnos.gr

Η τραγική ιστορία του Ανέστου Δελιά του μοναδικού μεγάλου ρεμπέτη που πέθανε από ηρωίνη

Η τραγική ιστορία του Ανέστου Δελιά του μοναδικού μεγάλου ρεμπέτη που πέθανε από ηρωίνη

Του Νίκου Δεμισιώτη

 


 

Το ρεμπέτικο δεν ήταν απλώς τραγούδια που ήρθε στην Ελλάδα από τη Σμύρνη και «ενηλικιώθηκε» στις φτωχές προσφυγογειτονιές. Ήταν η φωνή των ανθρώπων που έζησαν στο περιθώριο. Των εργατών, των φυλακισμένων, εκείνων που αναζητούσαν μία διέξοδο από την σκληρή καθημερινότητα.

 

Το ρεμπέτικο κατέγραψε τη φτώχεια, τον έρωτα, τον ξεριζωμό, την αδικία, τη φυλακή ακόμα και την εξάρτηση από τα ναρκωτικά, χωρίς εξιδανικεύσεις και χωρίς ωραιοποιήσεις.

 

Το ρεμπέτικο «γεννήθηκε» στη Μικρά Ασία και «μεγάλωσε» στον Πειραιά, στη Δραπετσώνα, στην Κοκκινιά. Εκεί, δηλαδή, που οι ανατολίτικες μελωδίες συνάντησαν το μπουζούκι και τον μπαγλαμά του λιμανιού. Εκεί δημιουργήθηκε ένα μουσικό ιδίωμα που έμελλε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι, όχι μόνο της μουσικής ιστορίας, αλλά της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

 

Ρεμπέτης ήταν ο απείθαρχος, ο παράνομος, ο αλήτης, ο μάγκας ή ο γλεντζές και ο ξενύχτης. Οι ρίζες της λέξης προέρχονται πιθανότατα από την τουρκική γλώσσα (ρεμπέτ σημαίνει ανυπότακτος) ή από τη σερβική (επίσης ρεμπέτ όπου όμως εδώ δίδεται η έννοια του αντάρτη) που ταιριάζει με τη βενετική rebelo (αντάρτης) και την ισπανική rebelde (αντάρτης, επαναστάτης).

 

Το ρεμπέτικο ακουγόταν στους τεκέδες, στις ταβέρνες, στις αυλές των συνοικιών πολύ πριν φτάσει στις δισκογραφικές εταιρείες. Από εκεί «ξεπήδησαν» σπουδαίοι δημιουργοί όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Γιώργος Μπάτης, ο θρυλικός Μπαγιαντέρας αλλά και ο τραγικός Ανέστος Δελιάς. Ο μοναδικός ρεμπέτης που πέθανε από χρήση ηρωίνης.

 

Ο Δελιάς και η «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιά»

Ο Ανέστος Δελιάς γεννήθηκε στη Σμύρνη γύρω στο 1912, μέσα σε οικογένεια με έντονη μουσική παράδοση. Ο πατέρας του ήταν ο Παναγιώτης Δέλλιος ή αλλιώς «Μαύρος Γάτος» δεξιοτέχνης του σαντουριού. Η Μικρασιατική Καταστροφή άλλαξε δραματικά και τη δική του ζωή, όπως συνέβη με χιλιάδες άλλους πρόσφυγες, που ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες και ήρθαν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα που τους γύρισε την πλάτη και έβαλε τους περισσότερους από αυτούς στο περιθώριο και τη φτώχεια.

 

Η οικογένεια του νεαρού Ανέστου εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και συγκεκριμένα στη Δραπετσώνα. Εκεί, περίπου το 1930 είχε μία γνωριμία που θα τοu άλλαζε τη ζωή. Ο μικρός Σμυρνιός είχε μεγάλη λατρεία για το μπουζούκι. Κάποια στιγμή τον άκουσε ο Μάρκος Βαμβακάρης και τον πήρε κοντά του.

 

«Ήταν ένα παιδάκι και κα­θόταν εκεί στο Καστράκι, εκεί που καθόνταν οι πρόσφυγες. Εκεί υπήρχανε όλοι οι τεκέδες. Επηγαίναμε κι αυτός λοιπόν ετραβιότανε με τους τεκέδες κι έπαι­ζε κατ' αρχήν κιθάρα. Εγώ τον έβαλα μπροστά να μάθει μπου­ζούκι, κι όπως και έμαθε. Αυτός ήταν πολύ καλό παιδί αλλά τον έφαγε η πρέζα. Εμείς τότε δεν τον εζυγώναμε» έχει γράψει στην αυτοβιογραφία του ο Μάρκος Βαμβακάρης.

 

Ο μικρός γρήγορα εξελίχθηκε σε δεξιοτέχνη. «Στα χέρια του το μπουζούκι δεν έβγαζε ήχους, έβγαζε λυγμούς», έλεγαν εκείνοι που τον είχαν ακούσει.

 

Το καλοκαίρι του 1934 είχε έρθει η ώρα για το βήμα παραπάνω. Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Γιώργος Μπάτης και Ανέστος Δελιάς δημιουργούν την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία της χώρας.

 

Το όνομά της; «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» που «γεννήθηκε» στη Μάντρα του Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά, από μία ιδέα του μικρασιάτη μουσικού και συνθέτη Σπύρου Περιστέρη ο οποίος έπεισε τον Βαμβακάρη να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι και εκείνος «έψησε» τους άλλους τρεις να το κάνουν μαζί. Και μετά «κόλλησαν».

 

Ο Περιστέρης ήταν αυτός που έπεισε τον Σαραντόπουλο να πάρει την «Τετράς» στην Μάντρα του. Εκεί, δηλαδή, που Ανέστος Δελιάς ξετύλιξε το ταλέντο του και παρουσίασε τα πρώτα τραγούδια που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.

 

Το 1935 κυκλοφόρησε το εμβληματικό «Μες στης πόλης το χαμάμ» με τις φωνές του Παγιουμτζή και του Παπαϊωάννου και την επόμενη χρονιά το θρυλικό «ο πόνος του πρεζάκια», ένα τραγούδι που αποδείχθηκε τραγικά προφητικό για τον ίδιο.

 

«Αθηναίισσα», «Έκανες τη φιγούρα σου μάγκα στη γειτονιά μου», «Για ένα παλιό σακάκι», «Δεν είδανε τα μάτια μου τέτοια καλή γυναίκα», «Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Tο παράπονο του πρεζάκια», «Ο Νίκος (Μάθεσης) ο Τρελλάκιας», «Όταν μπουκάρω στον τεκέ», «Πάρε ένα γυαλί και κόψε το λαιμό σου», «Η πρέζα», «Μάγκα μου το μαχαίρι σου» (ή «Φιγουρατζής» ή «Το κουτσαβάκι»), κ.ά.

 

Γενικά, ο Ανέστος Δελιάς δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει πολλά τραγούδια. Όταν τον Αύγουστο του 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του, ένα από τα πρώτα μέτρα που επέβαλε ήταν η λογοκρισία σε πρώτη φάση και η πλήρης απαγόρευση στη συνέχεια (1937) των «χασικλίδικων».

 

Ο Μεταξάς θεωρούσε τους ρεμπέτες «ζωύφια» και «τουρκόσπορους» οι οποίοι με τη μουσική τους, τη χασισοποτεία τους και την περιθωριακή συμπεριφορά τους παρασέρνουν και άλλους στην… ακολασία.

 

Ο μοναδικός ρεμπέτης που πέθανε από ηρωίνη

Η αντίστροφη μέτρηση για τον Δελιά όταν έμπλεξε με την ηρωίνη. Πιθανότατα σε αυτό συνέβαλε η γνωριμία του με μια γυναίκα από την κακόφημη συνοικία των Βούρλων (τον πρόδρομο της Τρούμπας), την Κούλα ή οποία ήταν γνωστή με το παρατσούκλι Σκουλαρικού.

 

«Ο Ανέστης Δελιάς ήταν μπουζουκάκι καλό, είχε και στοματάκι, ήταν ωραίος. Είχε μια γκόμενα πουτάνα, στα Βούρλα. Αυτή ήταν πρεζού. Έκανε βίζιτες, να πούμε, αλλά δεν ήθελε να την πάρουνε χαμπάρι. Και αυτός ο ηλίθιος, να πούμε, δεν την είχε καταλάβει. Και μένανε σε ένα παραγκάκι στα Χιώτικα. Στον Άγιο Διονύση. Εκεί που είναι τα Βούρλα, από κάτω ήταν τα Χιώτικα, που λέγανε.

 

Όπως κοιμότανε λοιπόν ο Ανέστης μαζί της, να πούμε, τώρα τον εγουστάριζε βέβαια, ήθελε να τον κάνει κτήμα της. Του έκανε ένα γιουχ, δηλαδή όπως παίρνουμε ένα χαρτί, να πούμε το στρίβουμε και το κάνουμε σαν χωνάκι, έτσι όπως το τσιγάρο. Του 'βαζε λοιπόν την πρέζα στο χωνάκι. Αυτός κοιμότανε, να πούμε, αυτή παρακολουθούσε την αναπνοή του. Με το που έκανε να αρχίσει να κοιμάται, του 'βαζε το χωνάκι. Έτσι την έπαιρνε την πρέζα αυτός. Μία, δύο, τρεις, πέντε. Δεν το καταλάβαινε. Η ηρωίνη τώρα, αν την πιεις πέντες φορές τσιμπήθηκες. Την άρπαξες. Την τέταρτη φορά, λοιπόν, σηκώθηκε, κρυάδες, κομάρες, ρίγους, η κοιλιά του τον πόναγε. Μου το είχε πει ο ίδιος εμένα, μετά. Της λέει, ρε συ Κούλα, της λέει, τι έχω, δεν ξέρω τι έχω, τρέμω, ξέρω γω. Ρίξε μου ρούχα απάνω μου. Μπα, τίποτα δεν έχεις, λέει, θα σου δώκω, λέει, μια σκόνη, λέει, που είναι, λέει, για τις κρυάδες, λέει, γι' αυτά. Μόλις την ήπιε, ουπ, έγινε στα γρήγορα καλά. Την άλλη μέρα άρρωστος πάλι. Σου λέει, ας πιω άλλη μια ψιλούλα μήπως γίνω και πάλι καλά. Και αυτό ήτανε, Λευτέρη μου. Μία, δύο, τρεις, τον έκανε πρεζάκια...», είχε αφηγηθεί ο στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ο ρεμπέτης Στέλιος Κερομύτης, ο λεγόμενος «αριστοκράτης μπουζουξής», γνωστός και ως Μπούμπης.

 

Η αλήθεια είναι, βέβαια, πως αυτή καταγραφή έχει πιθανότατα μία μεγάλη δόση υπερβολής καθώς παρουσιάζει τον Δελιά σαν άβουλο πλάσμα και την Κούλα σαν μια δαιμονική γυναίκα που τον έμπλεξε με την πρέζα χωρίς τη θέλησή του. Πράγμα, μάλλον, απίθανο.

 

Το 1938 ο Δελιάς εξορίστηκε στην Ίο ως τοξοκιμανής. Εκεί «καθάρισε» με τη βοήθεια του «τελευταίου ρεμπέτη» Μιχάλη Γενίτσαρη. Με την εισβολή της φασιστικής Ιταλίας του Μουσολίνι στην Ελλάδα, ο Δελιάς ντύθηκε στα χακί και πήγε στο μέτωπο όπου, όπως είναι φυσικό, ολοκληρώνει (θέλοντας και μη, είναι η αλήθεια) την απεξάρτησή του.

 

Με την εισβολή των Γερμανών και την παράδοση της Ελλάδας, ο Ανέστος Δελιάς, επιστρέφει στη μουσική. Με τη Νταίζη Σταυροπούλου, η οποία ήταν ερωτευμένη μαζί του, πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη όπου εκείνος κάνει κάποιες εμφανίσεις στου «Κέρκυρα» (ταβέρνα σε μια κακόφημη περιοχή στην οδό Ειρήνης).

 

Οι δρόμοι τους, όμως, χωρίζουν γρήγορα. Η Σταυροπούλου γνωρίζει τον Βασίλη Τσιτσάνη και κάνει καριέρα στο πλάι του, ενώ ο Ανέστος Δελιάς επιστρέφει στην Αθήνα (που βρίσκεται υπό ναζιστική κατοχή) αλλά και στη χρήση ηρωίνης. Ο Παγιουμτζής και ο Μπαγιαντέρας έκαναν μία τελευταία προσπάθεια να τον τραβήξουν μακριά από την πρέζα αλλά η προσπάθεια αυτή ήταν καταδικασμένη να αποτύχει.

 

Στις 31 Ιουλίου 1944, ο Ανέστος Δελιάς βρέθηκε νεκρός μέσα σε ένα καροτσάκι μεταφοράς, στη Βαρβάκειο, έχοντας στα χέρια του το μπουζούκι του. «Έσβησε» από υπερβολική δόση ηρωίνης, σε συνδυασμό με την ασιτία και τις κακουχίες.

 

Ο Δελιάς είναι ο μοναδικός (επιβεβαιωμένα και τεκμηριωμένα) γνωστός ρεμπέτης που έφυγε από τη ζωή εξαιτίας των ναρκωτικών.

 

Πηγή: reader.gr