...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Τα 20 πανηγύρια του καλοκαιριού

Τα 20 πανηγύρια του καλοκαιριού

 



 

Βιολιά, λαούτα, λύρες και τσαμπούνες ντύνουν το σάουντρακ των διακοπών.

 

Τα πανηγύρια συνθέτουν μαζί με άλλες παραδοσιακές πρακτικές και τελετουργίες την ιδιαίτερη συλλογική ταυτότητα κάθε τόπου. Μάλιστα, στο Εθνικό Ευρετήριο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας, όπου εγγράφονται, έθιμα, παραδοσιακές τέχνες και κοινωνικές τελετουργίες από τη νησιωτική χώρα, έχουν συμπεριληφθεί το Πανηγύρι της Ικαρίας και οι «Κούππες» στη Νίσυρο που χορεύονται στο πλαίσιο του πανηγυριού της Παναγιάς της Σπηλιανής.

 

Η ξεχωριστή αυτή γιορτή που τα τελευταία χρόνια ξαναβρίσκει τη μεγάλη ανταπόκριση που γνώριζε παλιά, συνδυάζει το θρησκευτικό στοιχείο, καθώς πραγματοποιούνται προς τιμήν κάποιου αγίου, με την αλληλεπίδραση της κοινότητας και τη διασκέδαση.

 

Στη διάρκεια των ετών τα πανηγύρια αποδυναμώθηκαν ως θεσμός, ενώ συχνά για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του κόσμου ενσωμάτωσαν νεωτερικά στοιχεία, όπως τα νεο-παραδοσιακά τραγούδια. Στα λεγόμενα παζάρια, για παράδειγμα, οι άνθρωποι παλιά αγόραζαν κυρίως σπόρους, ζώα, γεωργικά εργαλεία και χρηστικά αντικείμενα.

 

Στις μέρες μας οι αγορές αυτές, που συνοδεύουν τη γιορτή, πουλούν κυρίως τουριστικά ή είδη λαϊκής τέχνης. Όμως ένα κοινωνικό φαινόμενο που πήρε διαστάσεις στα μέσα του 20ού αιώνα και είχε καταλυτικό ρόλο στις επαρχίες, η μετανάστευση, προσέδωσε στο θεσμό συναισθηματικό φορτίο που δεν είχε αρχικά: Το πανηγύρι άρχισε να εξελίσσεται σε αφορμή για επανένωση των ντόπιων με τους απόδημους, που επέστρεφαν στον τόπο τους για να δουν τους δικούς τους, να γευτούν παραδοσιακά φαγητά και να διασκεδάσουν.

 

Στη σημερινή μορφή τους, αποτελούν πόλο έλξης για χιλιάδες επισκέπτες από πολλά διαφορετικά μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού, ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Σε ανοιχτούς χώρους, στήνονται μεγάλα τραπέζια, ποτά και φαγητά προσφέρονται σε αφθονία και ο κόσμος χορεύει μέχρι το πρωί στους ρυθμούς που παίζουν δεξιοτέχνες οργανοπαίχτες.

 

Σε πολλά μέρη, άρχισαν να διοργανώνονται από πολιτιστικούς συλλόγους ή εθελοντές, σε αντίθεση με τότε που ήταν ευθύνη της ενορίας ή της κοινότητας. Όπου η γιορτή εκτυλίσσεται στα προαύλια των εκκλησιών, ξεκινά αμέσως μετά τη λειτουργία και ολοκληρώνεται αργά το μεσημέρι ή το απόγευμα. Εξαίρεση αποτελούν απομακρυσμένα ξωκλήσια, όπου ο κόσμος μεταφέρει φαγητά και το γλέντι κρατά ως και τρεις μέρες.

 

Τα 20 πανηγύρια του καλοκαιριού

 

Αλόννησος

Στο νησί των Σποράδων τον Δεκαπενταύγουστο αναβιώνει ο παραδοσιακός γάμος που «παντρεύει» παραδοσιακά έθιμα με το γλέντι. Κουμπάρος και γαμπρός φτάνουν στο σπίτι της νύφης όπου η πόρτα είναι κλειστή και το «ναι» απαιτεί… τάξιμο στην πεθερά.

 

Μόλις γίνει αυτό, η νύφη φορά την παραδοσιακή «μόρκα» –το νυφικό–, και ξεκινάει μαζί με τον γαμπρό και τον κουμπάρο για την εκκλησία. Ακολουθούν συγγενείς και καλεσμένοι (ρόλο που αναλαμβάνουν οι παρευρισκόμενοι στο νησί) υπό τον ήχου βιολιού, λαούτου και κλαρίνου. Μετά τον γάμο, οι καλεσμένοι γεύονται γίδα κοκκινιστή με μακαρόνια, κρασί που ρέει άφθονο και τοπικά χειροποίητα γλυκά.

 

Αμοργός

Ένα μαγευτικό θέαμα έχουν την τύχη να απολαύσουν όσοι βρεθούν τον Δεκαπενταύγουστο στα Κατάπολα της Αμοργού. Μετά τη Λειτουργία ακολουθεί η περιφορά της εικόνας της Παναγιάς Καταπολιανής την οποία συνοδεύουν τα καΐκια από τη θάλασσα σφυρίζοντας, ενώ οι καπετάνιοι ρίχνουν καπνογόνα.

 

Το βράδυ, στην Παναγιά την Επανωχωριανή προσφέρονται αμοργιανά ρακόμελα και οι ντόπιες σπεσιαλιτέ πατατάτο και ξιδάτο. Πολύ ξεχωριστό είναι και το πανηγύρι του Χριστού στις 6 Αυγούστου. Στην κεντρική πλατεία –Λόζα στην ντοπιολαλιά– όπου προσφέρεται δωρεάν αθερίνα, μπακαλιάρος και σαλάτες, ενώ ντόπιοι μουσικοί παίζουν βιολί και λαούτο για να σύρει ο κόσμος το χορό.

 

Αστυπάλαια

Η Αστυπάλαια γιορτάζει τη Μεγαλόχαρη τον Δεκαπενταύγουστο με τριήμερο πανηγύρι στην Παναγία την Πορταΐτισσα που χρονολογείται στο 1762. Η εικόνα είναι αντίγραφο αυτής στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Το γλέντι ξεκινά την παραμονή μετά τον Εσπερινό στο προαύλιο της εκκλησίας, με βιολιά, λαούτα, τραγούδια και χορούς από ντόπιους με παραδοσιακές ενδυμασίες.

 

Ανήμερα, στον περίβολο της εκκλησίας στήνεται το Τραπέζι της Αγάπης, όπου οι γυναίκες του νησιού έχουν μαγειρέψει και προσφέρουν σε όλο τον κόσμο παραδοσιακά φαγητά, όπως αρνί γεμιστό, γνωστό ως «Λαμπριανό» και ακολουθεί χορός και μουσικές μέχρι το πρωί.

 

Θάσος

Ο Δεκαπενταύγουστος στη Θάσο, γνωστός και ως Πάσχα του καλοκαιριού, γιορτάζεται στον Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Ραχώνι, στη Μονή της «Παναγούδας» στις Μαριές και στα χωριά Ποτός και Παναγία. Από το πρωί, έξω από τους ναούς στήνονται μεγάλα καζάνια όπου ετοιμάζεται κοκκινιστό κρέας με κριθαράκι, το κλουμπάνι ή κουρμπάνι.

 

Μετά τη Λειτουργία, οι πιστοί συγκεντρώνονται στον προαύλιο κάθε ναού, το φαγητό μοιράζεται δωρεάν και ο κόσμος γευματίζει σε ατμόσφαιρα γιορτής. Παλιότερα, στα πανηγύρια που κρατούσαν 2-3 μέρες ανάμεσα στο κρασί, το τσίπουρο και στον χορό γίνονταν τα οικονομικά αλισβερίσια, οι γνωριμίες και τα προξενιά.

 

Ικαρία

Ενταγμένο στο Εθνικό Ευρετήριο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας, το ικαριώτικο πανηγύρι αποτελεί πόλο έλξης για επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Από τα 80 πανηγύρια που διοργανώνονται, το πιο δημοφιλές και το μεγαλύτερο του Αιγαίου είναι αυτό της Λαγκάδας τον Δεκαπενταύγουστο, γνωστό ως «της Παναγιάς της Ρέιβερ».

 

Ο κόσμος απολαμβάνει παραδοσιακό φαγητό, πίνει κόκκινο καριώτικο κρασί και χορεύει Ικαριώτικο συρτό σε ένα μοναδικό σκηνικό κάτω από τα άστρα. Ξεχωριστό θεωρείται και το πανηγύρι στο Γιαλισκάρι, δίπλα στη θάλασσα. Επίσης, στη γιορτή του Αγίου Αλεξάνδρου στις 30 Αυγούστου, ο κόσμος συρρέει στο χωριό «Κουνιάδοι» για το ομώνυμο πανηγύρι.

 

Κάλυμνος

Τα πανηγύρια δεν θα μπορούσαν να λείπουν από το νησί των σφουγγαράδων, όπου ο Δεκαπενταύγουστος γιορτάζεται με κατάνυξη στις εκκλησιές και ολονύκτιο παραδοσιακό γλέντι με φαγοπότι και χορό. Πλήθος πιστών συρρέει στο καστρομονάστηρο της Παναγίας της Κυραψηλής στο Βαθύ και στην Παναγιά της Ψερίμου.

 

Το βράδυ της παραμονής, μετά τον Εσπερινό, προσφέρονται ρεβίθια φούρνου και ξεκινά το γλέντι υπό τους ήχους τσαμπούνας, βιολιού και λαούτου. Λουκούμι και ρακή προσφέρονται μετά τον Εσπερινό στην Παναγία Τσικούων.

 

Κάρπαθος

Πιστοί στα ήθη και στα έθιμα των προγόνων τους, οι Καρπάθιοι τιμούν στα πανηγύρια τους προστάτες Αγίους των χωριών τους, με λαούτα, λύρες, τσαμπούνες, μαντινάδες, χορούς και παραδοσιακά εδέσματα. Από τα πιο γνωστά πανηγύρια είναι του Δεκαπενταύγουστου που πραγματοποιούνται σε όλο νησί, αλλά ξεχωρίζουν στο Απέρι, στο Διαφάνι, στις Μενετές και στην Όλυμπο.

 

Εκεί γίνεται και το πανηγύρι του Άι-Γιάννη στη Βρουκούντα (29/8). Οι γυναίκες φορούν εξαιρετικής τέχνης πολύχρωμες παραδοσιακές ενδυμασίες, το φαγητό προσφέρεται δωρεάν κι ακολουθεί γλέντι μέχρι πρωίας.

 

Κάτω Κουφονήσι

Τον Δεκαπενταύγουστο το ακατοίκητο νησί γίνεται σημείο συνάντησης και χαράς. Το πρωί, τα καΐκια από το Πάνω Κουφονήσι μεταφέρουν δωρεάν όσους το επιθυμούν στο Κάτω Κουφονήσι. Μετά τη Λειτουργία στο εκκλησάκι της Παναγίας, όπου τιμάται κάθε χρόνο η Κοίμηση της Θεοτόκου, προσφέρεται τηγανητό ψάρι από τους ψαράδες αλλά και τοπικά εδέσματα που συνοδεύουν τις αρτοκλασίες. Την επιστροφή στο Πάνω Κουφονήσι ακολουθούν κεράσματα με το γλέντι να συνεχίζεται υπό τους ήχους βιολιών.

 

Κάσος

Το πανηγύρι της Πέρα Παναγιάς τον Δεκαπενταύγουστο αποτελεί σημείο συνάντησης των αποδήμων στο παλιό χωριό Παναγία, με τους ονομαστούς καραβομαραγκούς και καπεταναίους. Μετά τη Λειτουργία και το προσκύνημα της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας, αρχίζει ο χορός υπό τους ήχους της λύρας και του λαούτου, με τους Κασιώτες να σκαρώνουν μαντινάδες και τον κόσμο να απολαμβάνει κασιώτικα ντολμαδάκια, κόκκινο πιλάφι, κρέας κοκκινιστό και πατάτες τηγανητές.

 

Λίγες μέρες πριν, μια μικρή ομάδα ντόπιων πηγαίνουν πόρτα-πόρτα για να συγκεντρώσουν χρήματα και διάφορα χρήσιμα υλικά για το κασιώτικο πιάτο του πανηγυριού. Μετά τον Εσπερινό, όλοι βοηθούν στην προετοιμασία του φαγητού, ενώ οι γυναίκες συγκεντρώνονται στον αυλόγυρο για το τύλιγμα των ντολμάδων.

 

Κέρκυρα

Οι Κερκυραίοι διακρίνονται από βαθύτατο θρησκευτικό συναίσθημα και οι σημαντικότερες γιορτές τους συνδέονται με τον Χριστό, την Παναγία, το Άγιο Πνεύμα και τον προστάτη του νησιού Άγιο Σπυρίδωνα. Τα πανηγύρια ξεκινούν στις 6 Αυγούστου οπότε τιμάται η Μεταμόρφωση του Σωτήρα στο Ποντικονήσι, στο Περιβόλι, στον Στρινύλα, στο Παλαιοχώρι, στους Αγίους Δέκα και στον Άγιο Ματθαίο.

 

Τον Δεκαπενταύγουστο στις Καρουσάδες, στις Περουλάδες και στον Σταυρό του Δήμου Αχιλλείων, οι επισκέπτες συρρέουν για το πανηγύρι με τα καλύτερα ψητά του νησιού, όπου ο χορός υπό τον ήχο βιολιών καλά κρατεί, ενώ άφθονος άρτος προσφέρεται από τις εκκλησίες. Ξεχωριστό πανηγύρι προς τιμήν της Θεοτόκου διοργανώνεται στον Ιερό Ναό Πλατυτέρας.

 

Λέσβος

Πιο γνωστά πανηγύρια αυτά της Παναγίας στην Αγιάσο και στην Πέτρα τον Δεκαπενταύγουστο. Μετά την περιφορά της εικόνας, το γλέντι στήνεται στην πλατεία του χωριού, με προσφορά φαγητού και ποτού και πλούσιο μουσικό ρεπερτόριο που περιλαμβάνει από ζεϊμπέκικα, καρσιλαμάδες, συρτούς και μπάλους μέχρι πιο μοντέρνα ακούσματα.

 

Χαρακτηριστικό έδεσμα της βραδιάς αποτελεί το κισκέκι, βραστό κρέας με σιτάρι. Ξακουστή είναι στις 6 και 7 Αυγούστου η Γιορτή της Σαρδέλας στη Σκάλα Καλλονής, με παραδοσιακά όργανα και δρώμενα, ψήσιμο σαρδέλας και ούζο. Ιδιαίτερο στοιχείο των πανηγυριών είναι τα στολισμένα με πλουμιά και χαϊμαλιά άλογα που συνοδεύουν την περιφορά της εικόνας.

 

Νάξος

Κάθε χωριό πανηγυρίζει τον προστάτη Άγιό του και μετά τις λατρευτικές εκδηλώσεις ακολουθεί γλέντι μέχρι το ξημέρωμα, με νησιώτικα τραγούδια, χορούς και φαγοπότι. Το πανηγύρι στήνεται στην «πλάτσα» (πλατεία) του χωριού και στις γύρω ταβέρνες.

 

Τα πανηγύρια του Δεκαπενταύγουστου κυριαρχούν και τα μοναστήρια της Φανερωμένης και της Αγιάς έχουν την τιμητική τους. Σε Απείρανθο, Γαλήνη, Εγγαρές, στήνονται μεγάλες γιορτές. Στο Φιλώτι το γλέντι κρατά τρεις ημέρες με παραδοσιακούς χορούς –συρτός, μπάλος, βλάχα– υπό τους ήχους βιολιού, λαούτου και τσαμπούνας, πάντα συνοδεία μεζέδων και ντόπιου κρασιού.

 

Νίσυρος

Ξεχωριστό το εννιάμερο πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο στη Μονή της Παναγίας Σπηλιανής. Από τις 6 Αυγούστου, έρχονται από τα γύρω νησιά οι λεγόμενες εννιαμερίτισες που διαμένουν στη μονή, ψάλλουν το μοιρολόι της Παναγίας και παραμονή του πανηγυριού ετοιμάζουν το κόλλυβο που θα μοιραστεί την επομένη. Μετά τον Εσπερινό στους προσκυνητές προσφέρονται ρεβύθια.

 

Την επομένη μετά τη λιτανεία ξεκινάει το πανηγύρι με άφθονο κρασί, μουσική και τον χαρακτηριστικό χορό της «κούππας». Εκεί ένας άνδρας τιμά μια φίλη ή συγγενή οδηγώντας την στην κεφαλή του χορού και δίνοντάς της την «κούππα» όπου ρίχνει χρήματα, μέχρι να οδηγηθεί άλλη στο μπροστάρι. Τα έσοδα προορίζονται για ενίσχυση των οικονομικών των εκκλησιών και Μονών του νησιού.

 

Πάρος

Ο Δεκαπενταύγουστος στην Πάρο είναι συνδεδεμένος με την Παναγία Εκατονταπυλιανή. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνεται στην Παροικιά για να προσκυνήσει την εικόνα της Μεγαλόχαρης. Το βράδυ, μετά την περιφορά του επιταφίου της Παναγίας, ακολουθεί πανηγυριώτικο γλέντι με κρασί, μεζέδες, παραδοσιακή μουσική και χορούς στην παραλία της Παροικιάς.

 

Στη Νάουσα, τα φωταγωγημένα καΐκια στο λιμάνι και τα βεγγαλικά που σκάνε στον ουρανό συνθέτουν ένα μαγευτικό σκηνικό. Αξίζει να μείνετε στο νησί μέχρι τις 23 Αυγούστου για το πανηγύρι των Πειρατών. Θα απολαύσετε μια αναπαράσταση της επιδρομής του Μπαρμπαρόσα το 1537, με ντόπιους ως πειρατές να κλέβουν γυναίκες Ναουσαίων και να δίδεται μάχη για να τις πάρουν πίσω.

 

Πάτμος

Τον Δεκαπενταύγουστο μετά τον Εσπερινό στήνεται το φημισμένο πανηγύρι της Παναγιάς του Γερανού. Από τον Εσπερινό και μετά, πλήθος κόσμου συρρέει στο σημαιοστολισμένο ξωκκλήσι στην κορυφή του λόφου, με τη μαγευτική θέα. Τα τοπικά εδέσματα κάνουν την εμφάνισή τους και η ζωντανή μουσική από ντόπιους οργανοπαίκτες δίνει τον ρυθμό.

 

Την ίδια μέρα γιορτάζει η εκκλησία της Παναγίας στην πλατεία του Πάνω Κάμπου όπου γίνεται ολονύχτιο πανηγύρι. Στο «νησί της Αποκάλυψης» όπου ο Ευαγγελιστής Ιωάννης συνέγραψε το ομώνυμο έργο, δεν θα μπορούσε να μην τηρείται το έθιμο της περιφοράς του χρυσοποίκιλτου επιταφίου της Παναγίας, με τις καμπάνες του μοναστηριού και των άλλων εκκλησιών να ηχούν ασταμάτητα.

 

Σέριφος

Το πιο ξακουστό πανηγύρι είναι της «Ξυλοπαναγιάς» στη μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου τον Δεκαπενταύγουστο, που πραγματοποιείται επί τρεις ημέρες γύρω από τη γέρικη ελιά της πλατείας στο χωριό Παναγιά. Πήρε το όνομά του από τις ξύλινες ράβδους που χρησιμοποιούσαν οι άνδρες στους «τσακωμούς» μεταξύ τους για την κατάκτηση της ομορφότερης γυναίκας.

 

Παλιά, το πρώτο ζευγάρι που θα χόρευε γύρω από την ελιά θα παντρευόταν τον ίδιο χρόνο. Μετά τη Λειτουργία ξεκινάει το γλέντι που θα συνεχιστεί για δύο ακόμα μέρες. Ντόπιοι και επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν φάβα με ελιές, ντομάτες και κρεμμύδι, κοφτό μακαρονάκι με κατσίκι κοκκινιστό, τουρλού, πατάτες κυδωνάτες με βραστό κατσίκι και, φυσικά, σερφιώτικο κρασί.

 

Σίκινος

Αγαπημένος καλοκαιρινός προορισμός για τους λάτρεις των πανηγυριών. Στις 15 Αυγούστου γίνεται πανηγύρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Επισκοπή, με τοπικά εδέσματα, χορούς και τραγούδια από παραδοσιακά συγκροτήματα. Στην Αλοπρόνοια, από το τέλος Αυγούστου έως τα Χριστούγεννα, τα βράδια που βγαίνουν οι βάρκες για να ψαρέψουν καλαμάρια με το «καυτερό» στήνονται τρικούβερτα γλέντια.

 

Η παραμονή της Κοίμησης της Θεοτόκου περιλαμβάνει αρτοκλασία και Λειτουργία στον Ι.Ν. της Παντάνασσας, ενώ ανήμερα λιτανεύεται η εικόνα. Κυρίαρχο έθιμο του νησιού, ο «πανηγυράς», η οικογένεια του οποίου φιλοξενεί στο σπίτι της την εικόνα όλη τη χρονιά, περιποιείται την αντίστοιχη εκκλησία και φτιάχνει το μελωμένο παστέλι που προσφέρεται στη γιορτή.

 

Σίφνος

Οι κάτοικοι της Σίφνου διοργανώνουν πανηγύρια σε ξωκκλήσια και μοναστήρια όλο τον χρόνο. Στα περισσότερα προσφέρονται ρεβυθάδα και κοκκινιστό κρέας με μακαρόνια – μαγειρεμένα σε φωτιά με ξύλα -, ενώ το κρασί ρέει άφθονο. Αν βρεθείτε στο νησί, αξίξει να πάτε στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία του Αψηλού στις 19 Ιουλίου.

 

Μετά τον Εσπερινό, το γλέντι ξεκινάει υπό τους ήχους βιολιού και λαούτου (στην ντοπιολαλιά το δίδυμο των μουσικών λέγεται τακίμι), ενώ οι συμμετέχοντες επιδίδονται σε τραγούδι, χορό και αυτοσχέδιες ρίμες. Κυρίαρχο εθιμικό στοιχείο, όπως και στη Σίκινο, ο «πανηγυράς». Αυτό γιατί στο παρελθόν πολλές εκκλησίες ανήκαν σε ιδιώτες που έπαιρναν την εικόνα σπίτι τους για να τη φροντίζουν καλύτερα.

 

Σύρος

Το πανηγύρι του Αγίου Κυριάκου (Τσίρικου) στο χωριό Δανακός στις 8 Αυγούστου «παντρεύει» τα θρησκευτικά έθιμα με τις τοπικές παραδόσεις και αποτελεί πόλο έλξης για ντόπιους και επισκέπτες. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας προσφέρονται μαστίχα, λουκούμι και καρπούζι, όπως ορίζει το έθιμο. Στη συνέχεια, έξω από το φωταγωγημένο γραφικό ξωκκλήσι στήνεται παραδοσιακό γλέντι, με ζωντανή ορχήστρα, τραγούδι και χορό.

 

Επίσης την τρίτη Παρασκευή του Αυγούστου διοργανώνεται στην παραλία του Φοίνικα η φημισμένη βραδιά της «Κακαβιάς», όπου στήνεται τρικούβερτο γλέντι. Εντυπωσιακή και η περιφορά διά θαλάσσης της εικόνας της Παναγιάς Θαλασσινής στον κόλπο του Μέγα Γιαλού στις 22 Αυγούστου.

 

Τήνος

Τα πανηγύρια είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των ντόπιων. Σε όλες τους ναούς τελούνται μεγαλοπρεπείς Λειτουργίες κατά τον εορτασμό του τιμώμενου Αγίου και, στη συνέχεια, στον προαύλιο χώρο προσφέρονται ρεβίθια, καπνιστές σαρδέλες, ντολμάδες κ.ά.

 

Το πανηγύρι ολοκληρώνεται στην κεντρική πλατεία του χωριού με μπάλο και συρτό υπό τους ήχους βιολιών και άλλων παραδοσιακών μουσικών οργάνων, με τον τραγουδιστή να επιδίδεται σε αυτοσχέδια δίστιχα.

 

Τα Αυγουστιάτικα πανηγύρια είναι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα στο Πριάστρο και στη Καρυά στις 6/8, η Κοίμηση της Θεοτόκου στη Χώρα και στο Βρυσί τον Δεκαπενταύγουστο και τα υπόλοιπα μοιράζονται μεταξύ 18 και 29/8 σε Αγάπη, Πύργο, Τσικνιά και Κώμη.

 

Πηγή: in.gr

 

Το Γαλάτσι και η ιστορία του

Το Γαλάτσι και η ιστορία του

 



Το Γαλάτσι είναι ένας από τους παλαιότερους και πιο πυκνοκατοικημένους δήμους της βόρειας Αθήνας, με ιστορία που εκτείνεται από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή.

 

Η περιοχή ανήκε στον αρχαίο δήμο των Βατήων, κοντά στην αρχαία Αθήνα. Έχουν βρεθεί αρχαιολογικά ίχνη (τάφοι, όστρακα) που μαρτυρούν κατοίκηση ήδη από την κλασική εποχή. Η θέση της περιοχής ήταν αγροτική και εξυπηρετούσε κυρίως καλλιέργειες.

 

Κατά τη μεσαιωνική περίοδο, το Γαλάτσι παρέμεινε αραιοκατοικημένο. Υπήρχαν μικροί αγροτικοί οικισμοί, βοσκοτόπια και καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Η περιοχή δεν αναπτύχθηκε αστικά, αλλά λειτουργούσε ως «ύπαιθρος» της Αθήνας.

 

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η περιοχή άρχισε να κατοικείται σταδιακά.


Η ονομασία Γαλάτσι πιθανότατα προέρχεται είτε από αρβανίτικη λέξη σχετική με το γάλα/κτηνοτροφία, είτε από οικογένεια ή τοπωνύμιο της περιοχής.

 

Η περιοχή σημείωσε ραγδαία ανάπτυξη κατά τον 20ό αιώνα. Τη δεκαετία 1920-1930 πολλοί πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία εγκαταστάθηκαν στις γειτονιές της. Μετά τον πόλεμο, υπήρξε έντονη ανοικοδόμηση, εσωτερική μετανάστευση και δημιουργία πολυκατοικιών. Το 1964 το Γαλάτσι αναγνωρίζεται επίσημα ως δήμος.

Η πόλη αποκτά πλήρη αστικό χαρακτήρα, με σχολεία, αγορές και δημόσιες υπηρεσίες.

 

Σήμερα το Γαλάτσι είναι μια πυκνοκατοικημένη περιοχή, έχει σημαντικούς πνεύμονες πρασίνου όπως ο Λόφος Βεΐκου και αθλητικές και πολιτιστικές υποδομές. Αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας, με έντονη τοπική ταυτότητα.

 

Η ανάπτυξη του Γαλατσίου από μικρό χωριό σε αστικό δήμο έχει δημιουργήσει και καθιερώσει ξεχωριστές παλιές γειτονιές με ιστορική σημασία και παραδοσιακά ονόματα, πολλά από τα οποία δείχνουν την προέλευση και την εργασία των πρώτων κατοίκων.

 

1. Ναξιώτικα

Μία από τις πρώτες συνοικίες που σχηματίστηκαν γύρω από τη λεωφόρο Γαλατσίου κοντά στην πλατεία Λιναρά. Πήρε το όνομα γιατί πολλοί από τους κατοίκους ήταν από τη νήσο Νάξο και εγκαταστάθηκαν εκεί. Αποτελούσε τον πυρήνα πρώιμης αστικής ανάπτυξης από τα τέλη 19ου – αρχές 20ού αιώνα.

 

2. Κρητικά

Γειτονιά με ισχυρό το στοιχείο των Κρητικών εργατών που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Συνδέεται με την λειτουργία των καμινιών και των λατομείων στα γύρω υψώματα. Το όνομα δείχνει άμεσα την καταγωγή των πρώτων κατοίκων.

 

3. Λαμπρινή

Αναπτύχθηκε στις πλαγιές του λόφου Κατακουζηνού και είναι από τις παλαιότερες συνοικίες. Το όνομα προέρχεται είτε από την Λαμπρινή, ψυχοκόρη του Λάμπρου Βέικου, είτε από τον ίδιο τον μεγαλοκτηματία της περιοχής και ιδιοκτήτη μεγάλων εκτάσεων. Εδώ βρίσκεται και ο ναός της Αγίας Ειρήνης και η συνοικία περιείχε τα πρώτα σπίτια εκτός των ισχυρών δρόμων.

 

4. Καραγιαννέικα

Ονομάστηκε από την οικογένεια Καραγιάννη, που κατείχε εκτεταμένα οικόπεδα στην περιοχή. Η συνοικία περιλάμβανε σπίτια, αγροτικές εκτάσεις και δρόμους που αργότερα ενσωματώθηκαν στον αστικό ιστό. Πρόκειται για παραδοσιακή συνοικία με σημαντική ιστορική «βαριά» παρουσία στον πληθυσμό που είχε ήδη από νωρίς μικτές κοινότητες κατοίκων.

 

5. Μενιδιάτικα

Οφείλει το όνομά της στους κατοίκους της που είχαν μεταναστεύσει από το Μενίδι (σημερινό Αιγάλεω/Όμορφος). Ήταν κυρίως βοσκοί και γεωργοί, που εγκαταστάθηκαν στις πλαγιές των Τουρκοβουνίων και βοήθησαν στην ανάπτυξη της περιοχής σε πρώιμο στάδιο. Η συνοικία αυτή εξελίχθηκε αργότερα σε πυκνοκατοικημένο τμήμα της πόλης.

 

6. Ακτημόνων

Αυτή η συνοικία πήρε το όνομά της από τον Συνεταιρισμό Ακτημόνων Αθηνών (1932), ο οποίος έλαβε άδεια για να χτίσει στην περιοχή. Ήταν από τα πρώτα οργανωμένα σχέδια κατοικίας στο Γαλάτσι, πριν την ευρεία αστικοποίηση.

 

Οι παλιές συνοικίες του Γαλατσίου έχουν ονόματα που δείχνουν την καταγωγή των κατοίκων (π.χ. Κρητικά, Ναξιώτικα, Μενιδιάτικα), την ιδιοκτησία εδαφών (Καραγιαννέικα), ή την επαγγελματική ταυτότητα των πρώτων κοινοτήτων (οργανωμένοι αγρότες / ακτημόνες).

 

Το Γαλάτσι διαθέτει πλούσια παράδοση οδωνυμικών (ονόματα δρόμων και πλατειών), που πολλές φορές αντανακλούν την ιστορία, τα τοπωνύμια και την τοπική μνήμη της πόλης. Υπάρχουν καταγεγραμμένα ιστορικά στοιχεία για τα ονόματα, τις παλαιές ονομασίες που χάθηκαν ή άλλαξαν, καθώς και πληροφορίες για το πώς προέκυψαν τα σύγχρονα ονόματα.

 

Τα παρακάτω είναι μερικά ενδεικτικά παραδείγματα οδωνυμικών και των ιστορικών λόγων που βρίσκονται πίσω από τα ονόματα:

 

Οδός Άγιοι Ανάργυροι
Το όνομα αναφέρεται στους χριστιανούς αγίους που δεν δεχόντουσαν πληρωμή για τις υπηρεσίες τους (του Αγίου Κοσμά και Δαμιανού κ.ά.). Το παλιότερο τμήμα του δρόμου στο Γαλάτσι λεγόταν Διηάνειρας, από μυθική σύζυγο του Ηρακλή.

 

Οδός Αγίας Ειρήνης
Πήρε το όνομά της από την ομώνυμη εκκλησία της Αγίας Ειρήνης που υπάρχει στην περιοχή. Παλαιότερα λεγόταν Πανουργιά προς τιμήν του κλέφτη και φιλικού Δημήτρη Πανουργιά.

 

Οδός Ακτημόνων
Ο δρόμος ονομάστηκε από την περιοχή Ακτημόνων στο Γαλάτσι, που ιδρύθηκε από τον ομώνυμο αγροτικό συνεταιρισμό των πρώτων οικιστών. Παλαιότερα τμήμα του δρόμου λεγόταν Καρούσου από το όνομα ενός κτηματία της περιοχής.

 

Οδός Αλαμάνα
Ονομάστηκε από τον ομώνυμο ποταμό στην Ελλάδα και με ιστορικές αναφορές στη μάχη της Αλαμάνας το 1821. Παλαιότερα η οδός Πλυτά λεγόταν Ομφάλης.

 

Οδός Πολύβιου
Πολλές οδοί στο Γαλάτσι είναι αφιερωμένες σε ιστορικές προσωπικότητες όπως ο Πολύβιος, αρχαίος ιστοριογράφος της Αχαϊκής Συμπολιτείας.

 

Ο Δήμος Γαλατσίου διατηρεί αρχείο με παλιές ονομασίες οδών και πλατειών που είτε χάθηκαν είτε άλλαξαν με το πέρασμα του χρόνου (π.χ. προ ή πριν οριστικοποιηθούν επίσημα), καθώς και το μετονομαστικό έργο των τελευταίων δεκαετιών.

Αυτό το αρχείο περιλαμβάνει παλαιά ονόματα που καταργήθηκαν, οδούς που ήταν έως τότε ανώνυμες και πήραν σύγχρονη ονομασία, πλατείες με νέες ή ιστορικές ονομασίες και σύντομες ιστορικές αιτιολογίες πίσω από κάθε όνομα.

 

Τα τοπωνύμια και οι ονομασίες δρόμων στο Γαλάτσι συνδέονται με εκκλησίες, αγίους, ιστορικές μάχες και ήρωες (π.χ. Άγιοι Ανάργυροι, Αγία Ειρήνη), αντικατοπτρίζουν τοπικά ιστορικά γεγονότα και δραστηριότητες (π.χ. Ακτημόνων, Αλαμάνα), τιμούν ιστορικές μορφές, συγγραφείς και προσωπικότητες (π.χ. Πολύβιος), αντανακλούν τις παλιές ονομασίες της περιοχής και την πολιτιστική μνήμη που έχει μείνει στη συλλογική συνείδηση των κατοίκων.

 

Πριν γίνει πυκνοδομημένη πόλη, το Γαλάτσι ήταν λόφοι, ρέματα, χωράφια και βοσκοτόπια. Πολλά ονόματα δρόμων και γειτονιών γεννήθηκαν απευθείας από το φυσικό τοπίο — και μετά «κλείδωσαν» στη μνήμη, ακόμα κι όταν το τοπίο άλλαξε.

 

1. Λόφοι → ονόματα περιοχών & δρόμων

  • Λόφος Βεΐκου
    Πήρε το όνομά του από τον μεγαλοκτηματία Βέικο. Οι γύρω δρόμοι έχουν ανηφορική χάραξη, κάτι που εξηγεί γιατί παλιά ήταν χωματόδρομοι και όχι κεντρικές αρτηρίες.
  • Περιοχές με ονόματα που σχετίζονται με ύψωμα (π.χ. «πάνω», «πλαγιά») δείχνουν παλιές στάνες ή αγροτόδρομους.

Οι λόφοι καθόριζαν πού «σκαρφάλωνε» η πόλη και πού όχι.

 

 

2. Ρέματα → όρια γειτονιών & δρόμοι με καμπύλες

Υπήρχαν φυσικά ρέματα (παρακλάδια του Ποδονίφτη) που χώριζαν συνοικίες  και δημιουργούσαν φυσικά σύνορα ιδιοκτησιών.

    Οι δρόμοι που σήμερα «στρίβουν περίεργα» ακολουθούν συχνά παλιές κοίτες    νερού. Με την κάλυψη των ρεμάτων, τα ονόματα έμειναν, αλλά το νερό ξαφανίστηκε. Η άναρχη ρυμοτομία είναι συχνά… γεωγραφία σε μετάφραση.

 

3. Χωράφια & βοσκοτόπια → ονομασίες συνοικιών

  • Ακτημόνων: επίπεδη γη, εύκολη για μοίρασμα σε οικόπεδα.
  • Μενιδιάτικα / Ναξιώτικα: περιοχές χαμηλής αξίας αρχικά, κοντά σε χωράφια και στάνες.
  • Οι πρώτοι κάτοικοι εγκαθίσταντο εκεί που το έδαφος “επέτρεπε” φτωχή αλλά σταθερή κατοίκηση.

Το έδαφος καθόριζε ποιος μπορούσε να μείνει και πού.

 

 

4. Φυσικά περάσματα → βασικοί δρόμοι

Η σημερινή Λεωφόρος Γαλατσίου ακολουθεί φυσικό διάδρομο ανάμεσα σε υψώματα. Παλιότερα ήταν αγροτικός δρόμος σύνδεσης με την Αθήνα. Γι’ αυτό έγινε κεντρικός άξονας και όχι κάποιος άλλος δρόμος. Οι μεγάλες λεωφόροι δεν είναι τυχαίες — είναι τα παλιά «μονοπάτια».

 

5. Λατομεία & χώμα → οικοδομική έκρηξη

Τα Τουρκοβούνια και τα υψώματα του Γαλατσίου είχαν πέτρα και χώμα για χτίσιμο. Γύρω από παλιά λατομεία εγκαταστάθηκαν εργάτες και δημιουργήθηκαν συνοικίες με εργατικό χαρακτήρα. Τα τοπωνύμια διασώζουν αυτή τη σχέση δουλειάς–εδάφους.

 

Με μία φράση, το Γαλάτσι χτίστηκε “πάνω” στη γεωγραφία του — και τα ονόματα είναι τα ίχνη της.

 

Πηγή: ΑΙ

Βάρκα μου μπογιατισμένη - Πάτμος Δωδεκανήσου

Βάρκα μου μπογιατισμένη - Πάτμος Δωδεκανήσου

 


Τραγούδι σε δίστιχα για τους ναυτικούς και τη θάλασσα, από τη νήσο Πάτμο. Σε γενικές γραμμές τα στιχάκια ήταν αυτοσχεδιαστικά, δηλ. συνταίριαζαν στίχους πάνω στην συγκεκριμένη μελωδία (όπως συνέβαινε κατά κόρον στα Δωδεκάνησα με τις τοπικές μελωδίες). Πάντα υπήρχαν, ωστόσο, κάποιες διαδεδομένες και αγαπημένες στιχουργικές φόρμες και γι' αυτό με τα ίδια περίπου στιχάκια, το τραγούδι απαντάται και στη γειτονική Κάλυμνο.

Στη Σύμη, επιπροσθέτως, το τραγούδι απαντάται ως «Ν' ήλιε κι αντινήλιε μου». Μελωδία αγαπητή σε αρκετά νησιά της Δωδεκανήσου.

 

ΔΙΣΚΟΣ: Βαγγέλης Κονιτόπουλος – Τα Δωδεκανησιώτικα

 

ΜΟΥΣΙΚΟΙ:

Τραγούδι: Βαγγέλης Κονιτόπουλος

Συμμετέχουν οι: Αννα Καραμπεσίνη, Εφη Σαρρή, Δημήτρης Βοναπάρτης & Θεολόγος Γρύλλης

 

Ακούστε το τραγούδι:

https://www.youtube.com/watch?v=DWpanKZpdEE

 

 

Οι στίχοι:

Πάλι περνάω το στενό

που να ΄θελε ρημάξει,

που δεν επέρασε κανείς,

να μην αναστενάξει.

 

Βάρκα μου μπογιατισμένη,

στο Μαρμάρι αραγμένη.

 

Ορτσάρω*, πάω, πνίγομαι

στ' απάνω δε γλιτώνω,

μα να το ρίξω στη στεριά

και πάλι μετανιώνω.

 

Βάρκα μου μπογιατισμένη,

στα καπόνια* κρεμασμένη.

 

Πώς να κατέβω στο γιαλό

και πώς να μπω στη βάρκα;

Και πώς ν' αφήσω πίσω μου,

βασιλικό στη γλάστρα;

 

Βάρκα μου μπογιατισμένη,

στο Μαρμάρι αραγμένη.

 

Βάρκα μου μπογιατισμένη,

στο Μαρμάρι αραγμένη.

 

*ορτσάρω = ιστιοπλοώ με πλήρη ανάπτυξη πανιών ή (συνεκδοχικά) ναυσιπλοώ έχοντας τον καιρό (τον υφιστάμενο άνεμο) δευτερόπριμα

 

*καπόνι = μεταλλικός καμπυλόσχημος στρεπτός στύλος που έφεραν παλαιότερα, κατά ζεύγη, τα πλοία, για την ανέλκυση - καθέλκυση λέμβων ή άλλων μικρών φορτίων

 

 

Πηγή: Youtube.com - #greek_folk_music

Φωτογραφία: el.wikipedia.org

 

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Το κουτούκι

Το κουτούκι

 



Το κουτούκι είναι μικρό, λιτό, συνήθως υπόγειο ή απόμερο μαγαζί, όπου σερβίρονται κρασί (συχνά χύμα), απλό φαγητό και λίγοι μεζέδες. Δεν έχει πολυτέλειες, έχει όμως οικειότητα.

 

Στη λαϊκή παράδοση το κουτούκι λειτουργεί ως χώρος συντροφικότητας. Εκεί συναντιούνται εργάτες, τεχνίτες, γείτονες, φίλοι της γειτονιάς. Είναι χώρος ισότητας, όλοι κάθονται στο ίδιο τραπέζι.

 

Στα κουτούκια λέγονται ιστορίες, ακούγονται παροιμίες, γεννιούνται ανέκδοτα, περνά η προφορική μνήμη της κοινότητας.

 

Είναι χώρος μουσικής και έκφρασης. Συνδέεται στενά με το ρεμπέτικο, το λαϊκό τραγούδι, το αυτοσχέδιο τραγούδι και τους μανέδες. Δεν είναι σκηνή· είναι βίωμα.

 

Είναι χώρος «απόδρασης». Το κουτούκι είναι μακριά από την εξουσία, μακριά από την επίσημη κοινωνική ζωή. Στη λαογραφία συμβολίζει το καταφύγιο του απλού ανθρώπου.

 

Στη συλλογική μνήμη, το κουτούκι συμβολίζει τη λιτότητα, την αυθεντικότητα, τη λαϊκή σοφία, την ανάγκη του ανθρώπου να μοιράζεται. Δεν πας στο κουτούκι για να “δειχτείς”, αλλά για να είσαι.

 

Στις παλιές λαογραφικές μαρτυρίες οι λαογράφοι περιγράφουν το κουτούκι ως

«Στέκι των μικρών ανθρώπων», όπως εργάτες, χαμάληδες, τεχνίτες, πρόσφυγες (ιδίως μετά το 1922).

 

Επίσης, χώρο προφορικής μνήμης. Εκεί λέγονταν ιστορίες ζωής. Μεταφέρονταν νέα της γειτονιάς, λύνονταν καβγάδες, γίνονταν συμφιλιώσεις και ήταν χώρος  ανεπίσημης ελευθερίας. Σε εποχές λογοκρισίας ή κοινωνικής πίεσης, το κουτούκι ήταν το μέρος όπου «μπορούσες να μιλήσεις όπως είσαι».

 

Στη λαογραφία, το κουτούκι δεν είναι απλώς ένα ταβερνάκι· είναι κοινωνικός και πολιτισμικός θεσμός της νεότερης ελληνικής ζωής.

 

Η ίδια η λέξη χρησιμοποιείται συχνά μεταφορικά:

Λέμε:

«παλιό κουτούκι» και εννοούμε κάτι αυθεντικό αλλά ξεχασμένο.

Λέμε:

«μαζεύτηκαν στο κουτούκι» και εννοούμε μια κλειστή, οικεία παρέα.

 

Το κουτούκι είναι ο φυσικός χώρος γέννησης και διάδοσης του ρεμπέτικου τραγουδιού. Ο χώρος ήταν μικρός και υπήρχε άμεση επαφή μουσικού και ακροατή. Δεν υπήρχε σκηνή και ήταν όλοι ισότιμοι. Υπήρχε αυθορμητισμός στο τραγούδι. Δεν υπήρχε πρόγραμμα. Τα παιξίματα ήταν αυτοσχέδια με μπουζούκι & μπαγλαμά. Τα τραγούδια μιλούσαν για φτώχεια, ξενιτιά, έρωτα, φυλακή. Συμμετείχαν όλοι με σιγανό τραγούδισμα και χτύπημα στο τραπέζι.

 

Πολλοί ρεμπέτες έπαιξαν ή «δοκιμάστηκαν» σε κουτούκια, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Βασίλης Τσιτσάνης.

 

Το ρεμπέτικο στο κουτούκι δεν ήταν θέαμα, αλλά τρόπος να ειπωθεί ο πόνος και η χαρά της ζωής.

 

Το κουτούκι δεν χάθηκε απότομα· ξεθώριασε σταδιακά, καθώς άλλαξε η κοινωνία που το γέννησε. Στη λαογραφία, η εξαφάνισή του διαβάζεται σαν σύμπτωμα βαθύτερων μεταβολών.

 

Μετά τον πόλεμο, οι γειτονιές μεγάλωσαν, οι άνθρωποι άρχισαν να μετακινούνται μακριά από τον τόπο τους, ο χρόνος έγινε «μετρημένος».  Το κουτούκι χρειαζόταν σταθερούς θαμώνες και αργό ρυθμό· αυτά χάθηκαν.

 

Ο «θαμώνας» έγινε «πελάτης»

Παλιότερα ο θαμώνας «ανήκε» στο κουτούκι. Σταδιακά εμφανίστηκε η έννοια της εξόδου, το μαγαζί έγινε επιχείρηση, μπήκαν μενού, τιμοκατάλογοι, ωράρια. Η σχέση αντικαταστάθηκε από συναλλαγή.

 

Από τη δεκαετία του ’80 και μετά το κουτούκι «ανακαλύφθηκε» ως αυθεντικό, αντιγράφηκε αισθητικά, μπήκε σε οδηγούς και αφιερώματα. Έτσι γεννήθηκε το:

«κουτούκι-σκηνικό» χωρίς την κοινωνική του ρίζα.

 

Το ρεμπέτικο έφυγε από το τραπέζι, μπήκε στο πάλκο, έγινε ακρόαση αντί για συμμετοχή. Η ζωντανή, αυθόρμητη πράξη έγινε παράσταση.

 

Νομοθεσία & έλεγχος

Ήδη από το καθεστώς του Ιωάννης Μεταξά επιβλήθηκαν περιορισμοί σε μουσική και στίχους και ελέγχθηκαν οι χώροι συνάθροισης. Το κουτούκι, ως άτυπος χώρος, δεν ταίριαζε στο νέο πλαίσιο.

 

Η νεότερη κοινωνία προτίμησε άνεση αντί για λιτότητα, εικόνα αντί για ουσία και ατομικότητα αντί για  παρέα. Το κουτούκι δεν «προσαρμόστηκε» — και γι’ αυτό χάθηκε....

 

Το κουτούκι δεν εξαφανίστηκε επειδή ήταν παλιό, αλλά επειδή έπαψε να υπάρχει ο κόσμος που το χρειαζόταν.

Σήμερα επιβιώνει στη μνήμη, στη γλώσσα, σε λίγα αυθεντικά στέκια που λειτουργούν κόντρα στην εποχή.

 

Πηγή: ΑΙ

Ο Ιούλιος στην ελληνική παράδοση

Ο Ιούλιος στην ελληνική παράδοση


Ο έβδομος μήνας του Γρηγοριανού Ημερολογίου, με διάρκεια 31 ημερών. Πήρε το όνομά του από τον Ιούλιο Καίσαρα, δημιουργό του Ιουλιανού Ημερολογίου.

Αρχικά ήταν ο πέμπτος μήνας του Ρωμαϊκού Ημερολογίου, εξού και η ονομασία του Quintilis (Πέμπτος). Με την προσθήκη των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου από τον Νουμά Πομπίλιο, έγινε ο έβδομος μήνας του Ρωμαϊκού Ημερολογίου. Ιούλιος ονομάσθηκε με πρόταση του Μάρκου Αντωνίου, που αποδέχθηκε η Ρωμαϊκή Σύγκλητος μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα.

ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:

ΑλωνάρηςΑλωνάρης, Αλωνιστής, Αλωνητής, Αλωνητής, Αλωνιάτης και Αλωνεύτης, διότι την εποχή αυτή γίνεται το αλώνισμα των δημητριακών.

Οσο διαρκεί ο αλωνισμός, «δεν κάνει να αλωνίζει ολοένα ο ίδιος αλωνιστής.

Εναλλάσσεται με τη γυναίκα του και το παιδί, ενώ αυτός ξεκουράζεται στ’ αμπλήκι, ένα δέντρο που υπάρχει φυτεμένο κοντά στο αλώνι γι’ αυτό το σκοπό.

Οι ξένοι που τύχαινε να περάσουν, έπρεπε να ευχηθούν μόνο: «Ώρα καλή, χίλια μόδια», ή «Χίλια μόδια, και το αγώι χώρια», κι ο αλωνιστής απαντούσε: «Να ‘σαι καλά, Φχαριστούμε».

Μόλις μάζευαν το λειώμα ή μάλαμα (καθαρό σιτάρι) σ’ ένα σωρό, νίβονταν όλοι, και ράντιζαν και το σωρό.

«Δεν έκανε να έρθει η γυναίκα με ρόκα, γνέθοντας, στ’ αλώνι», γιατί «ήταν ξωτικιά και έδιωχνε τον άνεμο, και δεν μπορούσαν να ανεμίσουν, να λιχνίσουν.

Την τελευταία ημέρα και αφού απολούσαν τα βόδια, πρόσεχαν που θα ξυθεί, το μεγαλύτερο στα χρόνια βόδι. Εάν ξυνόταν στο κεφάλι, ο χειμώνας θα ήταν «πρώιμος», στη μέση «βαρυχειμωνιά στο μέσο του χειμώνα» και αν στην ουρά, ο χειμώνας θα ήταν «όψιμος».

Με το νέο αλεύρι έφτιαχναν πρώτα μια λειτουργιά, για να την ευλογήσει ο παπάς. Κι απ’ το πρώτο ζυμάρι, παρασκεύαζαν ένα ιδιαίτερο κομμάτι, το «κλικούδ’», και το άφηναν στη βρύση του χωριού. Εκείνη που πρώτη θα πήγαινε να πάρει νερό και έβρισκε το καινούριο ψωμί, έπρεπε να το μοιράσει στις γυναίκες που θα τύχαινε να πάνε κι αυτές για νερό.

Το αλώνισμα ωστόσο, είναι το βασικό περιεχόμενο και η εμπειρία του μήνα Ιούλη αλλά και οι κίνδυνοι που απειλούν αυτή την εποχή την νέα σοδειά που βρίσκεται πι στο τελευταίο στάδιο της επεξεργασίας της. Μετά το αλώνισμα και το λίχνισμα το σιτάρι είναι πλέον έτοιμο να μετρηθεί και να μπει στις αποθήκες και αποτελεί για κάθε γεωργική οικογένεια την ελπίδα της για επιβίωση.

Την εποχή αυτή όπως μας λένε οι χωρικοί της Αρτοτίνας «σμίγουν τα δύο ψωμιά»: το παλιό με το καινούργιο. Είναι δύσκολη εποχή γιατί σώνεται η παλιά σοδειά και ο γεωργός δεν έχει πεντάρα, είναι «πανί με πανί» όπως λένε. Γι αυτό ο σωρός του φρεσκοαλωνισμένου, φρεσκολιχνισμένου σιταριού είναι για τον γεωργό το πιο πολύτιμο πράγμα και πρέπει να το προφυλάξει από κάθε κακό. Κάθε τόπος έχει τα δικά του έθιμα και τις δοξασίες που συνδέονται με το σωρό του σιταριού και το πρώτο ψωμί που θα ζυμωθεί με το καινούργιο σιτάρι. Στην Θράκη το πρώτο ψωμί το κάνουν κουλούρι και το λένε τζιτζιροκούλουρο, γιατί το προσφέρουν στον τζίτζιρα, ο οποίος συνοδεύει με το τραγούδι του τους θεριστάδες και τους αλωνιστάδες.

Το σωρό του σιταριού, συνήθως, τον σταυρώνουν και μπήγουν στη κορφή του ένα φτυάρι. Ύστερα προχωρούνε στο μέτρημα, παίρνοντας τις προφυλάξεις που χρειάζονται με τελετουργικό τρόπο για να μη τους πιάσει το μάτι.

Στα αλώνια ο γεωργός πλήρωνε τα χρέη του σε είδος. Και πρώτα από όλα πλήρωνε το χρέος του στο κράτος – την δεκάτη – όπως έλεγαν παλιά, δηλαδή το 1/10 της σοδειάς του. Έρχονταν ο δεκατιστής (φοροεισπράκτορας) ο οποίος κρατούσε μια μεγάλη ξύλινη σφραγίδα και σφράγιζε. Από ότι έμενε έπρεπε να βγει το αγροφυλακιάτικο (έξοδα για αγροφύλακα), το παπαδικό, το νεροφοριάτικο (υδρονομείς), το αλωνιάτικο και το γυφτιάτικο (έξοδα γι τα σιδερένια εργαλεία). Ότι περίσσευε από τα ξικέματα (προηγούμενες αφαιρέσεις) ο κακόμοιρος το

κοφίνιαζε (αποθήκευε στα κοφίνια). Αν μάλιστα το σιτάρι ήταν σεμπρικό (αν καλλιεργούσε το χωράφι για λογαριασμό άλλου) και έπρεπε να μοιράσει στα δύο, τότε φανταστείτε τι του έμενε.

· Στα ορεινά της πατρίδας μας συναντάται και με την ονομασία Θεριστής, καθώς λόγω των ψυχρού κλίματος ο θερισμός γίνεται τον Ιούλιο.

Στον Πόντο Ιούλιος ή Χορτοθέρτς. Τι έκαναν οι Πόντιοι τον μήνα αυτό:

Στον Πόντο ο Ιούλιος λεγόταν Χορτοθέρτς, γιατί ήταν ο μήνας του θερισμού των χόρτων έτσι έλεγαν:

«Έρθεν και ο Χορτοθέρτς. Έπαρ’ το καγάν’ (δρεπάνι) σο χερ’ τσ’ (χέρι σου)».

Στην Κερασούντα, Κοτύωρα, Τρίπολη, Χαλδία και Σάντα τον έλεγαν ο Χορτοθέρης, ενώ στηνΤραπεζούντα Χορτοθέρ’ς, αλλά και Χορτοθέρης.

Στα Σούρμενα και στη Ματσούκα λεγόταν (Θερ’νός και στην Κρώμνη και με τα δύο ονόματα.

Θερ’νός μας παραδίδει και ο Φαίδων Κουκουλές ότι λεγότανε στον Πόντο, γράφοντας τα εξής: «Πόσον τούτο είναι ακριβές δεικνύει ότι κατά μεν τους βυζαντινούς χρόνους με τον θερισμόν σχετίζεται ο Ιούλιος, ο εν Πόντω Θερ’νός λεγόμενος».

Το όνομα Χορτοθέρης (Ιούλιος) παράγεται από το ουσιαστικό χόρτον και το ρήμα θερίζω. Από το όνομα αυτού του μήνα έχουμε και τα παράγωγα, το επίθετο χορτοθερέσιν, που σημαίνει αυτό που παράγεται κατά το μήνα Ιούλιο επίσης, το χορτοθέριν, που σημαίνει α) τόπος θερισμού, κατάλληλος για θέρισμα και β) τόπος θερισμένος.

Και όπως συνήθως το καθετί στην πατρίδα μας έδινε αφορμή για τραγούδι και για παροιμιώδεις φράσεις, έτσι έγινε και με τους μήνες, από τα ονόματα των οποίων φαίνεται και το ξεχωριστό χαρακτηριστικό του καθενός σχετικά με τις φυσικές του ενέργειες:

«Ο Μάρτ’ς μαραίν’ τα μάραντα, Απρίλτς τα μανουσάκια, ο Χορτοθέρτς τα χορτάρα κι Αύγουστον παλικάρα».

1) Θέρισμα

Ο Ιούλιος λοιπόν ήταν ο μήνας του θερισμού.

Στον Όφη το λέγανε δροπάν’ και στη Νικόπολη δερπάντιν, ένα μικρό δρεπάνι με μακρουλό χέρι.

Πιο σπάνια χρησιμοποιούσαν την κερεντή, ένα μεγάλο δρεπάνι με λαβή, με την οποία θέριζαν όρθιοι και συνήθως τη χρησιμοποιούσαν για χόρτα ή τριφύλλι.

Το θέρισμα, κατά το πλείστον, γινόταν από γυναίκες και νέες κοπέλες, που με πολλή χαρά και με τραγούδια θέριζαν, χωρισμένες σε ομάδες, από το βράδυ. Τα τμήματα που θέριζαν από τη μια άκρη ως την άλλη άκρη του χωραφιού τα λέγανε αμνούς. Όταν ο αμνός άρχιζε με μεγάλο πλάστη συνέχεια στένευε και τελείωνε σε γωνία, λεγόταν ξιφάρ’.

Οι θεριστές και οι θερίστριες κρατούσαν με το δεξί χέρι το δρεπάνι, ενώ με το αριστερό τα στάχυα που κόβανε, ώσπου να συμπληρωθεί ένα χερόβολο. Δύο – τρία χερόβολα έκαναν ένα δεμάτ’ (δεμάτι) κι αυτά τα μάζευαν όλα και σχημάτιζαν τα θεμώνια (θημωνιές).

Καθώς παρατηρούσαν τις κοπέλες να θερίζουν σι Πόντιοι, επαινούσαν την αγαπημένη τους τραγουδώντας:

«Σον Αϊ-Λίαν αφκακέσ’ θερίζ’ τ’ εμόν τ’ αρνόπον

και ντ’ έμορφα και νόστιμα κρατεί το καγανόπον».

Όταν άρχιζε το θέρισμα, έστηναν όρθιο το πρώτο δεμάτι, κι αυτός που το έκανε αυτό ευχόταν καλή αρχή, ενώ οι άλλοι θεριστές απαντούσαν άμποτε και τον χρόνου.

Όταν τελείωνε με το καλό ο θερισμός, κρεμούσαν μπρος στην πόρτα τους το αποθέρ’, δηλ. ένα δεμάτι στάχυα με καρπούς, καλλιτεχνικά δεμένο, ενώ ο ιδιοκτήτης του χωραφιού φιλοδωρούσε τη θερίστρια, που πρώτη έβαζε μπρος στα πόδια του το πρώτο χερόβολο

Ο λαός δεν άφηνε ασχολίαστη κι αυτή την παρουσία του ιδιοκτήτη στο χωράφι την ώρα του θερισμού, κι έτσι έγινε το τραγούδι:

«Θερίστ’ αργάτ’ θερίστ’ αργάτ’, θα σπάζω την κοσσάραν

κι αν ‘κι τελείται το χωράφ’, θα σπάζω την κασκάραν»

2) Αλώνισμα

Οι γυναίκες, όταν τελείωνε το θέρισμα, φορτώνονταν τα δεμάτια, αφού τα έκαναν σαλάκα και τα πήγαιναν στ’ αλώνια, εκεί όπου θα γινόταν το αλώνισμα.

Το αλώνιν, έτσι λεγόταν στην Κερασούντα, Οινόη (Ούνγια), Νικόπολη, Τρίπολη, αλών’ στα Κοτύωρα (Ορντού), Τραπεζούντα, Χαλδία, και αλώνιν ή αλώνι στη Νικόπολη.

Το αλώνι ήταν ένας συμπαγής κυκλικός χώρος που τον γάνωναν, δηλ. άλειφαν με χώμα ή πηλό το έδαφος, το έβρεχαν και μετά πατούσαν καλά την επιφάνειά του με μια πέτρα κυλινδρική, το κυλίντρ’.

Αφού τα ετοίμαζαν όλα, οι γεωργοί έλεγαν, εκρέμ’σα σ’ αλών’, δηλ. άπλωσα τα στάχυα στο αλώνι για αλώνισμα.

Συνήθως το αλώνισμα γινόταν με βόδια, όπως φαίνεται κι από τη φράση τα καλά τα βούδα αγλήγορα κόφ’νε τ’ αλών’.

Στα βόδια περνούσαν το αλωνοζύγονον (Χαλδία), δηλ. τον ειδικό ζυγό για το αλώνισμα, για να σύρουν από πίσω τους τα δουκάνια ή το τυκάν’ (Τραπεζούντα), τουκάνιν (Κερασούντα), τουκάν’(Κοτύωρα), Σάντα, Τραπεζούντα, Χαλδία), τοκάν’ (Χαλδία). Η λέξη παράγεται από το τυκάνιον, που προέρχεται από το αρχαίο ουσιαστικό η τυκάνη.

Το τυκάν’ ή τα δουκάνα απαρτιζόταν από δύο παράλληλα χοντρά σανίδια ενωμένα, που έφεραν από την κάτω επιφάνεια σφηνωμένους αιχμηρούς πυριτόλιθους ή κοφτερές σιδερένιες λάμες (βλ. «Λαογραφικά Λαραχανής», σελ. 22), για να χωριστεί ο καρπός από τα στάχυα.

Με τον ίδιο τρόπο άλλωστε οι χωρικοί αλώνιζαν και στην περίοδο της γερμανικής κατοχής σε χωριά της Μακεδονίας και αλλού. Για να ενισχύσουν μάλιστα το βάρος επάνω στο τυκάν’, ώστε να γίνει πιο εύκολος ο χωρισμός ου καρπού, τοποθετούσαν επάνω του κάποιο παιδί, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα διασκεδαστική για τα παιδιά, ιδίως αν τους έδιναν στο χέρι τοβουκέντρ’ (=ραβδί που κέντριζαν τα βόδια) και τα κερατίδια (= το σχοινί που δένουν στα κέρατα του βοδιού για να το οδηγούν), για να κρατούν τα ζώα. Καθώς οι γεωργοί αλώνιζαν, προέτρεπαν τα ζώα με διάφορα επιφωνήματα, ώσπου να τελειώσουν το αλώνισμα.

Στη συνέχεια γινόταν το βόρισμαν ή ιβόρισμα, ή εβόριγμαν (Ματσούκα) από το ρήμα βορίζω, που παράγεται από το ουσιαστικό βορέας. Περίμεναν δηλαδή να φυσήξει ο αέρας, οπότε και άρχιζαν το λίχνισμα με το αλωνίφταρον, το ειδικό ξύλινο φτυάρι για το αλώνισμα. Σήκωναν δηλαδή το γέννημα ψηλά στον αέρα, για να ξεχωρίσει ο καρπός από τα άχυρα και για το σκοπό αυτό είχανε κι άλλο εργαλείο, το δίκρανο με δύο δόντια ή χείλη που το λέγανε λεχμετέρ’ καθώς ιβόριζαν μάλιστα, παρακαλούσαν τον αέρα να φυσήξει, για να τελειώσουν τη δουλειά τους, τάζοντάς του ότι θα του φτιάξουν ψωμάκι.

«Φύσα αέρα, φύσα, θα ευτάμε σε κολοθόπον».

Οι πατέρες μας, θυμόσοφοι όπως ήταν, έλεγαν για κείνους που ανακινούσαν παλιές και ξεχασμένες υποθέσεις ή χρέη παλαιά αχύρα εβορίζ’.

Στη συνέχεια με το αλωνοκόσκινον συνέχιζαν το χώρισμα καρπού από άχυρα. Στο Σταυρί το λέγανε και αχυροκόσκινον ή λωροκόσκινον (=κόσκινο από λεπτές λωρίδες δέρματος σε διατακτική πλέξη).

Μετά έκαναν το τεπούρισμαν με το τεπούρ’, δηλ. ξύλινο μονοκόμματο τον οποίο καθάριζαν τον καρπό από τις πέτρες και τον άγριο βίκο.

Τον καρπό τέλος τον μετρούσαν με το κότ’ ή χοινίκ’ (χοίνιξ), που ήταν μέτρο χωρητικότητας (10-12 οκάδες), και στη συνέχεια έβγαζαν το σπόρο για τη νέα χρονιά, ενώ το υπόλοιπο μέρος το αποθήκευαν στα αμπάρια το και το άχυρο το μετέφεραν σο αχερών’ (στον αχυρώνα τους).

Τα αλώνια, συνήθως, του κάθε χωριού ήταν συγκεντρωμένα σ’ έναν τόπο που τον έλεγαν αλωνοτόπιν (πρβλ. Χαλδία). Ίσως έτσι η δύσκολη δουλειά του αλωνίσματος και ιβορίσματος να γινόταν πιο ευχάριστη, όταν έβλεπαν και γύρω τους άλλους συγχωριανούς τους.)

· Στη Ρόδο τον ονομάζουν και Φουσκομηνά ή Χασκομηνά, επειδή αρχίζουν φουσκώνουν ή να χάσκουν τα σύκα, δηλαδή να ωριμάζουν και να ανοίγουν.

· Στη Νάξο και τη Χίο ο Ιούλιος αναφέρεται και ως Γυαλιστής, επειδή ωριμάζουν τα σταφύλια και γυαλίζει η ρώγα τους.

· Δευτερόλης ή Δευτερογιούλης, επειδή είναι ο δεύτερος μήνας του καλοκαιριού.

· Αηλιάς ή Αηλιάτης, λόγω της γιορτής του Προφήτη Ηλία στις 20 Ιουλίου.

Στις 20 Ιουλίου και στον Πόντο γιόρταζαν, όπως και στην άλλη Ελλάδα, τον Αι-Λιά, δηλ. τον Προφήτη Ηλία, μια γιορτή που είχε σχέση με τα στάχυα. Την μέρα της γιορτής αυτής οι γυναίκες, πηγαίνοντας στην εκκλησία, έδεναν στα κεφάλια ή σε άλλα μέρη του σώματός τους, όπου είχα πόνους, στάχυα. Μετά τη Μεγάλη Είσοδο στη διάρκεια της θείας λειτουργίας, έκοβαν τα στάχυα, πιστεύοντας ότι θα τους κοπεί και ο πόνος.

Η Άλκη Κυριακίδου Νέστορος γράψει σχετικά: «Εδώ το μέσο είναι τα στάχυα. Η χάρη του άγιου μεταδίνεται σ’ αυτά, επειδή οι γυναίκες τα φορούν στη γιορτή του και μέσα στην εκκλησία του. Και τα στάχυα πάλι, με τη σειρά τους, μεταδίνουν τη χάρη του άγιου στις γυναίκες με την άμεση επαφή που έχουν με το σώμα τους. Για να κοπεί τώρα ο πόνος, κόβουν τα στάχυα μιαν ορισμένη στιγμή. Αυτή η πράξη είναι αυτό που λέμε αναλογική μαγεία: όπως κόβω τα στάχυα, έτσι να κοπεί ο πόνος μου».

Παροιμίες

Αλωνάρη με τ’ αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια.

Αλωνάρης αλωνίζει, στάρι το χωριό γεμίζει.

Αλωνάρης μαραίνει τα χορτάρια κι ο Αύγουστος τα παλικάρια.

Αλωνάρης τ’ αλωνίζει κι Αύγουστος τα ξεχωρίζει.

Κάψες τον Αλωνάρη, ευτυχία όλο το χρόνο.

Πού μοχτάει το χειμώνα, χαίρεται τον Αλωνάρη.

Στο κακορίζικο χωριό τον Αλωνάρη βρέχει.

Της Αγια-Μαρίνας ρώγα (ή σύκα) και τ’ Αϊ-Λιος σταφύλι. Και της Αγιάς Παρασκευής γεμάτο το κοφίνι.

Το Θεριστή τον Αλωνάρη πάμπολλα καρβέλια είναι.(Μπόλικο στάρι, μπόλικο ψωμί.)

Τ’ Αλωναριού τα κάματα, τ’ Αυγούστου τα λιοπύρια.

Χόρτο θεροαλωνιστή, ρώγα-ρώγα γυαλιστή.

 

Πηγές: e-istoria.com, http://users.sch.gr/vaxtsavanis, http://www.sansimera.gr. erevnw.blogspot.gr