...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2022

 

 

Που΄σαι Θανάση

 

«Είχα έναν παλιόφιλο, τα ίχνη του έχω χάσει 

σ” ένα στέκι απόμερο, το στέκι του Θανάση 

Πού “σαι Θανάση, Πού “σαι Θανάση 

ήθελα να σ” αντάμωνα, η γρουσουζιά να σπάσει» 

 

 


 

Το τραγούδι «Που ‘σαι Θανάση», που ερμήνευσε για πρώτη φορά ο Γιώργος Ζαμπέτας στις αρχές της δεκαετίας του ’70, τραγουδιέται μέχρι σήμερα. Η επιτυχία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον ερμηνευτή του, καθώς τόσο ο «Θανάσης» όσο και ο δημιουργός του, σχετίζονταν μαζί του.

 

Ποιος ήταν ο Θανάσης 

Ο Θανάσης που αναφέρεται στο τραγούδι ήταν ένας τακτικός θαμώνας ενός μαγαζιού της οδού Πατησίων, όπου εμφανιζόταν ο Γιώργος Ζαμπέτας. Ο θαυμαστής του τραγουδιστή, του έλεγε συχνά: «Ε, ρε Ζαμπέτα. Ξέρεις από πού έρχομαι για να δω το κάδρο σου;».
Μετά από τις πολλές επισκέψεις ο μαέστρος τον έμαθε και όταν τον έβλεπε να μπαίνει στο μαγαζί του φώναζε, «που’ σαι Θανάση». Κάποια στιγμή ο φανατικός θαυμαστής σταμάτησε να πηγαίνει στο μαγαζί με αποτέλεσμα ο Ζαμπέτας άρχισε να μονολογεί: «που ‘σαι Θανάση».
Δεν είναι γνωστό αν ο στιχουργός άκουσε τον Ζαμπέτα και έγραψε τους στίχους ή αν ο ίδιος ο μαέστρος το είχε «παραγγείλει». Ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης ή «Τσάντας» συνήθιζε να γράφει στίχους κατά παραγγελία. Το σίγουρο είναι πως το τραγούδι έφτασε στα χέρια του Ζαμπέτα αμέσως μετά τον θάνατο του στιχουργού.
Όπως αναφέρει ο ίδιος ο τραγουδιστής στη βιογραφία του, επιστρέφοντας από μια σειρά εμφανίσεων στο εξωτερικό, πληροφορήθηκε τα άσχημα νέα για τον χαμό του φίλου του. Αμέσως πήγε στο σπίτι του για να συλλυπηθεί τη σύζυγό του. Η χήρα τον ενημέρωσε πως ο άντρας της λίγο πριν φύγει από τη ζωή, της ζήτησε να δώσει στον Ζαμπέτα τους στίχους για ένα τραγούδι. Ήταν οι στίχοι για τον Θανάση, οι οποίοι συγκίνησαν διπλά τον τραγουδιστή. Τόσο λόγω της ανάμνησης του θαυμαστή του, όσο και για την απώλεια του αγαπημένου του συνεργάτη.


Ποιος ήταν ο «Τσάντας» 

Πολλά τραγούδια που φέρουν την υπογραφή του σαν στιχουργό, είναι πασίγνωστα. Το όνομα του, σχεδόν άγνωστο, αποδεικνύοντας πως οι δημιουργοί και ειδικά οι στιχουργοί, τις προηγούμενες δεκαετίες παρέμεναν στην αφάνεια.

«Ο πιο καλός ο μαθητής», «Πατέρα κάτσε φρόνιμα», «Άναψε το τσιγάρο δως μου φωτιά», «τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει», είναι μόνο μερικά από τα διάσημα τραγούδια του. Ο στιχουργός υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Ταμβάκης», που ήταν το πατρικό της συζύγου του. Στη μουσική «πιάτσα» όμως, ήταν γνωστός με το παρατσούκλι «Τσάντας» που λέγεται ότι ήταν δημιούργημα του Στράτου Παγιουμτζή. Ο Βασιλειάδης συνήθιζε να κουβαλά μαζί του στα μουσικά στέκια που σύχναζε μια τσάντα που έμοιαζε με χαρτοφύλακα, μέσα στην οποία φύλαγε τους στίχους του.  

Παρόλο που οι στίχοι του ήταν καλοί, ο Τσάντας ή Λόγιας, όπως ήταν το δεύτερο προσωνύμιο του, δεν είχε καταφέρει να «δικτυωθεί» και έτσι συχνά αναγκαζόταν να τους πουλάει πολύ φτηνά ή ακόμα και να τους χαρίζει, προκειμένου να γίνει γνωστός. Έχει χαρακτηριστεί σαν διάσημος «άγνωστος», ενώ μετά τον θάνατό του καταγράφηκαν σαν δικά του, περισσότερα από 1.400 τραγούδια. Ο στιχουργός Κώστας Βίρβος μάλιστα, έχει αναφέρει πως πριν από τη δική του εμφάνιση στο χώρο του τραγουδιού, οι μόνοι επαγγελματίες στιχουργοί ήταν ο Βασιλειάδης και η Ευτυχία Παπαγιανοπούλου.

 

Ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης γεννήθηκε το 1902 στο Τσανάκ Καλέ, ήρθε στην Ελλάδα σαν πρόσφυγας και εγκαταστάθηκε στη Νέα Φιλαδέλφεια. Μιλούσε πέντε γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά και γι’ αυτό εργάστηκε σαν μεταφραστής. Ωστόσο, η συγγραφή στίχων ήταν η μεγάλη του αγάπη, την οποία αποφάσισε να κάνει επάγγελμα, χωρίς όμως να κερδίσει αρκετά χρήματα.

Η αναγνώριση ήρθε μετά θάνατον και οι στίχοι του τραγουδιούνται ακόμα.

 

Ακούστε το τραγούδι:

 

https://www.youtube.com/watch?v=8qt4oiDXLz8

 

 

 

 

Πηγή: ellinikoskinimatografos.gr

          Youtube.com

 

 

Αύγουστος, ο Θεομητορικός μήνας !

 


 

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας! Όσο κι αν περιλαμβάνει αυτός ο μήνας και μια μεγάλη δεσποτική εορτή -τη Μεταμόρφωση του Χριστού- ο Αύγουστος είναι ο κατ' εξοχήν θεομητορικός μήνας του χρόνου. Ακόμη πιο πολύ κι από τον Μάρτη, τον μήνα του Ευαγγελισμού. Γιατί δεν είναι μόνο η γιορτή, η Κοίμηση της Παναγίας στις 15 Αυγούστου, που χρωματίζει όλο τον μήνα.


Ο Αύγουστος είναι ο όγδοος μήνας του χρόνου, ο μήνας της Παναγιάς & των διακοπών για τους περισσότερους Έλληνες. Έχει 31 ημέρες και είναι ο αντίστοιχος του έκτου μήνα του παλαιού ημερολογίου, που ονομαζόταν Sextilis. Είναι από τους πιο ζεστούς μήνες του χρόνου και ο λαός του έχει δώσει και άλλα ονόματα, όπως Πεντεφάς ή Πενταφάς, Συκολόγος (λόγω της συγκομιδής των σύκων), Δριμάρης, Τραπεζοφόρος και Διπλοχέστης (λόγω της αφθονίας των καρπών).

Στα βυζαντινά χρόνια το έτος τελείωνε στις 31 Αυγούστου και πρωτοχρονιά ήταν η 1η Σεπτεμβρίου. Γι` αυτό η τελευταία μέρα του Αυγούστου λέγεται και Κλειδοχρονιά. Οι πρώτες έξι ή δώδεκα μέρες του Αυγούστου, κατά τη δεισιδαιμονική αντίληψη, οι ΔΡΊΜΕΣ (εξ ου και Δριμάρης), είναι επικίνδυνες, κι όποιος λούζεται σ' αυτές ή πλένει ρούχα, κινδυνεύει να πάθει κακό ο ίδιος στην πρώτη περίπτωση, ή να καταστραφούν τα ρούχα στη δεύτερη. Κι όπως εκδιώκονται με τον αγιασμό οι καλικάντζαροι, έτσι ξορκίζουν και τις δρίμες με αγίασμα από την ακολουθία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα (6/8).

Επίσης οι ημέρες αυτές λέγονται και «μερομήνια», αφού αυτές τις ημέρες γίνονται προγνώσεις για τον καιρό της χρονιάς. Οι γυναίκες των ναυτικών, κάποιες άλλες εποχές, παρακαλούσαν να ‘ναι καλά τα «μερομήνια». ‘ Εχει αέρα την πρώτη μέρα του Αυγούστου; ‘Αστατος θα είναι ο Γενάρης. ΄Εχει άσπρα σύννεφα τη δεύτερη; Βροχερός και μουρτζούφλης θα είναι ο Φλεβάρης. Και πάει λέγοντας… Οι τσοπάνηδες μάλιστα, την Πρωταυγουστιά μελετούν και τη “σκυλομαντεία”. Σηκώνονται δηλαδή πολύ πρωί και κοιτάζουν πώς κοιμούνται τα σκυλιά τους. Αν αυτά κοιμούνται ξάπλα με τεντωμένα τα πόδια, λένε: “Καλοχειμωνιά θά’χουμε του χρόνου και γλυκοκαιριά”. Αν όμως δούν ότι κοιμούνται με μαζεμένα πόδια, κουλουριασμένα, τότε θα πουν: “Κακοχειμωνιά θά ’χουμε του χρόνου, με χιόνια και παγοβροχιές.” Στη Λέσβο πιστεύουν ότι τη νύχτα της 31ης Ιουλίου προς την 1η Αυγούστου ανοίγουν οι ουρανοί και «ό,τι προφτάσεις να ζητήσεις θα τό ’χεις, θες πλούτη, θες γεια, θες χωράφι». Στην ΄Ιμβρο πηδούν τον φανό λέγοντας: “Άχστε, Παράχστε, σαν απ’μ’ηύρις να μ’αφήσεις.” Στην Τήλο σκορπίζουν μέσα στο σπίτι άμμο ως σημάδι ευτυχίας και αφθονίας. Επίσης “δεν σαρώνουν το σπίτι, για να μη ρίξουν έξω μαζί με τα σαρίδια και τα καλά του σπιτιού”. Στο Ζαγόρι της Ηπείρου, τέλος, “πρωί – πρωί, πριν ακόμα βάλουν τίποτα στο στόμα των, τρώγουν κόκκινα κράνα, για να είναι γεροί όλο το χρόνο”. “Καλή λαβιά τον Αύγουστο και γέννα τον Γενάρη!”



ΓΙΟΡΤΕΣ:

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΑ (6/8).

Μια φωταυγής καταδήλωση, με αποδέκτη κάθε ανθρώπινο ον.

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (15/8).

Θεωρείται το Πάσχα του καλοκαιριού. Η κορυφαία εορτή της πιο οικείας μορφής στον χριστιανικό λατρευτικό κύκλο, σ' όλη την Ελλάδα, με επίκεντρο το ναό της Παναγίας στο νησί της Τήνου.

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:


“Κάθε πράγμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο”.
“Καλός ο ήλιος του Μαγιού, του Αυγούστου το φεγγάρι”.
“Της Αγίας Μαρίνας ρόγα και τ' Άη Λιος σταφύλι και της Παναγιάς τον Αύγουστο, γεμάτο το κοφίνι”.
“Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να 'σουν δυο φορές το χρόνο!.

“Αύγουστε τραπεζοφόρε νά’σουν τρεις βολές το χρόνο!”

“Όποιος φιλάει τον Αύγουστο, το Μάη θερίζει μόνος!”

“Νά’σαι καλά τον Αύγουστο, πού’ναι παχιές οι μύγες!”

“Τον Αύγουστο τον χαίρεται οπόχει να τρυγήσει!”

“Να σε πάρει η ομπρός του Μάη κι η πίσω του Αυγούστου!”

“Του Αυγούστου το νερό, αρρώστια στον ελιοκαρπό!”

“Θεός να φυλάει τα λιόδεντρα απ’το νερό τ’ Αυγούστου!”

“Τ’ Αυγούστου και του Γεναριού, τα δυο χρυσά φεγγάρια!”

“Ζήσε Μάη να φας τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι!”

“Ο Αύγουστος πουλάει κρασί, ο Μάης πουλά σιτάρι!”


Ο Αύγουστος είναι κατά κάποιον τρόπο ο μήνας της ξεκούρασης και του γλεντιού, αφού σ' αυτόν «πέφτουν» και οι μεγάλες γιορτές της Παναγίας στις δεκαπέντε και στις εικοσιτρείς, που για το λαό μας είναι η Λαμπρή του Καλοκαιριού και τις τιμά με ιδιαίτερη λαμπρότητα και τις πανηγυρίζει ανάλογα. Εξ αιτίας αυτής της ανάπαυλας μέχρι ν' αρχίσει, με το έμπα του Φθινοπώρου, η σκληρή δουλειά με τη συγκομιδή των οψιμιών (καλαμπόκια, αραποσίτια, φασόλια, ρεβίθια κλπ), τον τρύγο και αργότερα το λιομάζωμα, ο λαός δικαίως λέει για τον Αύγουστο: «Αύγουστε καλέ μου μήνα, να 'σουν δύο φορές το χρόνο !!

 

Πηγή: laikiparadosi.blogspot.com

          Leveti.gr

 

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022

 

 

Οι χτίστες ή μαστόροι

Από τον Γιάννη Γούδα

 


 

Λιγοστός κι άγονος ο τόπος μας, δεν ήταν δυνατόν να θρέψει τους κατοίκους του, μόνο με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Έτσι πολλοί, για ν’ αντιμετωπίσουν τη φτώχεια και να ημερέψουν κάπως τη μοίρα τους, έπαιρναν τον δρόμο για κοντινούς στην αρχή, μακρινούς αργότερα τόπους και μπουλούκια μπουλούκια τραβούσαν για όπου νόμιζαν πως θάβρισκαν δουλειά, σαν χτίστες.


Η κάθε παρέα αποτελούνταν από τους χτίστες, με πρώτους τους πελεκάνους για το σκάλισμα των αγκωναριών, που έμπαιναν στις γωνίες του σπιτιού και τους βοηθούς ή παραγιούς που έκαναν τη βοηθητική δουλειά των μαστόρων. Όλοι τους αναγνώριζαν γι’ αρχηγό τον πρωτομάστορα, άνθρωπο με πείρα, που έκανε τα παζάρια για την τιμή, χάραζε τα σχέδιά τους, έπαιρνε τα χρήματα από τον νοικοκύρη να τα μοιράσει και γενικά έκανε κουμάντο για όλα.


Την παραμονή της αναχώρησής τους, δέχονταν στο σπίτι τους συγγενείς και φίλους, όσους πήγαιναν να τους ευχηθούν το «η ώρα η καλή και καλές δουλειές» και νυχτιάτικα την άλλη μέρα φόρτωναν στα 4-5 μουλάρια, που θα έπαιρναν μαζί τους, τα ρούχα και τα εργαλεία και κινούσαν. Σχεδόν ποτέ δεν τραβούσαν προς ένα ορισμένο μέρος, αλλά έπαιρναν σβάρνα τα χωριά με τη σειρά κι όπου εύρισκαν δουλειά, στρώνονταν. Όταν συμφωνούσαν να χτίσουν κάτι, σπίτι συνήθως, έπεφταν με τα μούτρα στη δουλειά, από τα χαράματα ως αργά το βράδυ, με μια μικρή διακοπή για το κολατσιό κι άλλη μια πιο μεγάλη για το μεσημεριανό φαγητό, να πάρουν άνθρωποι και ζώα μια ανάσα.


ΤΟ ΧΤΙΣΙΜΟ
Μόλις άνοιγαν τα θεμέλια, τ’ αφεντικό καλούσε τον παπά, να διαβάσει αγιασμό. Μαζεύονταν οι πλησιέστεροι συγγενείς, οι μαστόροι κι ο παπάς διάβαζε τις ευχές και τις παρακλήσεις. Με το σκόλασμα, ο πρωτομάστορας σ’ ένα μεγάλο αγκωνάρι χάραζε ένα σταυρό και το έβαζε στην ανατολική γωνιά των θεμελίων, έτσι ώστε ο σταυρός να είναι από κάτω και χτυπούσε με το σφυρί πάνω του τρείς φορές, για να είναι το σπίτι στέρεο. Ο νοικοκύρης έσφαζε έναν κόκκορα και έριχνε το αίμα του πάνω στο αγκωνάρι με το σταυρό, αλλά και σε όλο το θεμέλιο. Στη συνέχεια ασήμωναν το «θεμέλιο λίθο» και τα λεφτά τα μοιράζονταν μεταξύ τους οι μαστόροι, ενώ με το κρέας του ζώου, που θυσίασαν, ετοίμαζαν το πρώτο από τα δύο πλούσια δείπνα (το άλλο γινόταν στο τέλος), με τις ευχές «Καλορίζικο, να ζήσετε να το χαρείτε».


Κι έχτιζαν χωρίς να λογαριάζουν το κρύο της άνοιξης ή το κάμα του καλοκαιριού και χαίρονταν καθώς έβλεπαν τα τοιχώματα κάθε μέρα και πιο ψηλά, γιατί οι παραγιοί πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα. Άλλοι κουβαλούσαν με τα ζώα την πέτρα από το κοντινό νταμάρι και άλλοι με τον τενεκέ να φέρουν νερό για να κάνουν λάσπη κι ύστερα με την κοπάνα στο ώμο να την ανεβάζουν ψηλά στη σκαλωσιά και με βιασύνη μάλιστα, να προκάνουν τους μαστόρους, που δεν είχαν καιρό για χασομέρια.


Τη σκληρή ζωή τους, την κούραση της ημέρας και την αγρύπνια της νύχτας, βρίσκαν πάντα την ευκαιρία ν’ απαλύνουν τα βράδια όταν, αφού αμολούσαν για βοσκή τα ζώα κι έτρωγαν το λιτό και λίγο φαγητό τους, έπαιρναν με τη φλογέρα κάποιο σκοπό, παλεύοντας να τον μάθουν πιο καλά οι αρχάριοι, με τρόπο συγκινητικό οι παιδεμένοι.


Η κάθε Κυριακή και η μεγάλη γιορτή, σήμαινε για τους μαστόρους ανάπαυση. Τη μέρα αυτή θα λούζονταν, θα πλένανε τα ρούχα τους, θα τα μπάλωναν, θα έκαναν το καλύτερο φαγητό και θα πήγαιναν το απόγευμα και καμιά βόλτα στο καφενείο του χωριού να πιούν τον καφέ τους και να μάθουν και κανένα νέο.


Κι όταν το χτίσιμο τέλειωνε και βάζαν τα ξύλα για τη σκεπή, οι μαστόροι «έριχναν τα μαντήλια». Οι νοικοκυραίοι, οι συγγενείς και οι φίλοι, τους πήγαιναν δώρο μια πετσέτα ή ένα καλό μαντήλι κεφαλιού ή κάτι άλλο σχετικό, τα έπαιρνε ο «καλλίφωνος» της παρέας, τα ανέβαζε όσο πιο ψηλά μπορούσε, κι έλεγε δυνατά ν’ ακουστεί σ’ όλο το χωριό : «Το καλώς όρισες και το μπαξίσι του (ανέφερε το όνομα του δωρητή). Να ζήσει, να ζήσει η γυναίκα του και τα παιδιά του» και ό,τι άλλο επαινετικό σοφιζόταν εκείνη τη στιγμή, ενώ οι μαστόροι χτυπούσαν με τα σφυριά ή τα σκεπάρνια, τα καδρόνια για να κάνουν θόρυβο, να τ’ ακούσουν όλοι και να παρακινηθούν να προσφέρουν κι εκείνοι. Στη συνέχεια τα κρεμούσαν σε ένα σχοινί, στερεωμένο σε δύο καδρόνια και όταν οι προσφορές τελείωναν, τα μοιράζονταν οι μαστόροι μεταξύ τους, αφού πρώτα έβγαζαν το πιο καλό για τον πρωτομάστορα.


Ο πρωτομάστορας παράδινε στον νοικοκύρη το σπίτι. Εκείνος έστρωνε τότε το δεύτερο πλούσιο τραπέζι με κρέας, πίτα, τυρί, κανένα αυγό και μπόλικο κρασί, αφού η μέρα το καλούσε, να μη πιούν νερό και οι μαστόροι έτρωγαν και έπιναν με την ψυχή τους. Τώρα που η εργασία τελείωσε, ο νοικοκύρης πλήρωνε όσα χρήματα είχαν συμφωνήσει και η «παρέα» (όλα τα μαστόρια δηλ.) ευχαριστημένη και ικανοποιημένη, έφευγε για άλλο μέρος, να πιάσει καμιά άλλη δουλειά.


Με την περιοχή της Θεσσαλίας, οι μαστόροι της Κόνιτσας είχαν καλή σχέση. Ομάδες μαστόρων «παρέες ή μπουλούκια, όπως τα έλεγαν» έρχονταν στον Λαρισινό κάμπο και γενικά σε όλη τη Θεσσαλία. Στην Καρδίτσα και στο Φανάρι, όπου έκαναν το μαχαλά «Μαστόρ’κα», στη Δρακότρυπα, στην Αγιά και στο Μεγαλόβρυσο, στο Πουρνάρι και στο Συκούριο. Οι τόποι όμως που τράβηξαν τους πιο πολλούς (όχι απαραίτητα όμως εκεί όλους σαν μαστόρους), είναι ο Αμπελώνας και ο Τύρναβος. Μια λαϊκή παροιμία λέει : Η λίγδα στον παστό τρέχει. Και αλήθεια και οι δύο αυτές περιοχές ήταν ολόκληρες παστό. Το μυρίστηκαν και ήλθαν πολλοί.

 

Επίσης αρκετοί εγκαταστάθηκαν και εργάστηκαν εντατικά στον Βόλο και ειδικά στα χωριά του Πηλίου, καθώς και στα Τρίκαλα. Ασχολούνταν με το κτίσιμο αρχοντικών σπιτιών, εκκλησιών, καμπαναριών, σχολείων, γεφυριών κ.λ.π. Όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου ήταν άνθρωποι σεμνοί, υποδείγματα τιμιότητας, άριστοι οικογενειάρχες και προπαντός ακούραστοι δουλευταράδες.


Τέτοια ήταν η ζωή των μαστόρων, σκληρή και άχαρη, χωρίς καμία απόλαυση. Σήμερα όλα αυτά, ανήκουν στο παρελθόν. Τα μαστοροχώρια ρήμαξαν, τα μαστόρια σιγά-σιγά μειώθηκαν και είναι πολύ δύσκολο να βρεις κάποιον να σου φτιάξει ακόμα και αυτές τις «σταλαματιές» στο σπίτι σου. Έτσι τα έφεραν οι καιροί!

 

 

Πηγή: eleftheria.gr