...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Ίμβρος αφιέρωμα μέρος 3o : Οι πιο δημοφιλείς χοροί της ΊΜΒΡΟΥ

 

Ίμβρος αφιέρωμα μέρος 3o  : Οι πιο δημοφιλείς χοροί της ΊΜΒΡΟΥ

 


Σχεδόν όλα τα ήθη και έθιμα του νησιού, κάθε ένα με την παραλλαγή του από χωριό σε χωριό, είχαν ως αφετηρία ένα θρησκευτικό γεγονός. Συμμετείχε όλο το χωριό, νέοι, γέροι και παιδιά και όλα κατέληγαν σε χορό και τραγούδια πάντα με τη συνοδεία βιολιού και λαούτου στην πλατεία του χωριού. Χώρος συνάντησης πολλών πολιτισμών η Ίμβρος, ( Έλληνες, Οθωμανοί, Φράγκοι ) δέχτηκε και αφομοίωσε τραγούδια πολλών περιοχών, από τον περήφανο και σιγανό «Κόνιαλη» της Καππαδοκίας μέχρι το «Χασάπικο» της Κωνσταντινούπολης, από τον «Κεχαγιά» των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου μέχρι τους «Καρσιλαμάδες» της Μικράς Ασίας, ακόμη και χορούς της Δύσης, βαλς, ταγκό και φοξ αγκλέ.

Συρτός Καλαματιανός: ένας απ’ τους βασικούς χορούς του τοπικού ρεπερτορίου που χορεύεται σε όλες τις περιστάσεις (γάμους, γλέντια, πανηγύρια) σε επτάσημο 7/8 (3+2+2) . Χορεύουν όλοι άνδρες και γυναίκες σ’ ανοιχτό κύκλο, ανάμικτα, με τα χέρια λυγισμένα στους αγκώνες. Το χορευτικό μοτίβο περιλαμβάνει δώδεκα κινήσεις που εκτελούνται σε τέσσερα μουσικά μέτρα, τρεις κινήσεις σε κάθε μουσικό μέτρο. Παραλλαγές πραγματοποιεί ο πρώτος και είναι συνήθως στροφές και καθίσματα. Αντιπροσωπευτικό τραγούδι είναι : «ο Κεχαγιάς», γνωστός χορός και της Λήμνου που χορεύεται όμως κυρίως από άνδρες ελεύθερα χωρίς να πιάνονται και με διαφορετικό χορευτικό μοτίβο.

Συρτός νησιώτικος: επίσης απ’ τους βασικούς χορούς του τοπικού ρεπερτορίου που χορεύεται σε όλες τις περιστάσεις (γάμους, γλέντια, πανηγύρια), σε δίσημο ρυθμό 2/4. Χορεύεται σε ανοιχτό κύκλο από άνδρες και γυναίκες με κράτημα των χεριών από τις παλάμες με λυγισμένους τους αγκώνες. Το χορευτικό μοτίβο περιλαμβάνει δώδεκα κινήσεις που εκτελούνται σε τέσσερα μουσικά μέτρα, τρεις κινήσεις σε κάθε μουσικό μέτρο. Παραλλαγές πραγματοποιεί ο πρώτος και είναι συνήθως στροφές και καθίσματα.

Καναρίνι μου γλυκό: μικτός χορός με ρυθμό 2/4, που χορεύεται σ’ όλες τις περιστάσεις σ’ ανοιχτό κύκλο και οι χορευτές πιάνονται με τα χέρια λυγισμένα στους αγκώνες. Το χορευτικό μοτίβο του είναι ως εξής : { (2) 3αράκια με μέτωπο λοξό προς τη φορά του κύκλου και άλλα (2) 3αράκια με μέτωπο στο κέντρο του κύκλου γυρίζοντας τη μια φορά προς τα δεξιά και την άλλη προς τα αριστερά}.

Κόνιαλης ή (χορός με κουτάλια): χαρακτηριστικός χορός της Καππαδοκίας σε δίσημο ρυθμό 2/4. Χορευόταν κυρίως στο γλέντι του γάμου αλλά και σ’ άλλα γλέντια. Σε ορισμένα χωριά τον χόρευαν μόνο γυναίκες σ’ άλλα μόνο άνδρες ή ακόμη άνδρας και γυναίκα μαζί. Τα βήματα του χορού συνοδεύονται από κινήσεις των χεριών που κρατούν κουτάλια δυο σε κάθε χέρι και τα χτυπούν ρυθμικά πάνω στους χρόνους της μουσικής. Ωστόσο στην Ίμβρο, που είναι αντιπροσωπευτικός χορός των αντρών και η δεξιοτεχνία του καθενός στα παλιά τα χρόνια φαινόταν στην ικανότητα του να χορέψει ακόμα και πάνω στο λαμπογυάλι, δε συμβαίνει το ίδιο. Χορεύεται σ’ όλες τις περιστάσεις με το γνωστό τραγούδι: «Η βράκα». Το χορευτικό μοτίβο περιλαμβάνει έξι κινήσεις που εκτελούνται σ’ ένα μουσικό μέτρο.

Καρσιλαμάς: χορός στρωτός, χορεύεται ζευγαρωτά και από γυναίκες και από άντρες με διαφορετικά τραγούδια- σκοπούς αναδεικνύοντας ο καθένας το ύφος και τη χάρη του ή και από έναν άνδρα και μία γυναίκα. Ο ρυθμός του χορού είναι εννιάσημος 9/8 (2+3+2+2) και το χορευτικό μοτίβο περιλαμβάνει τέσσερις κινήσεις (βήματα) που εκτελούνται σ’ ένα μουσικό μέτρο. Οι χορευτές κινούνται ελεύθερα σε σχέση πάντα με το ζευγάρι τους, άλλοτε αντικριστά, άλλοτε κάνοντας στροφές και άλλοτε αλλάζοντας θέσεις. Είναι χορός που χορεύεται σ’ όλες τις περιστάσεις.

 Ίμβρος: στην περιοχή χορευόταν από δύο άντρες οι οποίοι ήταν ο ένας απέναντι στον άλλο. Τα χέρια τους ήταν απλωμένα πλάγια στο ύψος των ώμων και με δύο δάχτυλα τον μέσο και τον αντίχειρα έκαναν μαντινάδες και κρατούσαν το χρόνο για τα βήματά τους. Ως "ελαφρύς" Καρσιλαμάς ήταν η «Καλαμιά».

Υπήρχε ακόμη και ο Χαρμάνταλης που ήταν καθαρά αντρικός χορός και ήταν «βαρύς» καρσιλαμάς. Τα χαρακτηριστικά και το χορευτικό μοτίβο του χορού είναι ίδιο μ’ αυτό του καρσιλαμά.

Πιγκί ή αλλιώς απτάλικος: αντικριστός χορός που χορεύεται κυρίως από δύο άνδρες αλλά αρκετές φορές χορεύεται και από δύο γυναίκες, σε κάθε περίσταση. Ο ρυθμός του είναι 9/8 (3+2+2+2) και έχει το ύφος του ζεϊμπέκικου. Το χορευτικό μοτίβο του χορού περιλαμβάνει έξι κινήσεις που εκτελούνται σ’ ένα μουσικό μέτρο. Τα χέρια κινούνται ελεύθερα όπως στο ζεϊμπέκικο, οι γυναίκες χορεύουν με μικρές και συγκρατημένες κινήσεις ενώ οι άνδρες κινούνται πιο ελεύθερα και πραγματοποιούν παραλλαγές που είναι συνήθως στροφές, καθίσματα και χτυπήματα των ποδιών.

Επίσης, χορεύουν το νυφκάτο μόνο την ημέρα του γάμου, που ήταν μια μορφή χασαπιάς και χορεύεται απ’ όλους με τα χέρια στους ώμους, με τη μόνη διαφορά ότι σέρνουν το χορό οι νεόνυμφοι.

Μια μαρτυρία αναφέρει για κάποιο ζωναράδικο (κι αυτό το συμπεραίνουμε από το πιάσιμο των χεριών). Ίσως να ήταν η επιρροή από τη Θράκη, αφού εκεί είναι πολύ διαδεδομένος αυτός ο χορός. Ωστόσο δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός σ’ όλα τα χωριά της Ίμβρου.

Ίμβρος αφιέρωμα μέρος 2o : Τα χωριά και ο κοινωνικός βίος των Ιμβρίων και προυξενιά

 Ίμβρος αφιέρωμα μέρος 2o : Τα χωριά και ο κοινωνικός βίος των Ιμβρίων και προυξενιά




Τα 7 Ελληνικά χωριά της ΊΜΒΡΟΥ έτσι όπως τα βλέπουμε και στο χάρτη είναι:


-Γλυκύ

-Κάστρο

-Ευλάμπιο

-Παναγία

-Άγιοι Θεόδωροι

-Αγρίδια

-Σχοινούδι


Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΙΜΒΡΙΩΝ

Η ζωή στην Ίμβρο, ένα αμιγώς ελληνικό νησί στο βορειανατολικό Αιγαίο, ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη φύση και τη θρησκεία. Ο κύκλος των εποχών εμπλουτισμένος με το ετήσιο εορτολόγιο, διανθιζόταν από ήθη, παραδόσεις, δραστηριότητες και έθιμα άμεσα συνδεδεμένα με τον τόπο και τη μακραίωνη ιστορία του, αλλά και με τις τρέχουσες ανάγκες των ανθρώπων για επιβίωση, επικοινωνία, έκφραση και ψυχαγωγία, στο πλαίσιο πάντα του προστατευτικού ιστού της

κοινότητας. Η ποικιλία και η ευρηματικότητά τους είναι αξιοθαύμαστη, όπως και ο πλούτος τους σε πληροφορίες για την καθημερινή ζωή, την οικιακή οικονομία, τις ανθρώπινες σχέσεις και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε χωριού. Χάρη σε μερικούς φωτισμένους και ιδιαίτερα προικισμένους ανθρώπους, όπως οι ιεράρχες και Διδάσκαλοι του Γένους Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός ο Ίμβριος (1772-1851), Νικηφόρος Γλυκάς ο Ίμβριος (1819-1896) και Μελίτων Χατζής (1913-1989), ο καθηγητής γλωσσολογίας Νικόλαος Ανδριώτης (1906-

1976), οι δάσκαλοι Αλέξανδρος Ζαφειριάδης (1888-1956) και Κώστας Ξεινός (1913-1987), ο ζωγράφος Νίκος Παλαιόπουλος (1908-2010) και άλλοι, διασώθηκαν ενδιαφέρουσες όψεις και εκφράσεις της πολιτισμικής ταυτότητας του νησιού και των ανθρώπων του. Σε αυτές συγκαταλέγονται η λαϊκή αρχιτεκτονική, οι τοπικές ενδυμασίες, το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, οι μύθοι και θρύλοι, οι παραδόσεις, παροιμίες, προλήψεις και δοξασίες, τα παραμύθια, γνωμικά και αινίγματα, οι εκδοτικές δραστηριότητες, τα έθιμα της γέννησης, του γάμου και του θανάτου, τα εορταστικά ήθη και έθιμα, η μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί, τα παιδικά παιχνίδια, οι λαϊκές τέχνες και τα παραδοσιακά επαγγέλματα, κ.ά..


Α) Προυξενιά

Στην Ίμβρο, όπως και σ’ άλλα πολλά μέρη, ο νέος κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα που θέλει να πάρει για γυναίκα του. Συνήθως δηλαδή η οικογένεια του νέου κάνει, με τη μεσολάβηση συγγενικού ή φιλικού προσώπου, πρόταση γάμου στους οικείους της νύφης. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να συμβεί και το αντίθετο, η πρόταση να γίνει από το μέρος της κοπέλας. Αυτό συνήθως γίνεται, όταν οι δύο νέοι συνδέονται μεταξύ τους αισθηματικά από πρωτύτερα. Τόσο στη μία, όσο και στην άλλη περίπτωση το πρόσωπο που μεσολαβεί μπορεί να είναι άντρας («προυξιν’τής»), μπορεί και γυναίκα («προυξινήτρα»), πράγμα που συνηθίζεται πιο πολύ. Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο λεπτός ρόλος του μεσολαβητή, καθώς και παραπάνω έγινε λόγος, ανατίθεται σ’ ένα συγγενικό ή φιλικό των ενδιαφερομένων πρόσωπο και οπωσδήποτε σε πρόσωπο ηλικιωμένο και προικισμένο με ειδικές για την περίπτωση ικανότητες. Αφού ο προξενητής συζητήσει με τους ενδιαφερομένους το θέμα της προξενιάς και πάρει τις σχετικές οδηγίες, επισκέπτεται την οικογένεια της κοπέλας (εφόσον η πρόταση γίνεται από το μέρος του γαμπρού), συζητούν στην αρχή διάφορα θέματα άσχετα με το θέμα της προξενιάς και κατόπιν— ο προξενητής— με κατάλληλο τρόπο φέρνει το θέμα στη συζήτηση. Συνήθως κάνει την αρχή με την εξής στερεότυπη και κατά κάποιο τρόπο εισαγωγική φράση: «Συζητήσαμ’ για πουλλά πράματα, αλλά ιγώ ήρθα για άλλ’ δ’λειά». Και στη συνέχεια κάνει την πρόταση. Στο σημείο αυτό, μόλις δηλαδή κάμει την πρόταση, συνηθίζει να λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «βάλι σκούπα και φαράσ’, η προυξινιά να μη χαλάσ’». Πιστεύουν δηλαδή ότι η σκούπα και το φαράσι έχουν την ιδιότητα να απομακρύνουν το κακό. 

Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση δεν την αποδέχονται, δε συμφωνούν δηλαδή για έναν οποιονδήποτε λόγο, συνήθως απαντούν ως εξής: «Σας ιφκαριστούμι κι’ απά’ (επάνω) στου κιφάλ’ μας σας έχουμ’. Ιμείς θα μ’λήξουμ’ κι πάλι θα σας πούμι» (Σας ευχαριστούμε και σας προτιμούμε με το παραπάνω, σας βάζουμε πάνω από το κεφάλι μας. Θα συζητήσουμε και θα σας απαντήσουμε). Βλέπουμε δηλαδή ότι κι’ όταν ακόμη δε συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, δε δίνουν αμέσως την απάντηση. Ύστερα από μία δύο μέρες ο προξενητής ξαναρωτάει κάποιον από την οικογένεια στην οποία έκαμε την πρόταση και τότε δίνεται η απάντηση απευθείας και χωρίς περιστροφές, μολονότι και πάλι αρνητική : «Δεν ήνταν τυχηρό να γίν’», συνηθίζουν να λένε και συνάμα προβάλλουν κάποια δικαιολογία. Εννοείται, βέβαια, ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ο προξενητής ποτέ δεν πηγαίνει επίσημα στο σπίτι τους. Φροντίζει να συναντήσει κάποιον ανεπίσημα, δήθεν τυχαίως (στο δρόμο, στη βρύση κτλ.). Και, φυσικά, φέρνει το θέμα στη συζήτηση με τρόπο, αφού η απάντηση είναι από πρωτύτερα γνωστή (αρνητική). Όταν ύστερα απ’ αυτά επιστρέψει ο προξενητής και ανακοινώσει στους ενδιαφερομένους την αρνητική απάντηση, το αρνητικό δηλαδή αποτέλεσμα του μεσολαβητικού του έργου, συνηθίζουν να του λένε: «άιντι σι μ’τζουρώσαν, σι πιράσαν ντ’ πιρουστιά». Πραγματικά, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές «ντου προυξιν’τή να ντου μ’τζουρών’». Όταν δηλαδή επιστρέψει και ανακοινώσει το αρνητικό αποτέλεσμα, αυτοί που τον έστειλαν να κάμει την πρόταση, προσπαθούν χωρίς να τους αντιληφθεί να του κάμουν στο πρόσωπο ένα σημάδι με «μ’τζούρα» (μαυράδα) από ένα μαυρισμένο τηγάνι, τέντζερη κτλ. («άμα δε μπουρέσ’ κανές να κάν’ ντή μπρουξινιά κι ντου καταφέρ’, ντου μ’τζουρών’. Κι’ άμα δουν κανένα μ’ζτουρουμένου ντου λεν’ : προξινιά έκαμις κι’ είσι μ’τζουρουμένους;»). Για τον άμεσα, πάλι, ενδιαφερόμενο πρόσωπο (νέο ή κοπέλα), που κάνει την πρόταση, συνηθίζουν να λένε πειραχτικά: (π.χ.) «η Γιώργους έφαγι ντή χ’λόπ’τα».

 Σχετικό είναι και το παρακάτω πειραχτικό δίστιχο: Έφαγις ντή χ’λόπ’τα μι ξύλινον κουτάλ’κι λάβι την υπουμουνή, όπους τη λάβαν κ’ άλλ’. Σχετική επίσης είναι και η εξής παροιμιώδης φράση: «Καλουφάγουτ’ η χ’λόπ’τα», που λέγεται κι’ αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις. Συμβαίνει επίσης πολλές φορές ένας νέος να κάμει πρόταση γάμου σε μια κοπέλα και όχι μόνο να μη γίνει δεκτή, αλλά ύστερα από λίγο καιρό η κοπέλα αυτή να αρραβωνιαστεί και στη συνέχεια να παντρευτεί με κάποιον άλλο. Τότε, όσοι θέλουν να πειράξουν τον «αποτυχόντα» (συνήθως φίλοι και συνομήλικοί του) τη μέρα που παντρεύεται η κοπέλα, παίρνουν μερικά κέρατα από τα σφαχτά του γάμου και τα κρεμούν στο μάνταλο (σύρτη) της πόρτας του σπιτιού του. Το ίδιο κάνουν και για μια κοπέλα στην περίπτωση που θα αποτύχει η πρόταση γάμου προς ένα νέο. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή η κοπέλα απορρίψει την πρόταση είτε ο νέος, επηρεάζονται, όπως είναι φυσικό, οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό που να ψυχραθούν. 

Ο προξενητής, εξάλλου, στην περίπτωση που θα απορρίψουν την πρόταση, για να δείξει ότι δεν πρόκειται απ’ αυτό να στεναχωρηθεί ούτε ο ίδιος ούτε αυτοί για λογαριασμό των οποίων έκαμε την πρόταση, συνήθως λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «αρνί κιφάλ’, άλλου στου πουδάρ’», που σημαίνει: (Αν πάρουμε το κεφάλι ενός αρνιού, αν σφάξουμε ένα αρνί, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με άλλο). Δεν πάει να πει δηλαδή ότι αυτό ήταν και δεν μπορούμε να βρούμε άλλο. Τέλος, συνηθίζουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις να λένε και τις εξής φράσεις: «άμα δε θέλ’τς ισύ, άλλους θα νέρθ’» και: «σκαμνιού πουδάρ’ λυγίτικου, άλλου κυπαρισσίτικου», που σημαίνει: (Αν έσπασε το πόδι ενός σκαμνιού καμωμένου από λυγαριά (λυγιά = λυγαριά), μπορούμε στη θέση του να βάλουμε άλλο και μάλιστα από κυπαρίσσι, δηλαδή πολύ καλύτερο). Όλες αυτές οι παροιμιώδεις φράσεις και προπάντων η πρώτη και η τρίτη με την αλληγορική τους σημασία κρύβουν ασφαλώς πολύ εγωισμό και λέγονται για να μετριάσουν την προσβολή από την απόρριψη της πρότασης. Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, συνήθως απαντούν στον προξενητή ως εξής: «ίς Αλάχ, Θιός να δώσ’ να μη χαλάσ’. Άμα είνι τυχηρό, θα γίν’ κι’ άμα δεν είνι, θα χαλάσ’. Αλλά ιδώ απ’ τα είπαμ’ όσα είπαμ’, ιδώ να μείν’». Και συνήθως προσθέτουν: «ισείς άμα θέλτι ένα, ιμείς θέλουμ’ δέκα». Λένε δε όλα τα παραπάνω από τη μια για να δείξουν, ότι συμφωνούν πάνω στην πρόταση που τους έγινε κι’ από την άλλη για να αποτρέψουν κάθε κακή ενέργεια τρίτου προσώπου, που είναι δυνατό καμιά φορά να δυσαρεστηθεί από το συνοικέσιο αυτό και να θελήσει να το διαλύσει. Γι’ αυτό και φροντίζουν τις πρώτες μέρες, ώσπου να επισημοποιηθεί, να το κρατήσουν μυστικό. Υπάρχει πάντα φόβος να μπει κάποιος στη μέση και να χαλάσει την προξενιά. 

Πολλές φορές, πάλι, συμβαίνει να συμφωνούν οι πιο πολλοί από τους οικείους των μελλονύμφων, καθώς και οι ίδιοι οι μελλόνυμφοι, να διαφωνεί όμως ο πατέρας του κοριτσιού ή του νέου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η προξενιά συνήθως πετυχαίνει. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε: «σα θέλ’ η νύφη κι’ η γαμπρός, τύφλα να ‘χ’ η πιθιρός», φράση γνωστή κι’ απ’ άλλα μέρη της πατρίδας μας. Από την ώρα που οι δυο πλευρές θα συμφωνήσουν μεταξύ τους, μπορούν οι μελλόνυμφοι να κυκλοφορούν μαζί, συνοδευόμενοι πάντοτε απαραίτητα από ένα αγοράκι ή κοριτσάκι του συγγενικού τους περιβάλλοντος. Αν, λοιπόν, ο προξενητής κάμει την πρόταση και γίνει δεκτή, ακολουθεί συζήτηση σε γενικές γραμμές για την προίκα. Γιατί, μολονότι οι λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα θα συζητηθούν από τους γονείς των μελλονύμφων σε ειδική συνάντηση, συνηθίζεται να γίνεται λόγος και κατά την πρώτη αυτή επίσκεψη του προξενητή κι προπάντων όταν το στέλνει η οικογένεια της κοπέλας που διαθέτει μεγάλη προίκα. Σ’ αυτές μάλιστα τις περιπτώσεις ο προξενητής προσπαθεί με κάθε τρόπο ιδιαίτερα να τονίσει το τι διαθέτει για προίκα η υποψήφια νύφη, για να τους επηρεάσει με τα «τάματα» και να αποδεχτούν την πρόταση. Όπως και να έχουν τα πράγματα, αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ύστερα από μερικές μέρες συναντιούνται οι γονείς των μελλονύμφων, οι συμπέθεροι «του ζ’μπιθιρουλόϊ»_-συνήθως στο σπίτι της κοπέλας - και συζητούν με κάθε λεπτομέρεια για τα «τάματα», για το τι δηλαδή θα τάξουν, θα υποσχεθούν να δώσουν οι γονείς της κοπέλας στους μελλονύμφους. 

Επειδή δε πολλές φορές τα «τάματα» είναι πολύ δελεαστικά και επειδή όχι λίγες φορές παντρεύονται κοπέλες πολύ άσχημες μόνο και μόνο γιατί διαθέτουν μεγάλη προίκα, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές να λένε την εξής παροιμιώδη φράση: «οι προίκις κι τα τάματα παντρεύουν τα φαντάματα» (δηλ. οι μεγάλες προίκες και οι πολλές υποσχέσεις παντρεύουν και τις πολύ άσχημες ακόμη κοπέλες). Τη φράση αυτή συνηθίζουν να τη λένε οι οικείοι μιας κοπέλας, που έκαμε πρόταση γάμου σ’ ένα νέο κι’ εκείνος την απέρριψε, επειδή η υποψήφια δε διέθετε αξιόλογη προίκα. Μ’ αυτόν τον τρόπο μετριάζουν κατά κάποιο τρόπο την προσβολή από την απόρριψη της προτάσεως, αφού, σύμφωνα με τη φράση, η απόρριψη οφείλεται όχι σε λόγους ηθικής, τιμής, ομορφιάς, αλλά στο ότι η υποψήφια δε διέθετε μεγάλη προίκα, πράγμα δηλαδή δευτερεύον, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, χωρίς ηθικό βάρος. Συνηθίζουν επίσης να λένε πολύ αυτή η φράση συγγενικά πρόσωπα — κυρίως η μάνα — μιας κοπέλας, που μολονότι είναι όμορφη, δεν μπορεί να παντρευτεί, γιατί δε διαθέτει προίκα, ενώ αντίθετα άλλες παντρεύονται μολονότι πολύ άσχημες.

Η κατάλληλη για γάμο ηλικία…

Οι νέοι στην Ίμβρο παντρεύονται συνήθως από τα 22 ως τα 25 χρόνια. Είναι όμως δυνατό να παντρευτούν και σε μεγαλύτερη ηλικία, σπάνια όμως πριν από τα 22 χρόνια. Οι κοπέλες σε σύγκριση με τους άντρες παντρεύονται κατά κανόνα σε μικρότερη ηλικία συνήθως αφού συμπληρώσουν τα 17 τους χρόνια. Επειδή, όταν περάσει κάπως η ηλικία μιας κοπέλας, δύσκολα μπορεί να παντρευτεί, στις διάφορες γιορτές και προπάντων το Πάσχα οι κάπως περασμένες στην ηλικία φροντίζουν να περιποιηθούν πιο πολύ τον εαυτό τους, ώστε να ξεγελάσουν κανένα νέο. Ο λαός όμως με το θυμόσοφο πνεύμα που το διακρίνει αποτρέπει τους νέους να διαλέγουν «νύφες» κατά το Πάσχα, και, φυσικά, και κατά τις άλλες μεγάλες γιορτές με το εξής παραινετικό δίστιχο: «Ντού Μα’ λουγου μη λιμπιστείς κι τη Λαμπρή γυναίκα κι’ αν είνι ικατό χρουνώ, σι λέν’ πώς είνι δέκα». (Το Μάιο άλογο μη λιμπιστείς, μη ποθήσεις). Γιατί, όπως εύκολα μπορείς να γελαστείς το Μάιο στην εκτίμηση της ηλικίας ενός αλόγου, αφού, όπως είναι γνωστό, την εποχή αυτή και τα πιο αδύνατα και πιο μεγάλα στην ηλικία ζώα καλοτρέφονται και φαίνονται μικρότερα και γερά, έτσι και το Πάσχα (και κάθε μεγάλη γιορτή) εύκολα μπορείς να πέσεις έξω στην εκτίμηση της ηλικίας μιας κοπέλας, αφού τέτοιες γιορτερές μέρες όλες τους στολίζονται και περιποιούνται τον εαυτό τους με το παραπάνω και οπωσδήποτε φαίνονται πολύ πιο μικρές απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα. 

 Δώρα στον προξενητή

Αν ο προξενητής κατορθώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του, συνηθίζουν να του δίνουν δώρα. Η νύφη δίνει δώρο στον προξενητή, είτε από το μέρος της γίνεται η πρόταση είτε από το μέρος του γαμπρού. Οπωσδήποτε όμως η ηθική αυτή υποχρέωση είναι μεγαλύτερη, όταν η πρόταση γίνεται από το μέρος της. Ο γαμπρός στέλνει δώρο στον προξενητή, όταν η πρόταση γίνεται απ’ αυτόν. Όταν όμως την πρόταση την κάνει η κοπέλα, μπορεί να κάμει μπορεί και να μην κάνει δώρο. Τα δώρα και στη μια και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή προέρχονται από το γαμπρό είτε από τη νύφη, είναι συνήθως ίδια: Ένα κουστούμι, ένα υποκάμισο ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι άντρας, ένα φουστάνι, ένα ζευγάρι παντόφλες ή κάτι παρόμοιο, όταν ο προξενητής είναι γυναίκα. Οπωσδήποτε δηλαδή κάτι που να φοριέται (ενδύματα ή υποδήματα). 


Σάββατο 9 Ιουλίου 2022

Ίμβρος αφιέρωμα μέρος 1ο : Ιστορία και το τώρα

 

Ίμβρος αφιέρωμα μέρος 1ο : Ιστορία και το τώρα


ΙΜΒΡΟΣ ΓΛΥΚΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

Ίμβρο, γλυκιά πατρίδα μου

κι αν βρίσκομαι στα ξένα,

ούτε στιγμή δε σε ξεχνώ

κι όλο μιλώ για σένα.

Πατρίδα μου, όποιος το πει

τελείως πως σε χάσαμε,

του απαντώ:

‘Θα γίνει αυτό όταν θα σε ξεχάσουμε’.

Κι αφού δεν πρόκειται ποτέ

να βγεις απ’ την καρδιά μας,

γι’ αυτό πατρίδα μου γλυκιά

θα ‘σαι πάντα δικιά μας.

Ίμβρο μου, μην πικραίνεσαι

για ‘κείνα τα παιδιά σου,

που η τύχη τους το έφερε

να είναι μακριά σου.

Γιατί αυτά ελπίζουνε,

πως θα ‘ρθει εκείνη η μέρα,

που θ’ ανοίξουν οι αγκάλες σου

να ‘ρθουν πάλι σε σένα.

4

Στην ξενιτιά που βρίσκονται

παντού απ’ άκρη σ’ άκρη

και το ψωμί που βγάζουνε

ζυμώνεται με δάκρυ.

Μα το δικό σου το ψωμί

πατρίδα αγαπημένη,

ας είν’ μικρό, ας είν’ ξερό,

είναι γλυκό σαν μέλι.

Γιατί σε σε(να) ζυμώνεται

με ιδρώτα τιμημένο,

ιδρώτα φτωχού μα τίμιου

κι είναι ευλογημένο.

Α.Κ.

 

Λίγα λόγια σχετικά με την ΊΜΒΡΟ

Η Ίμβρος είναι νησί των Θρακικών Σποράδων στο Βόρειο Αιγαίο, βρίσκεται στην είσοδο του Ελλησπόντου, κοντά στη χερσόνησο της Καλλίπολης. Το 1922 αριθμούσε περίπου 12.000 κατοίκους, όλοι τους Έλληνες. Σήμερα γεωγραφικά ανήκει στην Τουρκία και κυριαρχείται απ’ αυτή με ένα ειδικό καθεστώς, που προέβλεπε τοπική αυτοδιοίκηση και ειδική μεταχείριση του πληθυσμού, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923). Η στρατηγικής σημασίας θέση του νησιού, εντοπίζεται έξω από τα στενά των Δαρδανελίων, που αποτελούν τη μοναδική θαλάσσια δίοδο επικοινωνίας μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Τελικά οι ντόπιοι κάτοικοι αναγκάστηκαν να ‘πληρώσουν’ την καίρια αυτή θέση τους και να ακολουθήσουν την ιστορική τους μοίρα.

Τα απομεινάρια νεολιθικών οικισμών στην Ίμβρο μαρτυρούν ότι το νησί κατοικείται από τα βάθη των αιώνων. Μέχρι και τα τέλη του 6ου αιώνα π. Χ. κατοικούνταν από Προέλληνες. Το όνομά της το πήρε από τον Καρικό θεό της γονιμότητας Ίμβραμο ή Ίμβρασο. Ο Όμηρος μας πληροφορεί ότι σε αυτή τη νευραλγικής σημασίας γωνιά του Αιγαίου, ανάμεσα στην Τένεδο και την Ίμβρο, είχε τους στάβλους των αλόγων του ο Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας. Αλλά και η θεά Θέτιδα, μητέρα του ηρωικού Αχιλλέα, είχε τα παλάτια της στο βυθό ανάμεσα στην Ίμβρο και τη Σαμοθράκη.

Η αρχαία ιστορία του νησιού είναι στενά συνδεδεμένη με εκείνη της Λήμνου. Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, πρώτοι κάτοικοι ήταν οι Πελασγοί, που μετοίκησαν από την Αττική. Η Ίμβρος αποτελούσε «Δήμο Αθηναίων ο εν Ίμβρω». Οι Αθηναίοι είχαν αντιληφθεί τη μοναδικής σημασίας γεωγραφική θέση του νησιού και το οργάνωσαν σύμφωνα με τα πρότυπα της Αθήνας.

Αργότερα, γνώρισε το ζυγό πολλών κατακτητών, από τους Πέρσες και τους Ρωμαίους μέχρι τους και τον πολιτισμό τους. Πάνω στα απομεινάρια των αρχαίων ναών με τις μαρμαροκολόνες και τις στήλες βλέπουμε να είναι κτισμένες εκκλησίες και ξωκλήσια.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, η Ίμβρος κατακυρώθηκε στους Βενετούς μέχρι το 1262, όπου περιήλθε πάλι στη Βυζαντινή κυριαρχία, που της εξασφάλισε για μεγάλη περίοδο ήρεμο βίο.

Το 1455, ο Μωάμεθ Β’ αποφάσισε την ένταξη των νησιών Ίμβρου, Θάσου και Σαμοθράκης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο τουρκικός στόλος έλαβε την εντολή να καταλάβει τα νησιά και να εγκαταστήσει σ’ αυτά τουρκική φρουρά.

Έτσι, μετά τη σύντομη εγκατάσταση των Λατίνων, που κατασφάχτηκαν και αποκεφαλίστηκαν από τους Τούρκους, η νήσος Ίμβρος περιήλθε πλέον οριστικά στην τουρκική κυριαρχία, το 1471.

Το νησί απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στόλο κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (18 Οκτωβρίου 1912) και με τη Συνθήκη των Σεβρών (1920), επικυρώθηκε η ένωση τους με την Ελλάδα. Τρία χρόνια αργότερα με τη Συνθήκη της Λωζάννης (23 Ιουλίου 1923), τα δύο νησιά Ίμβρος και Τένεδος ήταν τα μοναδικά νησιά στο Αιγαίο που παραχωρούνταν στην Τουρκία και εξαιρούνταν από την ανταλλαγή των πληθυσμών. Σύμφωνα με τη Συνθήκη, η Τουρκία αναγκαζόταν να επιτρέψει την ίδρυση ‘του ειδικού καθεστώτος αυτοδιοίκησης’ σ’ αυτά τα νησιά. Επίσης, διασφαλιζόταν για τους Έλληνες κατοίκους της Ίμβρου και της Τενέδου, η προστασία ζωής και της περιουσίας τους και η θρησκευτική ελευθερία. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόστηκαν ποτέ και στην Ίμβρο άρχισε βαθμιαία να δημιουργείται αφόρητη κατάσταση, που επιδεινώθηκε μετά τα ανθελληνικά γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη, το 1955. Επιδιώχθηκε συστηματικά ο αφελληνισμός του νησιού, τα δικαιώματα των Ελλήνων κατοίκων περιορίστηκαν και οι ελάχιστοι Τούρκοι κάτοικοί του πολλαπλασιάστηκαν. Και όντως… Οι Τούρκοι επιφύλαξαν για τους Έλληνες των δύο αυτών νησιών, μια πολύ «ειδική» μεταχείριση, έτσι ώστε σήμερα, να έχουν απομείνει εκεί περί τους 200 ηλικιωμένους Έλληνες, ενώ ο συνολικός πληθυσμός που είναι περίπου 7.000 «τονώθηκε» με Τούρκους και Κούρδους έποικους. Η αναλογία, πριν το 1964, ήταν περίπου 6.100 Έλληνες και 200 Τούρκοι. (Γρηγόρης Τσαμουρλίδης, άρθρο: Ίμβρος: ένα νησί με δική του ιστορία)

Η Ίμβρος (παλαιότερη τουρκική ονομασία: İmroz, σήμερα στα Τουρκικά: Gökçeada (Gökçe= ουράνιο, ada= νησί, μεταφρασμένα από την Τουρκική, δηλαδή το Gökçeada μπορεί να μεταφραστεί στα Ελληνικά ως ουράνιο νησί ή το ουρανί νησί), είναι το μεγαλύτερο νησί της Τουρκίας και ανήκει στην νομαρχία του Τσανάκκαλε. Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία, η μελισσοκομική, καλλιέργεια σιτηρών/ελαιοδέντρων, η αλιεία και ο τουρισμός. Το νησί φημίζεται επίσης για τα αμπέλια του και το εκλεκτό κρασί του.

Η Ίμβρος, από γεωγραφική άποψη, είναι ένα νησί με έκταση 285,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα και βρίσκεται 13 μίλια βορειανατολικά της Λήμνου και 15 νοτιανατολικά της Σαμοθράκης. Είναι καλυμμένη από χαμηλά βουνά (η υψηλότερη κορυφή της, ο Προφήτης Ηλίας, έχει ύψος 600 μέτρα) και μικρές κοιλάδες με άφθονα τρεχούμενα νερά. Αν και νησί, οι οικισμοί της εμφανίζουν πολλά

κοινά χαρακτηριστικά με τους γεωργοκτηνοτροφικούς οικισμούς των ορεινών περιοχών της Μακεδονίας και της Θράκης: τα κτίσματα, είναι κατά κανόνα μικρά και λιτά, με διάσπαρτους βοηθητικούς χώρους (αποθήκες, στάβλοι, φούρνοι, κ.ά.), ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες μιας αυτοσυντηρούμενης οικιακής οικονομίας, χωρίς να προκαλούν τους αλλεπάλληλους, κατά τη μακραίωνη ιστορία της, κατακτητές. Κατασκευασμένα από πέτρα, λάσπη, ξύλο και κεραμίδι, έχουν σοφά αξιοποιήσει τη γεωμορφολογία του εδάφους, αναδεικνύοντας λειτουργικά στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του βορειανατολικού Αιγαίου.

Οι δρόμοι στην Ίμβρο είναι λιθόστρωτοι (καλντερίμια), ενώ παραδοσιακά σημεία αναφοράς και κέντρα επικοινωνίας σε κάθε οικισμό είναι η εκκλησία, το σχολείο, οι απλές βρύσες, οι βρύσες-πλυσταριά με τις πέτρινες γούρνες και το τζάκι για το απαραίτητο ζέσταμα του νερού και η πλατεία με τα καφενεία και τα μαγαζιά. Σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή και στην οικονομία του νησιού έπαιζαν τα «ντάμια», οι βοηθητικές εξοχικές αγροικίες, μονώροφες ή διώροφες, που κάθε οικογένεια συντηρούσε στις διάφορες «ξωμεριές» (εξοχές) του νησιού. (www.imvrosisland.org – γεωγραφικά στοιχεία)

Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά. Το επίσημο τουρκικό κράτος με την πίεση τόσο των Διεθνών οργανισμών και ιδιαίτερα της Ε.Ε., όσο και με την κατακραυγή και τις επικρίσεις που δέχεται για την εκάστοτε πολιτική του από τους σύγχρονους Τούρκους, αναθεωρεί πολλές απ’ τις παλιές του αποφάσεις. Επέτρεψε τη λειτουργία Δημοτικού Σχολείου, επιστρέφει περιουσίες που είχαν δημευτεί, διευκολύνει τους Ίμβριους στην απόκτηση τουρκικής υπηκοότητας, προκειμένου να μπορέσουν να κληρονομήσουν την περιουσία των γονέων τους, ανακαινίζει εκκλησίες και κάνει γενικώς ενέργειες που δίνουν ελπίδες στους Ιμβρίους. Από την άλλη μεριά, μέσα απ’ τον τουρισμό μία μερίδα πλούσιων και μορφωμένων Τούρκων έχουν γνωρίσει τον πολιτισμό του νησιού, αγοράζουν και ανακαινίζουν εξοχικές κατοικίες, αναγνωρίζουν και επικρίνουν τις αδικίες που έγιναν στους ντόπιους κατοίκους και προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξαναβρεί και να διατηρήσει το νησί το παλιό καθαρό φυσικό του περιβάλλον, την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του και να αναβιώνει τα ήθη και έθιμα του.

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2022

Ιούλιος (Ο Αλωνάρης – ήθη/έθιμα γιορτές και μύθοι)

 

Ιούλιος (Ο Αλωνάρης – ήθη/έθιμα γιορτές και μύθοι)

 

 


 

‘’Αλωνάρη με τ' αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια’’.

 

Τραγούδια στα αλωνίσματα δεν ακούγονταν. Κυριαρχούσαν οι φωνές των αλωνιστάδων προς τα ζώα τους. Στο λίχνισμα πάλι, ο άνεμος ήταν το κύριο μέλημα και οι σβέλτες κινήσεις των λιχνιστάδων δεν σήκωναν τραγούδι. Έπειτα η αχυροπάσπαλη κι ο κουρνιαχτός από τα φροκαλίσματα έκλειναν το στόμα.

Έχουμε όμως τραγούδια παλιά με γραφικές σκηνές αλωνίσματος, που μπορούσαν να τραγουδούν στις μετέπειτα ώρες της ξεκούρασης.

 

Εγώ περνάω κι αντιπερνάω στης Μαυρουδής τ’αλώνι,

όπου αλωνίζουν δώδεκα κι όπου συμπάζουν δέκα,

κι η Μάρω με τη μάνα της τριγύρω λαγανίζει.

Κι η μάνα της της έλεγε κι η μάνα της της λέει:

-Φεύγα Μαριώ απ’τον κουρνιαχτό, φεύγα κι από τον ήλιο.

-Μάνα τον ήλιο αγαπώ, τον κουρνιαχτό τον θέλω

τον γιο του πρωτολιχνιστή, άντρα θε να τον πάρω.

-Ο γιος του πρωτολιχνιστή πολλά προικιά γυρεύει.

-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει.

-Γυρεύει βόδια του ζυγού, φοράδα της καβάλλας,

γυρεύει κι ανεμόπαχτο να τρώει η φοράδα μέσα,

γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχυα

κι αλώνια καλοπέτρινα και μαρμαροστρωμένα.

-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει.

Το πρώτο ψωμί που θα ζυμωθεί με το καινούργιο στάρι έχει διάφορες κατά τόπους ονομασίες: τζιτζιροκούλικο, μπουγάτσα.

Απ’αυτό το πρώτο ζυμάρι ζύμωναν και μία κουλούρα που την κρεμούσαν στη βρύση για να τρέξουν τα καλά, όπως το νερό. Όποιος πήγαινε πρώτος να πάρει νερό από τη βρύση, έπαιρνε και την κουλούρα.

Η απειλή όμως από τους κινδύνους (φωτιά, βροχή, χαλάζι) ήταν μεγάλη για τα χωράφια και γι’αυτό οι γεωργοί επιζητώντας τη θεϊκή προστασία τιμούσαν με αργία τους αγίους που εορτάζουν τότε. Την Παναγία των Βλαχερνών (2), που προσονομάζεται απ’την τιμωρία όσων δεν τηρούσαν την αργία της Καψοδεματούσα, Καψοχεροβολού, Καψαλωνού, Βουλιάχτρα. Την αγία Κυριακή (7), την αγία Μαρίνα (17).

Ο Ιούλιος ήταν επικίνδυνος μήνας και για τους ανθρώπους κι έτσι οι ιαματικοί του άγιοι τιμούνταν με μεγάλοι ευλάβεια. Οι άγιοι Ανάργυροι (1), η αγία Παρασκευή (26), ο άγιος Παντελεήμονας (27).

«Κουτσοί, στραβοί όλοι στον άγιο Παντελεήμονα.»

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η γιορτή του προφήτη Ηλία (20), ο οποίος θεωρείται έφορος της βροχής και ρυθμιστής των μετεωρολογικών φαινομένων.

Τα εκκλησάκια του βρίσκονται συνήθως πάνω σε υψώματα και βουνοκορφές. Σύμφωνα με την παράδοση που έχει τις ρίζες της στον εξιλασμό του Οδυσσέα (λ 120-136), ο Αη-Λιας ήταν ναύτης που η θάλασσα προσπάθησε πολλές φορές να τον πνίξει. Μετά τα τόσα ταξίδια, πήρε το κουπί στον ώμο και τράβηξε για τη στεριά. Όπου περνούσε, ρωτούσε τους ανθρώπους που συναντούσε τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του. Κι όσοι του απαντούσαν «κουπί», ξεκίναγε για αλλού. Προχώρησε, προχώρησε κι ύστερα βρέθηκε στα βουνά. Έπεσε πάνω σε έναν τσοπάνη και τον ρώτησε τι ήταν αυτό που βαστούσε. Ο τσοπάνης το κοίταξε καλά καλά και ύστερα του είπε «ξύλο είναι».

Ο Αη-Λιας γέλασε ικανοποιημένος και έμεινε από τότε κοντά στους ανθρώπους των βουνών.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Από τα γλυκά σου μάτια (Ολμάζ)

 

Από τα γλυκά σου μάτια (Ολμάζ)



 

Τραγούδι 9σημο (2-2-2-3) που χορεύεται σαν αντικριστός χορός γνωστός και με την ονομασία «ολμάζ».

 

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: Μικρά Ασία ΤΟΠΟΣ: Ερυθραία, Μελί ΕΙΔΟΣ: Δίστιχα ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ: Της αγάπης ΡΥΘΜΟΣ: 9σημος ΧΟΡΟΣ: Αντικριστός ΘΕΜΑ: Ερωτικός καημός

 

Στίχοι

 

Από τα γλυκά σου μάτια τρέχει αθάνατο νερό, σεβντίμ αμάν

και σου γύρεψα λιγάκι και δε μου ’δωσες να πιω.

 

Ολμάζ πιπίνι μου, ολμάζ

να με πεθάνεις πολεμάς.

 

Είπα σου μη με πειράζεις κι άσε με στο χάλι μου, σεβντίμ, αμάν

και το νου μου τον επήρες από το κεφάλι μου.

 

Έλα να πάμ’ εκεί που λες

που κάνουν τα πουλιά φωλιές.

 

σεβντίμ: αγάπησα (από το τουρκικό sevdim)

ολμάζ: δε γίνεται (από το τουρκικό olmaz)

πιπίνι: πιτσούνι, όμορφη κοπέλα


Από τα γλυκά σου μάτια (Ολμάζ)


Πηγή : domnasamiou.gr

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022

Άταρης, Χορός με το ομώνυμο τραγούδι στα Αλάτσατα Ερυθραίας Μικράς Ασίας

 

Άταρης, Χορός με το ομώνυμο τραγούδι στα Αλάτσατα Ερυθραίας Μικράς Ασίας




 

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: Μικρά Ασία ΤΟΠΟΣ: Ερυθραία, Αλάτσατα ΕΙΔΟΣ: Δίστιχα ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ: Της αγάπης ΡΥΘΜΟΣ: 4σημος ΧΟΡΟΣ: Συρτός

Ο Αταρης είναι ο πιό χαρακτηριστικός χορός των Αλατσάτων, που χορεύεται σταυρωτά από τέσσερα άτομα, άντρες ή ζευγάρια. Αξιοσημείωτη είναι στον χορό αυτό η χρήση της φτέρνας και της μύτης του ποδιού, καθώς και οι έντονες κινήσεις των χεριών. Τα δίστιχα του τραγουδιού, κοινά σε πολλά μέρη της Ερυθραίας, χρησιμοποιούνται και σε άλλους σκοπούς (Συρτό, Μπάλλο κλπ.) και παινεύουν τους χορευτές. Το όνομα του χορού προέρχεται από το τσάκισμα και ίσως έχει σχέση με τις τούρκικες λέξεις ata (σεβάσμιος, αξιοσέβαστος) και atalar (οι πρόγονοι). "Πάλιν εβγήκαν στο χορό, ωχ αμάν σεβνταλίμ αμάν, τέσσερα μαύρα μάτια, άταρης, αμάν, αμάν, άταρης...".

 

Στίχοι


Όρκο ’καμα στην Παναγιά, ωχ αμάν, σεβνταλή μ’ αμάν

πια να μην τραγουδήσω, άταρης, αμάν αμάν, άταρης.

 

Mα 'γω για το χατήρι σας, ωχ αμάν, σεβνταλή μ’ αμάν

τον όρκο θα πατήσω, τέσσερις, αμάν αμάν, τέσσερις.

 

Πάλιν εβγήκαν στο χορό τέσσερα μαύρα μάτια,

τέσσερα γαϊτανόφρυδα και δυο κορμιά δροσάτα.


Άταρης

 

Πηγές : domnasamiou.gr, dance-pandect.gr

Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

 

 

Η λαϊκή παράδοση της Αθήνας.

 


 

Από την τσουλήθρα της γονιμότητας στο Θησείο μέχρι την τυφλή γυναίκα με το όνομα Πανώλη, η λαϊκή παράδοση της Αθήνας αλλά και της Ελλάδας συνολικά βρίθει από δεισιδαιμονίες. Η σπηλιά των κακών αδελφάδων, ο λόφος που κατοικούσαν οι Νύμφες και το εκκλησάκι που θεράπευε άρρωστα παιδιά αποτελούν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.

 

Οι νεότερες παραδόσεις απαρτίζουν ένα ψηφιδωτό από κομμάτια της αρχαίας μυθολογίας με παραποιημένες μερικές λεπτομέρειες. Τα νεοελληνικά παραμύθια, οι παραδόσεις και τα συναξάρια αποτελούν τις πηγές της νεοελληνικής μυθολογίας. Από μέσα τους, όμως, ξεπηδάει όλη η αρχαία δαιμονολογία, που περιορίστηκε στην αλλαγή των ονομάτων, μεταφέροντας μόνο τις ιδιότητες των αρχαίων θεών και ηρώων στους σύγχρονούς τους. Οι δυνάμεις του Θησέα πέρασαν στον Άγιο Γεώργιο, του Ποσειδώνα στον Άγιο Νικόλαο, του Ερμή στους Αγγέλους, του Πάνα στους Καλικάντζαρους.

 

Σημαντική θέση στη λαϊκή παράδοση κατέχει και η προσωποποίηση των στοιχείων της φύσης, τα “Στοιχειά”. Όπως και οι επίγειες θεότητες που ήταν κυρίαρχοι του μαγικού κόσμου και συνδέονταν με τον κύκλο της γέννησης, της ζωής και του θανάτου. Τα κακά πνεύματα, τα διαβολικά, που έφερναν τις αρρώστιες και κάθε κακό, κατοικούσαν στα σπήλαια και στα γερασμένα δέντρα αποτελούν επίσης αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης. Ο λαός τα ξόρκιζε λέγοντας “απόξω, απόξω”, σαν να τα έδιωχνε να φύγουν έξω. Έτσι ονομάστηκαν ξωτικά.

 

Ο απότομος λόφος των Νυμφών, κατάμεστος από φυσικές σπηλιές και αρχαία υπόσκαφα κτήρια, συγκέντρωνε όλους τους θρύλους του μυστικού κόσμου και τις κατοικίες των στοιχείων της λαϊκής παράδοσης. Το 1835, ο λόφος, με βάση την επιγραφή του ιερού της κορυφής του, αποδόθηκε από τον αρχαιολόγο Κυριάκο Πιττάκη στις Νύμφες. Ωστόσο, οι δεισιδαιμονίες και οι αντιλήψεις που ήθελαν τις Καλοκυράδες και τα ξωτικά να κατοικούν εκεί, κρατούσαν από την εποχή του Μεσαίωνα. Ο κ. Πιττάκης εξηγεί ότι “η συνήθεια πιστεύει μέχρι τούδε ότι εις τα δάση κατοικούσιν αι καλαί Κυράδες (Ευμενίδες) και λέγει διά τα μεγάλα δένδρα, διά τα δάση, είναι δειλά ήτοι διά αυτά πρέπει τις να φέρη σεβασμόν ως κατοικίας των Νυμφών. Και όταν το μεσημέρι περώσιν από εκεί δεν βλέπουσιν ατενώς ταύτα. Όταν δε ανεμοστρόβυλος διέρχεται και μάλιστα πλησίον του λόφου των Νυμφών, εν τη πόλη ταύτη, τότε κύπτουσαι χαμαί την κεφαλήν αυτών αι γραιαί λέγουσιν, εύφημω στόματι και μικρά τη φωνή, μέλι και γάλα στον δρόμο σας”.

Από εκεί πιστεύεται ότι προέκυψε η φράση “να σε πάρει ο άνεμος”.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, η σπηλιά στα δυτικά του λόφου των Νυμφών (Αστεροσκοπείο), στο Βάραθρο, ήταν στοιχειωμένη και μάλιστα με φοβερά στοιχειά, τις τρεις κακές αδελφάδες, την Πανώλη, τη Χολέρα και την Ευλογιά, που σκόρπιζαν τον θάνατο. To “θανατικό”, όπως το αποκαλούσαν, ερχόταν από τη μεριά της θάλασσας, όπως ο λιμός που ξέσπασε στην Αθήνα τον δεύτερο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου και οι δεκάδες επιδημίες πανώλης και χολέρας.

 

Οι Έλληνες προσωποποίησαν την τρομερή πανώλη με διάφορους τρόπους. Άλλοι την παρομοίαζαν ως τυφλή γυναίκα που διατρέχει τις πόλεις και προξενεί τον όλεθρο σε όποιον την αγγίζει. Μάλιστα πίστευαν ότι επειδή βαδίζει ψηλαφητά από τοίχο σε τοίχο δεν μπορεί να προσεγγίσει καθόλου αυτούς που κρύβονται στα σπίτια τους. Η λαϊκή δοξασία υπονοεί τα θετικά μας άτυπης καραντίνας ίσως;

 

Μια άλλη εκδοχή της παράδοσης και περισσότερο διαδεδομένη, συνέδεε την πανώλη με τις παραδόσεις των Μοιρών. Έτσι, η πανώλη δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά μια τριάδα φοβερών γυναικών, που κατεβαίνουν όλες μαζί στις πόλεις, για να τις ερημώσουν από κατοίκους. Από αυτές η μία κρατάει χάρτινο κατάλογο, η άλλη είναι οπλισμένη με κοφτερά ψαλίδια και η τρίτη με μία σκούπα. Μπαίνουν, λοιπόν, μέσα στα σπίτια όπου βρίσκονται τα θύματά τους και η πρώτη γράφει στο βιβλίο της τα ονόματα των θυμάτων της, η δεύτερη τα πληγώνει με τα ψαλίδια και η τρίτη τα σκουπίζει.

 

Τη βυζαντινή περίοδο, στους βράχους του λόφου των Νυμφών ιδρύθηκε το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας, με την ανάλογη διαμόρφωση μιας κλασσικής δεξαμενής. Στην Αγία Μαρίνα αποδίδονται πολλές θεραπευτικές ιδιότητες, ιδιαίτερα για την προστασία νηπίων και παιδιών. Συγκεκριμένα, θεωρούταν ότι η Αγία Μαρίνα μετέφερε τις ιδιότητες και τις ενέργειες των κουροτρόφων Νυμφών και του Δία. Οι γονείς έφερναν στην εκκλησία τα άρρωστα παιδιά τους και μετά τη Λειτουργία τους έβγαζαν τα παλιά ρούχα και τα έντυναν με νέα σε μια μαγική κίνηση για να αποδιώξουν το κακό από πάνω τους.

 

Ένα ακόμη έθιμο που ήταν πολύ δημοφιλές στις Αθηναίες των αρχών του 19ου αιών αφορούσε στην πίστη στις μαγικές, γονιμοποιές δυνάμεις της μυστηριώδους Τσουλήθρας, Κυλίστρας ή Ξουλιάστρας, στα νοτιοανατολικά του λόφου της Αγίας Μαρίνας. Στην Τσουλήθρα, στον ολισθηρό βράχο δηλαδή, απέδιδαν ιδιότητες ευτοκίας που κατείχαν οι Νύμφες. Έτσι, οι στείρες γυναίκες ανέβαιναν στον λόφο και γλιστρούσαν από τον απότομο βράχο, προκειμένου να τεκνοποιήσουν.

 

Αντλήθηκαν πληροφορίες από: Μικρός Ρωμηός- Εφημερίδα για την Αθήνα...

Πηγή
: mixanitouxronou.gr