...Ο Νόστος Γαλατσίου Λαογραφικός & Χορευτικός Όμιλος σας εύχεται Καλή Χορευτική Χρονιά

Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2023

 

«Γαϊφέ μπιστί». Η κρεμάλα ένα τραγούδι μακριά…

Του Δημήτρη Μαντζούρη

Κάποτε, στη Νικόπολη του Πόντου –Γαράσαρη την έλεγαν οι ντόπιοι στη διάλεκτό τους–, έγινε ένα φονικό. Ένας Τούρκος σκότωσε κάποιον ομοεθνή του. Για να βγάλει από πάνω του την ευθύνη, σκέφτηκε πονηρά και κατηγόρησε έναν Ρωμιό στη  χωροφυλακή, προσέχοντας όμως ο ίδιος να μην εμφανιστεί. Οι τούρκοι χωροφύλακες τη νύχτα περικύκλωσαν το σπίτι του Ρωμιού και τον συνέλαβαν. Τον έδεσαν πίσω από το άλογο και ξεκίνησαν να πάνε να τον κρεμάσουν. Μαζί τους πήγαινε κι ο τούρκος πρόεδρος του χωριού, που όμως είχε τις αντιρρήσεις του. Η καταγγελία ήταν ανώνυμη και μάρτυρας δεν υπήρχε.

«Πώς θα τον σκοτώσουμε, έλεγε, αφού δεν ξέρουμε αν πράγματι το έκανε αυτός;»

Οι χωροφύλακες επέμεναν.

«Τι μας μέλει κι αν χαθεί ένας Ρωμιός;»

Στο δρόμο έκατσαν να ξεκουραστούν. Έβαλαν τον κρατούμενο να κάτσει σε μια πέτρα και έψησαν καφέ. Έδωσαν και στον αιχμάλωτο να πιει. Η κουβέντα συνεχιζόταν. Του πρόεδρου του ερχόταν βαρύ να εκτελέσουν έναν άνθρωπο χωρίς στοιχεία. Όμως οι χωροφύλακες δεν άλλαζαν γνώμη. Πέρασαν με την κουβέντα λίγα λεπτά. Κάποια στιγμή, ο μελλοθάνατος έπιασε να τραγουδά:

Ο καφές έγινε και κρύωσε,

οι χωροφύλακες είναι πολλοί.

Μέσα σ’ αυτούς τους χωροφύλακες

δε βρίσκεται ένας φίλος μου.

Το σπαρακτικό τραγούδι του μελλοθάνατου άγγιξε τις ευαίσθητες χορδές των χωροφυλάκων. Ο πρόεδρος σηκώθηκε και είπε αποφασιστικά:

«Βάλτε τον άνθρωπο πάνω στ’ άλογο και πηγαίνετέ τον στο σπίτι του».

Από τότε έμεινε και τραγουδιέται από τους Γαρασαρότες τούτο το τραγούδι.

Την ιστορία αυτή μας διηγήθηκε ο Νίκος Καρακουλίδης στο Χρυσόκαστρο Καβάλας, που την άκουσε από τον πατέρα του, γεννημένο στο Σούπαταχ της Γαράσαρης. Το τραγούδι αυτό είναι «οτουράγ», δηλαδή καθιστικό τραγούδι, πάνω στο οποίο τραγουδιούνται εκτός του παραπάνω στίχου και άλλοι στίχοι, κατ’ επιλογήν από τον τραγουδιστή, είτε στα τουρκικά είτε στα ποντιακά.

Στην ηχογράφηση αυτή, που έγινε στα πλαίσια του Εργαστηρίου Ποντιακού Τραγουδιού του ΚΕΠΕΜ, δισκογραφείται για πρώτη φορά ο άγνωστος αυτός σκοπός. Η εκτέλεση βασίστηκε στις ηχογραφήσεις που έκανε το ΚΕΠΕΜ στον Πλατανότοπο Καβάλας με τον λυράρη Σπύρο Γαλετσίδη και τον Νίκο Καρακουλίδη, αλλά και σε παλαιό ηχητικό τεκμήριο όπου τραγουδά τον σκοπό ο Θόδωρος Αλεπίδης και τον παίζει στη λύρα ο Νίκος Μαροφίδης.

Ποντιακή λύρα: Λάμπης Μουρούζης

Τραγούδι: Δημήτρης Μαντζούρης, Ειρήνη Νικολαλαίου

Γαϊφέ μπιστί σόγουντου,                                (Ο καφές έγινε και κρύωσε,

τζανταρμαλάρ τσόγουντου.                           οι χωροφύλακες είναι πολλοί.

Σου τζανταρμαλάρ ιτσιντέ,                            Μέσα σ’ αυτούς τους χωροφύλακες

έτσμι (ή ίτσμπιρ) τόστουμ γιόγουντου.           δεν υπάρχει κανένας φίλος μου.)

Η σεβντά μ’ σην Πράσαρην

κι εγώ ασήν Γαράσαρην,

έλα, σέβντα μ’, χαμελά,

το καρδόπο μ’ ας γελά.

Σον ουρανόν πετάει πουλί, ση γην εφτάει ιβόραν,

κατηγορούν και λέγνε με πως αγαπώ τη χώραν.

Μάνα, μάνα, για τεμέν, πε ατέν ας αναμέν’

και αν ‘κι έρχουμ’ ους τον βράδον, πε ατέν ας πάει δεαβαίν’.

* Πράσαρη: κεφαλοχώρι της Κερασούντας βόρεια της Γαράσαρης

* ιβόρα: σκιά


Πηγή: www.pemptousia.gr




Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2023



Οι πρόσφυγες του 1922 και η μουσική τους δραστηριότητα στη νέα τους πατρίδα
Του Μάρκου Φ. Δραγούμη - Επίτιμου Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα η μικρασιατική μουσική, και ιδίως η σμυρναίικη, είχε αγαπηθεί στην Ελλάδα μέσω των καφέ-αμάν και του Καραγκιόζη. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι το 1889 εμφανιζόταν κάθε βράδυ στο κέντρο διασκέδασης «Το περιβολάκι του Γερανίου» στην Αθήνα το σμυρναίικο συγκρότημα του βιολιστή Γιοβανίκα με τραγουδίστρια την κιορ-Κατίνα, ενθουσιάζοντας τους θαμώνες του, ενώ δίπλα σε αυτό το κέντρο λειτουργούσαν με την ίδια επιτυχία και άλλα παρόμοια. Το έδαφος της Ελλάδας του 1922, αν και δεν ήταν έτοιμο να δεχθεί τους πρόσφυγες από την Ανατολή, ήταν έτοιμο να δεχθεί τη μουσική τους.

Ο ερχομός των προσφύγων στην Ελλάδα συνέπεσε με την εμφάνιση και τη διάδοση του φωνόγραφου στα Βαλκάνια. Έτσι, όσοι πρόσφυγες ήταν μουσικοί δεν δυσκολεύτηκαν να απασχοληθούν από τις δισκογραφικές εταιρείες ως εκτελεστές ή συνθέτες, αλλά και ως καλλιτεχνικοί διευθυντές τους. Η πείρα και οι γνώσεις που είχαν ήταν πολλές φορές ανώτερες από αυτές των ντόπιων μουσικών και έτσι έγιναν περιζήτητοι.

Οι κατηγορίες της μουσικής που καλλιεργούσαν ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα οι Έλληνες της Σμύρνης ήταν:

1) Το ελαφρό και επιθεωρησιακό τραγούδι, καθώς και οι καντάδες. Σε αυτά κυριαρχούσαν τα δυτικά στοιχεία, χωρίς να αποκλείονται και κάποιες επιδράσεις από την ελληνική και γενικότερα τη βαλκανική μουσική.

2) Τα «ρεμπέτικα». Έτσι ονομάζονταν στη Σμύρνη τα τραγούδια σε παραδοσιακά μοτίβα και στίχους προσαρμοσμένους στην ιδιαίτερη νοοτροπία των λαϊκών πληθυσμών των πόλεων. Οι ρυθμοί τους ήταν συχνά χορευτικοί με επικρατέστερους τους μπάλο, χασάπικο, ζεϊμπέκικο, καρσιλαμά και τσιφτετέλι.

3) Οι αμανέδες, που μουσικά ταυτίζονταν με τα τουρκικά γκαζέλ. Ο αμανές είναι μακρόσυρτο τραγούδι βασισμένο σε οθωμανικές και βυζαντινές κλίμακες. Τα δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα των αμανέδων έχουν απαισιόδοξο και λυπητερό περιεχόμενο. Μιλούν για τα βάσανα που ταλαιπωρούν τον άνθρωπο, όπως η αρρώστια, η φτώχεια, ο ξενιτεμός, ο έρωτας χωρίς ανταπόκριση και τόσα άλλα.

4) Μερικά δημοφιλή τουρκικά τραγούδια, όπως το «Μέμο» που χάλασε κόσμο στα αθηναϊκά καφέ-αμάν στα τέλη του 19ου αιώνα.

Η δικτατορία του Μεταξά, θέλοντας να σβήσει κάθε ίχνος ανατολικής κουλτούρας από τον ελλαδικό χώρο, μαζί με τους περιορισμούς που επιβάλλει στη χρήση του ναργιλέ, απαγορεύει την παραγωγή δίσκων με αμανέδες, στερώντας από τους πρόσφυγες τη δυνατότητα να εκφράζουν τους καημούς τους για τον ξεριζωμό τους.

Μετά το 1922 τα είδη αυτά, αυτούσια ή μεταπλασμένα, διαδίδονται σε ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού (και όχι μόνο του προσφυγικού) χάρη στον φωνογράφο. Πολλοί από τους στίχους των τραγουδιών των προσφύγων προσαρμόστηκαν στα δεδομένα της ζωής του Πειραιά, της Αθήνας και των μεγάλων επαρχιακών πόλεων μετά την εισροή των προσφύγων στις φτωχογειτονιές τους. Αυτό είχε ως συνέπεια να δημιουργηθούν τραγούδια σε σμυρναίικο ύφος και με αναφορές όχι πια στην παλιά πατρίδα, αλλά στη νέα. Για παράδειγμα, ο Σμυρνιός Ζαχαρίας Κασιμάτης γράφει το 1931 μια καντάδα για μια Αντελικιώτισσα, αναφέροντας στους στίχους του και την Πρέβεζα. Την ίδια εποχή ο Γιάννης Εϊτσιρίδης –γνωστότερος ως Γιοβάν Τσαούς– σε ένα τραγούδι του μιλά για τη Δραπετσώνα. Αλλά και οι δυο τους προδίδουν την ανατολίτικη καταγωγή τους, καθώς χρησιμοποιούν την ανατολίτικη προσωνυμία «σουλτάνα» για την αγαπητικιά τους.

Ο Δημήτρης Ατραΐδης (πρώτος αριστερά) με κομπανία το 1935. ©Κέντρο Μικρασιατικού Πολιτισμού Καισαριανής



Για να γίνει καλύτερα αντιληπτός ο ρόλος που έπαιξαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στη διαμόρφωση του μεσοπολεμικού και του πρώτου μεταπολεμικού λαϊκού-ρεμπέτικου τραγουδιού αρκεί να αναφερθεί ότι από τους περίπου 70 μουσικούς πρώτης γραμμής που ασχολήθηκαν με αυτό, οι 30 (δηλαδή το 42%) ήταν Μικρασιάτες, κυρίως από τη Σμύρνη και τα περίχωρά της.

Στη δεκαετία του 1922-1932 οι δίσκοι με τα τραγούδια σε σμυρναίικο ύφος κυκλοφορούν στην Ελλάδα σε μεγάλους αριθμούς. Στα όργανα που τα συνοδεύουν περιλαμβάνονται απαραιτήτως το βιολί και το σαντούρι. Βαθμιαία, όμως, χάνουν τη δημοτικότητά τους, εξαιτίας της εισβολής στη δισκογραφία των μπουζουκομπαγλαμάδων της παρέας του Μάρκου Βαμβακάρη. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι περισσότεροι πρόσφυγες μουσικοί που δρουν ιδίως στην Αθήνα και στον Πειραιά προσχωρούν στο πειραιώτικο στρατόπεδο του Βαμβακάρη, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην ανάπτυξη και στην άνθηση του νέου αυτού μουσικού ύφους.

Ένα άλλο είδος σμυρναίικης μουσικής που εξαφανίζεται από την ελληνική δισκογραφία στα μέσα της δεκαετίας του 1930 είναι οι αμανέδες. Η δικτατορία του Μεταξά, θέλοντας να σβήσει κάθε ίχνος ανατολικής κουλτούρας από τον ελλαδικό χώρο, μαζί με τους περιορισμούς που επιβάλλει στη χρήση του ναργιλέ, απαγορεύει την παραγωγή δίσκων με αμανέδες, στερώντας από τους πρόσφυγες τη δυνατότητα να εκφράζουν τους καημούς τους για τον ξεριζωμό τους. Γιατί, όπως ίσως δεν έχει τονιστεί αρκετά έως τώρα, μετά το 1922 ο αμανές γίνεται το κεντρικό μέσο έκφρασης του πόνου των προσφύγων για την τραγική τους μοίρα.

Η έκφραση αυτού του οδυνηρού συναισθήματος φαίνεται καθαρά στα παρακάτω δίστιχα που προέρχονται από αμανέδες τραγουδισμένους από πρόσφυγες:

Σαν πλησιάσει ο καιρός, τα μάτια μου να κλείσω
επιθυμώ στον τόπο μου, εκεί να ξεψυχήσω
Φωτιά θα βάλω μόνος μου, να κάψω το κορμί μου
γιατί δε βρίσκεται γιατρός, να γιάνει την πληγή μου
Αφήστε με να καίγομαι, ώσπου να γίνει στάχτη
και μες στη στάχτη θα βρεθούν, τα έρημά μου πάθη
Αφήστε με να κοιμηθώ, τα μάτια μου να κλείσω
έχω μεγάλα βάσανα, από το νου να σβήσω
Τέτοια πληγή που έχω 'γω, είναι μεγάλο ντέρτι
γιατρός είναι ο θάνατος, τον καρτερώ να έρθει


Η συμβολή των προσφύγων στην ανάπτυξη της λαϊκής μουσικής στη χώρα μας συνοψίζεται με τον καλύτερο τρόπο από τον Θεόδωρο Χατζηπανταζή στην τελευταία παράγραφο του βιβλίου του Της Ασιάτιδος μούσης ερασταί που κυκλοφόρησε το 1986: «Η καταστροφή του 1922 έμελλε να αλλάξει κατά πολλούς τρόπους την πορεία της ελληνικής Ιστορίας. Ανάμεσα στα άλλα, έμελλε να φέρει από τα μικρασιατικά ακρογιάλια τους χανεντέδες της Σμύρνης, για να διασταυρώσουν την τέχνη τους με τον ταμπουρά του Μίμαρου και να κάνουν δυνατό να ξεπεταχτεί, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, ένα νέο, θαλερό βλαστάρι της ανατολίτικης παράδοσης του ελληνικού λαού, το ρεμπέτικο τραγούδι».

Σαντούρι τη δεκαετία του '30. ©Κέντρο Μικρασιατικού Πολιτισμού Καισαριανής

Οι Μικρασιάτες μουσικοί, πρόσφυγες και μη, διέπρεψαν και σε άλλους κλάδους της ελληνικής μουσικής δημιουργίας εκτός από το ρεμπέτικο. Αναφέρω ενδεικτικά μερικούς: τον Σουγιούλ (Μιχάλη Σουγιουτζόγλου) στον χώρο της επιθεώρησης και του «ελαφρού» τραγουδιού και τους Μανώλη Καλομοίρη, Πέτρο Πετρίδη, Γιώργο Πονηρίδη και Γιάννη Κωνσταντινίδη στον χώρο της δυτικής λόγιας μουσικής. Ο τελευταίος μάλιστα, αποτίνοντας φόρο τιμής στον τόπο καταγωγής του, έγραψε τη συμφωνική «Μικρασιατική Ραψωδία».

Σημειώνω ακόμα πως χάρη στις φροντίδες της μουσικολόγου Μέλπως Λογοθέτη-Μερλιέ διασώθηκαν οι παραδοσιακές μουσικές της πρώτης γενιάς προσφύγων από τον Πόντο, την Καππαδοκία και τις περισσότερες από τις υπόλοιπες μικρασιατικές κοινότητες, όπου ανθούσε ο ελληνισμός πριν από το 1922. Όλο αυτό το υλικό αποτυπώθηκε σε δίσκους και μαγνητοταινίες, ιδίως κατά την περίοδο 1930-1970. Το ιδρυμένο από τη Μερλιέ Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο που πραγματοποίησε αυτές τις ηχογραφήσεις δεν αρκέστηκε στη φύλαξή τους αλλά προχώρησε τόσο στην καταγραφή τους σε νότες από εξέχοντες Έλληνες και ξένους ειδικούς όσο και στην έκδοσή τους σε δίσκους και CDs ευρείας κυκλοφορίας.

Τώρα που και οι τελευταίοι πρόσφυγες έχουν πεθάνει, εξακολουθεί να ζει ο μουσικός τους πολιτισμός, και με τη δύναμη και την πολυμορφία του συνεχίζει να τονώνει την έμπνευση των συνθετών μας σε αρκετούς τομείς της μουσικής μας δημιουργίας. Η μουσική των προσφύγων, παρά τις απαισιόδοξες προβλέψεις του Λαίλιου Καρακάση, μπόρεσε τελικά να επιβιώσει και να μη «σβήσει για πάντα μέσα στην αφάνεια».

Πηγή: lifo.gr


Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023

 

Συρτάκι και Ζεϊμπέκικο: Η ιστορία των δύο εμβληματικών ελληνικών χορών

Το συρτάκι και το ζεϊμπέκικο είναι δύο χαρακτηριστικοί ελληνικοί χοροί, ο ένας εκ των οποίων μάλιστα, το συρτάκι, αποτελεί ταυτότητα της Ελλάδας διεθνώς, τουλάχιστον στα μουσικοχορευτικά δρώμενα.

ADVERTISEMENT

Ζεϊμπέκικο

Το ζεϊμπέκικο (ή ζεϊμπέκικος) είναι ελληνικός λαϊκός χορός. Το όνομά του οφείλεται στον πληθυσμό των Ζεϊμπέκων. Αναφέρεται ότι διαδόθηκε στα ελλαδικά αστικά κέντρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο, η εμφάνισή του ανάγεται στα τέλη του 17ου αιώνα σε αστικά κέντρα όπως η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη. Αρχικά ήταν αντικριστός χορός δύο ατόμων που έφεραν οπλισμό, αλλά εξελίχθηκε σε «μονήρη αυτοσχεδιαστικό ανδρικό χορό».

Ο Μάρκος Δραγούμης, μουσικολόγος μετά από μια μεγάλη έρευνα και μελέτη πάνω στο ρεμπέτικο και στο μικρασιατικό τραγούδι, δίνει από ιστορικής πλευράς την εξής άποψη για τις ρίζες του ρεμπέτικου:  «Οι μουσικές ανταλλαγές που είχαν αρχίσει πριν τον 17ο αιώνα, κι ίσως πιο πριν, ανάμεσα στον ποικίλο πληθυσμό που αποτελούσε το λαϊκό υπόστρωμα των αστικών κέντρων του Αιγαίου, του Ελλήσποντου, της Προποντίδας και της Μαύρης Θάλασσας συνεχίστηκαν με έντονο ρυθμό ως την καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Οι ανταλλαγές αυτές προκάλεσαν τη  δημιουργία απειράριθμων μελωδιών, που οι ρίζες τους βρίσκονται κυρίως στη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική με τους «ήχους» της και στην τούρκικη κλασική μουσική με τα «μακάμια» της, που ονομάστηκαν από μας “δρόμοι”». Βρίσκονται επίσης και «στη δημοτική μουσική της Μυσίας, της Αν. Θράκης, της Βιθυνίας και των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, στα ελληνικά νησιώτικα και αστικά λαϊκά τραγούδια και τέλος στη δημοτική μουσική των βορείων γειτόνων μας κι ιδιαίτερα των Ρουμάνων».

«Η μουσική αυτή (λέει ο Δραγούμης) – ίσως επειδή ήταν κάπως ανομοιογενής – δεν τράβηξε όσο θα έπρεπε την προσοχή των λαογράφων μας, κι έτσι δεν ευτύχησε να καταγραφεί σε νότες και να δημοσιευθεί σε ειδικές συλλογές, όπως η πιο παλιά δημοτική μουσική μας. Δεν χάθηκε όμως. Ένα μεγάλο μέρος της διαφυλάχτηκε σε μια σειρά από δίσκους 78 στροφών, που γυρίστηκαν στις ΗΠΑ κατά τη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του (προηγούμενου) αιώνα μας, με εκτελεστές Έλληνες μετανάστες. Εξετάζοντας το υλικό αυτό βλέπουμε ότι πέρα από την καλλιτεχνική του αξία, έχει και μεγάλη ιστορική σημασία, γιατί αποτελεί την πιο ουσιαστική πηγή που διαθέτουμε για τη μελέτη των καταβολών του ρεμπέτικου τραγουδιού». (Κέντρο μελέτης και έρευνας του ρεμπέτικου τραγουδιού» 1977.)

Ο Σίμων Καράς υποστήριζε πως ο χορός είχε κληρονομιά αρχαιοελληνική (ρυθμική – χορευτική) αφού το ρυθμικό τους σχήμα των 9 χρόνων διαφαίνεται στις ωδές της Λεσβίας Σαπφούς.

Ο γνήσιος ελληνικός ζεϊμπέκικος

Κάποτε ήταν χορός μοναχικός και μόνο για τους άντρες. Είναι χορός γήινος. Ο άντρας χορεύει μόνος και είναι «δεμένος» με την γη. Γίνεται ένα με αυτήν. Δεν χοροπηδάει. Δεν κάνει μπαλέτο. Έχει βαριά συναισθήματα μέσα του που τον «βαραίνουν» και τον «κρατάνε» στην γη.  Και αυτά εκφράζει. Έχει μέσα του συνήθως πόνο (ερωτικό ή κοινωνικό). Πράγματι μοιάζει με την αργή κίνηση του αρχαιοελληνικού Χορού στις τραγωδίες.

Ωστόσο σήμερα, τον χορεύουν όλοι και συχνά πολλοί πολλοί μαζί. Φυσικά τον χορεύουν και γυναίκες. Κανονικά πάντως είναι μοναχικός χορός. Κάποιοι λένε ότι δεν έχει βήματα, αλλά μόνο φιγούρες. Στις σχολές χορού σήμερα διδάσκεται και μάλιστα με σειρά βημάτων. Έχει μία συγκεκριμένη κυκλική κίνηση. Ο ρυθμός ακολουθεί το βυζαντινό μέτρο που είναι στα 9/8, ενώ η συνηθισμένη ρυθμική του διάταξη είναι: 2/8+2/8+2/8+3/8 ή 4/8+2/8+3/8.

Χορεύεται σε χώρο που δεν ξεπερνά το τετραγωνικό μέτρο και κυριαρχείται από αυτοσχεδιαστικές κινήσεις. Ως ιδιόρρυθμος εννεάσημος χορός έχει διαφορετικές μουσικές οργανώσεις και ποικίλλει ανάλογα με το θεματικό περιεχόμενο, τον χώρο προέλευσης και τη χρονική περίοδο που δημιουργήθηκε.

Πάντως όλοι παραδέχονται ότι αν ενσωματώσεις μέσα σου, τον ρυθμό, μπορείς να κάνεις μόνο φιγούρες. Το σωστό είναι κάθε χορευτής να χορεύει μόνο το τραγούδι που τον εκφράζει και μόνον μία φορά, σε μια εκδήλωση.

Η παραγγελιά

Παλαιότερα, αλλά συχνά και στις ημέρες μας, συμβαίνει κάποιος να τολμήσει να διακόψει κάποιον που χορεύει ζεϊμπέκικο. Είναι ρίσκο. Δεν έχει ακόμα εξαλειφθεί ο θεσμός της “παραγγελιάς” που φέρεται να ξεκίνησε στα χρόνια της Κατοχής. Δηλαδή οι μουσικοί, συνήθως με το…αζημίωτο, προαναγγέλλουν τον ζεϊμπέκικο ή και άλλο χορό που θα ακολουθήσει, έπειτα από ειδική παραγγελία ενός θαμώνα. Όσο χορεύει αυτός, κανονικά, δεν επιτρέπεται να χορέψει κανείς άλλος μαζί του στον ίδιο χώρο ούτε να τον ενοχλήσει.

Το 1973, ο Νίκος Κοεμτζής, όταν κάποιοι παρενόχλησαν και πρόσβαλαν τον αδελφό του που χόρευε ζεϊμπέκικο με “παραγγελιά”, σε νυχτερινό κέντρο, σκότωσε με μαχαίρι τρεις ανθρώπους και τραυμάτισε αρκετούς ακόμα. Δεν είναι σπάνιο θέαμα στις ημέρες μας, οι συμπλοκές για παρόμοιες παρεξηγήσεις με αιτία ένα ζεϊμπέκικο.

Ο ζεϊμπέκικος ορίζεται ως ρεμπέτικος χορός, τουλάχιστον για την περίοδο 1850-1953 σε ό,τι αφορά στην κοινωνική του διάσταση. Από το 1953 έως το 1980 οι μετεξελίξεις και οι μετασχηματισμοί της ελληνικής κοινωνίας φέρνουν στο προσκήνιο το ζεϊμπέκικο ως λαϊκό χορό. Από το 1980 και εντεύθεν, αλλάζουν όλα. Ο ζεϊμπέκικος ορίζεται ως πανελλήνιος χορός που εξελίσσεται σύμφωνα με την ελληνική αστικολαϊκή μουσική παράδοση, η οποία επίσης αλλάζει.

Ο τουρκικός zeybek

Ο Τουρκικός χορός “Ζεϊμπέκ” (zeybek ή zeybeği ) ωστόσο δεν έχει καμία σχέση με το Ελληνικό Ζεϊμπέκικο. Ρυθμικά είναι μια μορφή αργού τσιφτετελιού που χορεύεται συνήθως ομαδικά. Ο χορός έχει τις ρίζες του σε τούρκικο παραδοσιακό χορό.

Τα χαρακτηριστικά του τούρκικου χορού δεν έχουν καμία σχέση με τον Ελληνικό μοναχικό χορό ζεϊμπέκικο. Η μουσική του Ελληνικού Ζεϊμπέκικου στα 9/8 δεν έχει καμία σχέση με τα 4/4 και τον ρυθμό αργού τσιφτετελιού του zeybek.  Υπάρχουν πολλά είδη ρυθμών “ζεϊμπέk” που μοιάζουν μεταξύ τους αλλά κανένας δεν μοιάζει με το ελληνικό ζεϊμπέκικο.

Το ότι ο ελληνικός ζεϊμπέκικος χορός προέρχεται από τον τούρκικο των ζεϊμπέκηδων είναι μάλλον παρεξήγηση τυχαίων συμβάντων με θέμα το ζεϊμπέκικο, την “παραγγελιά”, την αγριάδα των Ζεϊμπέκηδων. Κάποιοι βαπτίζουν το ζεϊμπέκικο σαν αρχαίο Ελληνικό χορό και κάποιοι σαν Τούρκικο.  Μια ματιά στον τρόπο που χορεύεται το zeybek σήμερα κοινωνικά ή παραδοσιακά με τις στολές, αρκεί για να μας δείξει ότι το Ελληνικό ζεϊμπέκικο είναι κάτι διαφορετικό και δεν έχει καμία σχέση με τον τούρκικο zeybek.

Το συρτάκι

Το συρτάκι είναι δημοφιλής ελληνικός χορός ο οποίος χορογραφήθηκε από τον Γιώργο Προβιά το 1964, για την κινηματογραφική ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, «Ζορμπάς ο Έλληνας» (Zorba the Greek).  Την μουσική στην οσκαρική ταινία έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο χορός είναι πολύ νέος, χωρίς αρχαίες ρίζες. Είναι ο πιο διάσημος ελληνικός χορός στο εξωτερικό.

Πώς χορεύεται

Χαρακτηρίζεται από αργές στην αρχή και γρήγορες στη συνέχεια κινήσεις του χασάπικου. Και τέλος ο χορός γίνεται τόσο γρήγορος που είναι αδύνατον κανείς να χορέψει στα βήματα του χασάπικου. Τότε ο χορός γίνεται χασαποσέρβικος.

Κύριο χαρακτηριστικό του χορού αυτού και της μουσικής του είναι η επιτάχυνση στο ρυθμό. Το όνομα συρτάκι προέρχεται από την λέξη συρτός, ένα κοινό όνομα για μια ομάδα παραδοσιακών ελληνικών χορών στους οποίους οι χορευτές “σέρνουν” τα πόδια τους σε αντιδιαστολή με τους πηδηχτούς χορούς.

Το συρτάκι πάντως ενσωματώνει και τον συρτό (στο πιο αργό μέρος του) και στοιχεία πηδηχτού (στο γρηγορότερο μέρος του). Σήμερα το συρτάκι είναι ένα από τους πιο γνωστούς χορούς και στην Ελλάδα και στις ελληνικές ταβέρνες σε όλο τον κόσμο. Ο χορός έγινε διάσημος στον κόσμο και συνώνυμος με την Ελλάδα από τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη, σαν «συρτάκι του Ζορμπά.»

Ο χορός του Ζορμπά, το μοναδικό συρτάκι, που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης και περιλήφθηκε στο άλμπουμ «Zorba the Greek», που ήταν και το soundtrack της ταινίας «Αλέξης Ζορμπάς» αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες «σφραγίδες» του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Η ταινία κυκλοφόρησε το 1965 σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη με πρωταγωνιστή τον Άντονι Κουίν. Ήταν βασισμένη στο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Ζορμπάς» και κέρδισε τρία Όσκαρ.

Σύμφωνα με την Μηχανή του Χρόνου, ο Κακογιάννης  είχε πει ότι ο Κουίν δεν κατάφερε ποτέ να μάθει όλα τα βήματα. Έμαθε τα πρώτα, και για τις ανάγκες της ταινίας, μέχρι να τελειώσει ο χορός, γίνονταν μακρινά πλάνα, στα οποία χόρευε ο Τάκης Παπαεμμανουήλ.

Η δικαστική διαμάχη

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης στο διάστημα 1949-1950 κυκλοφόρησε τον «Αρμενοχωριανό Συρτό» με σόλο λαούτο. Τραγουδιστής ήταν ο Χρήστος Κορονιωτάκης. Ο «Αρμενοχωριανός Συρτός» χρησιμοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη για την σύνθεση του “Zorba the Greek”. Αυτό στην συνέχεια αποτέλεσε αιτία δικαστικής διαμάχης ανάμεσα στους δύο συνθέτες.

Η χορογραφία

Το συρτάκι χορεύεται με σχηματισμό γραμμών ή κύκλων από τους χορευτές, οι οποίοι κρατιούνται με τα χέρια από τους ώμους των διπλανών τους. Ο σχηματισμός γραμμών είναι πιο συνηθισμένος. Το μέτρο είναι 4/4, αυξάνεται σταδιακά και φτάνει στα 2/4 στο γρηγορότερο μέρος. Συνεπώς, ο χορός αρχίζει με πιο αργές, ομαλότερες κινήσεις οι οποίες βαθμιαία γίνονται γρηγορότερες, ζωηρές, συμπεριλαμβάνοντας συχνά και μικρά πηδήματα.

Το Ρεκόρ Guinness

Στις 31 Αυγούστου του 2012, το παγκόσμιο ρεκόρ Guinness για το συρτάκι έσπασε από 5.614 ανθρώπους οι οποίοι χόρεψαν συρτάκι για πέντε λεπτά δίπλα στη θάλασσα, στην παραλία της πόλης του Βόλου.  Η ΕΚΠΟΛ (Εταιρεία Κοινωνικής Παρέμβασης & Πολιτισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας) στο Δήμο Βόλου, διοργάνωσε την εκδήλωση στην κεντρική παραλία της πόλης, κάτω από το φως της δεύτερης πανσελήνου του μήνα, στις 31 Αυγούστου.

Τότε, 5.614 άνθρωποι ηλικίας από 14 έως 89 ετών χόρεψαν με τη μουσική του Ζορμπά του Μίκη Θεοδωράκη, γεμίζοντας την παραλία της πόλης. Χόρεψαν άνθρωποι από τον Βόλο, την Λάρισα, την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη, τα Τρίκαλα, ακόμη και από τα νησιά της χώρας ενώ συμμετείχε  και η εθνική ομάδα συγχρονισμένης κολύμβησης.


Πηγή: enikos.gr - κοινωνία




Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2023

Χορός: Η σημασία του στη ζωή μας



Χορός: Η σημασία του στη ζωή μας

Από Μαριάνθη Τρίγκη



πηγή εικόνας: https://www.notia.gr

Χορός…Είναι μόνο τα σωστά βήματα; Αρκεί ένας χορευτής να γνωρίζει μόνο τα σωστά βήματα για να μας εκπλήξει με το αποτέλεσμα; Τι θα πρέπει να δούμε σε έναν χορευτή για να μας καθηλώσει με το χορευτικό του αποτέλεσμα;

Όντας, λοιπόν, χρόνια μέλος χορευτικών συλλόγων θα έλεγα πως ο χορός είναι αρχικά ψυχή. Με τον χορό του ένας άνθρωπος εναποθέτει στη γη με τα πατήματά του αυτά που κουβαλάει συνήθως η ψυχή του. Ο χορός, λοιπόν, είναι ένας τρόπος να εκτονώσουμε το ψυχικό μας βάρος και την ένταση που μπορεί να κουβαλάμε και να αισθανθούμε όμορφα και απαλλαγμένοι από τα άγχη και τις ανησυχίες μας. Είναι, επιπλέον, ένα είδος άσκησης τόσο του σώματος όσο και της ψυχής, καθώς όπως και όλα τα είδη γυμναστικής μάς αναζωογονούν και παροδικά μάς δίνουν την ευκαιρία να αποτοξινωθούμε από την καθημερινότητα, απορροφώντας την τοξικότητα και κάνοντάς μας να αισθανθούμε ευημερία και χαλάρωση.

Ωστόσο, ένας χορευτής δεν κρίνεται μόνο από τα σωστά βήματα που πρέπει να ακολουθήσει για να βγάλει ένα άρτιο αποτέλεσμα. Χορός σημαίνει κατάθεση ψυχής. Χορός σημαίνει κάθε νότα που ακούω να την αντιλαμβάνομαι ως το μεδούλι και να αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής μου. Υπάρχουν, λοιπόν, χορευτές που μπορεί να μην ακολουθούν τα σωστά βήματα ωστόσο μένουμε καθηλωμένοι με το χορό τους και δεν μπορούμε να χορτάσουμε το θέαμα που μας προσφέρουν. Γιατί; Γιατί σε κάθε τους βήμα καταθέτουν και την ψυχοσύνθεσή τους, είτε τη χαρά τους είτε τη λύπη τους χορεύοντας ένα τραγούδι πιο βαρύ.

Συνεπώς, ο χορός είναι ένα μέσο το οποίο μπορεί να ελαφρύνει την ψυχή μας από οποιαδήποτε έννοια και να μας βοηθήσει να χαλαρώσουμε και να εκτονώσουμε ό,τι μας βαραίνει συναισθηματικά. Είναι βέβαια και ένας τρόπος να γνωρίσουμε την παράδοση της χώρας μας και να μυηθούμε στις χορευτικές δεξιότητες και τις παραδοσιακές φορεσιές του κάθε τόπου ξεχωριστά αλλά και να γνωρίσουμε και τις χορευτικές παραδόσεις και άλλων χωρών ανά τον κόσμο διοργανώνοντας ταξίδια και να έρθουμε κοντά και με ανθρώπους με τους οποίους έχουμε ίσως και κοινά ενδιαφέροντα. Ανταλλαγή απόψεων και κουλτούρας ανάμεσα στους λαούς, διεύρυνση των γνωστικών μας οριζόντων και αποδοχή της διαφορετικότητας είναι μερικά μόνο από τα οφέλη τα οποία μπορεί να μας αποδώσει η ενασχόλησή μας με την παράδοση και τον παραδοσιακό χορό.

Άρα, ο χορός είναι τρόπος ζωής. Έχει να μας προσφέρει και να μας διδάξει πάρα πολλά κι έτσι να ωφεληθούμε στο έπακρο ψυχικά, συναισθηματικά αλλά και νοητικά. Τολμήστε, λοιπόν, να μάθετε χορό και να οργανωθείτε στους συλλόγους της περιοχής σας και να απολαύσετε τα τόσο σημαντικά για τον άνθρωπο οφέλη!


Πηγή: www.maxmag.gr

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

 

Δαντέλα – Κοπανέλι

Της κυρίας Αρετής Γαλάνη – Κουκούλη.

ed-kp-00










Το κοπανέλι είναι ένα ιδιαίτερο είδος θαυμάσιας χειροποίητης δαντέλλας, που πλέκεται με ειδικό τρόπο. Η ονομασία «κοπανέλι» προέρχεται από το ρυθμικό κτύπημα που κάνουν τα ξυλάκια, επάνω στα οποία βρίσκονται τυλιγμένες οι κλωστές, καθώς μετατοπίζονται κατά την διαπλοκή.
Η τεχνική δεν είναι άλλη από την διαπλοκή – το πλέξιμο – ινών και κλωστών – σε κατακόρυφη διάταξη τοποθετημένων – χωρίς κόμπους και δεσίματα ανάμεσα.
Δεν είναι γνωστό πότε και που γεννήθηκε το κοπανέλι. Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως οι Αιγινήτικες δαντέλλες εξετίθεντο και επωλούντο ήδη το 1884 – 85 στην Βασιλική Σχολή Χειροτεχνίας, στην Αθήνα – Φιλελλήνων, 7 που είχε ιδρύσει η Βασίλισσα Αμαλία και η πριγκίπισσα Υψηλάντη. Επισήμως η τέχνη του κοπανελιού άρχισε να διδάσκεται στην Βασιλική Σχολή Χειροτεχνίας, που ιδρύθηκε, εδώ, στο νησί μας, το 1987. Βασιλικές Σχολές Χειροτεχνίας ιδρύθηκαν και στις Σπέτσες, την Κόρινθο, την Κεφαλονιά, το Γαλαξίδι, το Κορωπί και αλλού, αλλά οι Αιγινήτικες δαντέλλες δεν ομοιάζουν προς αυτές των άλλων πόλεων και νησιών. Καθώς λέγεται, η σχολή κοπανελιού, εδώ στην Αίγινα, έγινε με την συμβολή της Λαίδης Engerton – συζύγου του Βρετανού Πρέσβη -  η οποία είχε πολλές φορές δεχθεί την φιλοξενία της κ. Κοντοσταύλου – κυρίας επί των τιμών της Βασίλισσας – στην βίλλα της, εδώ, στο νησί μας. Έκτοτε πολλές γυναίκες έχουν διδαχθεί την τέχνη αυτή, είτε διότι τους αρέσει, πλέκοντας για προσωπική χρήση ή προκειμένου να πωλούν τις δαντέλες για λόγους βιοποριστικούς ή για να έχουν ένα επιπρόσθετο οικογενειακό εισόδημα.
Η δαντέλλα πλέκεται κομμάτι – κομμάτι, τμηματικά, περίπου ως εξής: Οι γυναίκες κάθονται και βάζουν επάνω στα πόδια τους ή ένα μικρό τελάρο ή ένα κασελάκι, για το πλέξιμο κομματιών δαντέλλας μικρών και στενών ή βάζουν ένα ειδικό μαξιλάρι, το κουσούνι, για μεγαλύτερα κομμάτια δαντέλλας. Έπειτα τοποθετούν πάνω στο μαξιλάρι αυτό και στερεώνουν καλά την λεπτή περγαμηνή, όπου έχουν σχεδιάσει το πατρόν της δαντέλας τους. Ακολούθως τοποθετούν, πολύ προσεκτικά, καρφίτσες – οδηγούς πάνω στο περίγραμμα και τις διασταυρώσεις του σχεδίου. Οι κλωστές τους δεμένες ανά 2, 4, ή 8 είναι στερεωμένες σε μία καρφίτσα, στην αρχή του σχεδίου και το μήκος του βρίσκεται, τυλιγμένο σε 18 με 20 ειδικά μακρόστενα ξυλάκια, σαν πασσάλους, κοπανέλια, φτιαγμένα ή από κόκαλο ή δρυ ή λεμονιά ή αμυγδαλιά.
Κρατώντας η πλέχτρα τώρα ένα ζευγάρι κοπανέλια στο ένα χέρι και στο άλλο, περνά τις κλωστές πάνω – κάτω σαν να υφαίνει. Όταν το ή τα κομμάτια είναι έτοιμα, επαναλαμβάνει την ίδια διαδικασία για τα επόμενα κομμάτια, τα οποία μετά συνενώνονται στο απαιτούμενο μέγεθος.
Οι γυναίκες αμείβονται με το κομμάτι και σύμφωνα με τον αριθμό των κομματιών είναι και η ζητούμενη τιμή ολόκληρης της δαντέλλας. Μικρές ή μεγαλύτερες δαντέλλες χρησιμοποιούνται για να τοποθετηθούν πάνω σε τραπέζι σαλονιού , στον μπουφέ ή όπου άλλου, ως διακόσμηση, Έχουν όμως πλεχθεί και ολόκληρα τραπεζομάντιλα με την δαντέλλα αυτή, όπως και κουρτίνες επίσης. Λέγεται μάλιστα, πως κάποτε έπλεξαν ολόκληρη δαντελένια μπλούζα, που έραψαν μετά πάνω σε ύφασμα ζορζέτας. Ήταν σύνηθες,  παλαιότερα, δαντέλλες – κοπανέλια να τοποθετούνται, ράβοντας τες πάνω σε προικιά, νυφικά φορέματα, βαπτιστικά κτλ. Οι δημοφιλέστερες Αιγινήτικες δαντέλλες είναι οι ονομαζόμενες δαντέλλες Βρυξελών ή Μιλάνου.
Η τέχνη του κοπανελιού μεταδίδεται παραδοσιακά από μάνα σε κόρη έως σήμερα. Κάποιες από τις αείμνηστες δασκάλες της τέχνης αυτής ήταν οι: Όλγα Μαρμαρινού, Νίκη Λορέντζου, Σοφία Γιαννίτση, Ιουλία Λεούση, Τιτταούλη, Κάππου, Γαρυφάλλου, Σταυρούλα Αιγινήτου, Λάουλα Αγγελοκαστρίτου και πολλές άλλες φυσικά.
Σήμερα ελάχιστα κορίτσια γνωρίζουν την τέχνη αυτή, για τον λόγο αυτόν ιδρύθηκε τμήμα στον Μορφωτικό Σύλλογο Αίγινας «Ο Καποδίστριας» προκειμένου να διασωθεί και διαδοθεί αυτή η ιδιαίτερη και καταπληκτική πλέξη δαντέλας όχι μόνο στην Αίγινα, αλλά και σε όλη την Ελλάδα.



Πηγή: https://www.aeginaportal.gr/politismos/laografia

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2023

 «Εβγάτε ν' αγναντέψετε τις Συρρακιωτοπούλες» - Συρράκο Ιωαννίνων


«Εβγάτε ν' αγναντέψετε τις Συρρακιωτοπούλες» - Συρράκο Ιωαννίνων

 



 Τραγούδι του γάμου από το βλαχοχώρι Συρράκο, στην περιοχή των Τζουμέρκων, νομού Ιωαννίνων. Χορεύεται ως τσάμικος. Πρόκειται για τραγούδι ευρύτερα γνωστό σε Θεσσαλία και σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, αλλά αντί για «Συρρακιωτοπούλες», αναφέρεται σε «Αγραφιωτοπούλες». Η μελωδία, σχεδόν αυτούσια, απαντάται στην περιοχή των Αγράφων και της Αργιθέας.

Το Συρράκο, γνωστό και γραφικό αρχοντοχώρι των Τζουμέρκων, αποτελεί βασικό πυρήνα της μουσικής επιτέλεσης στην ευρύτερη περιοχή των Τζουμέρκων, συνεχίζοντας την παράδοσης μέχρι σήμερα μέσω της γνωστής οικογένειας των Γεροδημαίων.

 

Ακούστε το τραγούδι:

 

https://www.youtube.com/watch?v=c2URKh0Xi28

 

 

Οι στίχοι:

 

Εβγάτε ν' αγναντέψετε τις Συρρακιωτοπούλες

πώς ροβολάν για το χορό, στον πλάτανο στη Γκούρα*.

Άλλες πηγαίνουν για χορό, άλλες να κάνουν χάζι,

μα μια ψηλή λεβεντονιά κλαίει κι αναστενάζει [...]

 

* το σημερινό χωριό Βαπτιστής Ιωαννίνων

 

 

ΔΙΣΚΟΣ:

«Χοροστάσι στο Συρράκο»

 

ΜΟΥΣΙΚΟΙ:

Τραγούδι: Κώστας Γεροδήμος

Κλαρίνο: Νίκος Καψάλης

Κλαρίνο & Φλογέρα στα τραγούδια 8-10-12-13-14-16: Βασίλης Μπακαγιάννης

Βιολί : Κώστας Κωσταγιώργος

Λαούτο & κιθάρα ακουστική : Γιάννης Διαμάντης

Ντέφι : Κώστας Χαληγιάννης

Ιδέα για την έκδοση & επιμέλεια : Δημήτρης Βαγγέλης

 

ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Σύνδεσμος Συρρακιωτών Πρέβεζας

 

 #greek_folk_music #music_of_epirus

Πηγή: Υoutube.com - Greek folk Music

happytraveller.gr/


Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

Οκτώβριος: Από πού πήρε το όνομά του - Λαϊκή παράδοση, παροιμίες

 

Οκτώβριος: Από πού πήρε το όνομά του - Λαϊκή παράδοση, παροιμίες

 

Από τη λατινική λέξη octo, που σημαίνει οχτώ, πήρε ο Οκτώβρης τ' όνομά του, γιατί  πραγματικά στο παλιό-ρωμαϊκό ημερολόγιο, που άρχιζε από το μήνα Μάρτη, κρατούσε την όγδοη θέση.

Όταν το 46 π.χ. τα πρωτεία του χρόνου τα πήρε ο Γενάρης, τότε ο Οκτώβρης έγινε ο δέκατος μήνας.

Αττικός μήνας: ΠΥΑΝΕΨΙΩΝ 14 Οκτωβρίου - 12 Νοεμβρίου. Ηταν ο τέταρτος μήνας του αττικού έτους. Ονομάστηκε Πυανεψιών από τα ιερά Πυανέψια ή Πυανόψια, γιορτή προς τιμήν του Απόλλωνα.

Ετυμολογία: Ο Πυανεψιών παράγεται από τις πυάνους (κυάμους: κουκιά) + έψειν (έψω=ψήνω, βράζω).

Ιερά Πυανέψια: Κάθε χρόνο στις 7 Πυανεψιώνα (Οκτωβρίου), γιορτή του Απόλλωνα, οι Αθηναίοι έβραζαν κουκιά μαζί με άλλα όσπρια προσφέροντάς τα σε κοινή συνεστίαση ευχόμενοι καλή σπορά. Περιέφεραν ακόμα την Ειρεσειώνη δηλαδή ένα κλαδί ελιάς στολισμένο με μαλλί γεμάτο από καρπούς, τραγουδώντας: «Η Ειρεσειώνη σύκα φέρνει και παχιά ψωμιά και στα βάζα μέλι και λάδι και κρασί δυνατό...» (Πλούταρχος).

Ο λαός κατά τα συνηθισμένα τού έδωσε και τα δικά του ονόματα: τον λέει Αγιοδημήτρη ή Αι-δημητριάτη, αφού η πιο μεγάλη γιορτή είναι του Αγίου Δημητρίου, και Σπαρτό, είναι ο μήνας που θ' αρχίσει η σπορά. Λέμε θ' αρχίσει, γιατί η σπορά δεν γίνεται μόνο τον Οκτώβρη, αλλά προετοιμάζεται απ' το Σεπτέμβρη και συνεχίζεται μέχρι τα Χριστούγεννα. 

Γεωργικές εργασίες

Σπέρνουμε:Μαρούλια, πράσα, ραδίκια, ρόκα, ζοχούς, αντίδια, καυκαλήθρες, μυρώνια, μαϊντανό, σινάπια, σπανάκι, καρότα, παντζάρια, ραπανάκια.

Φυτεύουμε:Κρεμμύδια, σκόρδα, μπιζέλια, κουκιά.

Μεταφύτευουμε:Μάπες, μπρόκολα κουνουπίδια, μαρούλια, αγκινάρες.

Συγκομιδή:Καρύδια, ρόδια, ελιές, λεμόνια, λοτούς, κυδώνια, αχλάδια.

Γενικές εργασίες και φροντίδες

Μαζεύουμε τα φύλλα και τα κλαδιά του εδάφους και τα χρησιμοποιούμε για την παρασκευή κομπόστας.

Κόψιμο και καθαρισμός του εδάφους από καλοκαιρινές καλλιέργειες.

Σκαλίζουμε ελαφρός το έδαφος για την φύτευση λαχανικών.

Η προετοιμασία του σπόρου το μήνα Οκτώβριο

Σήμερα οι γεωργοί (ζευγάδες ) έχουν την ευχέρεια να αγοράζουν σπόρο από την καλύτερη ποικιλία. Παλαιότερα, όμως, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να διαλέγουν από το καλύτερο σιτάρι που είχαν. Έπειτα αυτόν το σπόρο προσπαθούσαν με μαγικά μέσα να τον δυναμώσουν και να εξασφαλίσουν την προκοπή του. Η τύχη του σπόρου, που θα πέσει τώρα, αυτήν την εποχή στη γη, είναι πολύ σημαντικό πράμα, γιατί απ΄ αυτή εξαρτιέται αν θα΄χει η αγροτική οικογένεια να φάει την επόμενη χρονιά ή αν θα πεινάσει. Οι άνθρωποι ζούσαν από χρονιά σε χρονιά, εξαρτημένοι από την κάθε φορά καλή ή κακή σοδειά. Γι' αυτό οι λέξεις καλοχρονιά ή κακοχρονιά έχουν για το λαό μια ειδική σημασία: σημαίνουν την καλή ή τη κακή σοδειά. Για να εξασφαλιστεί η τύχη του σπόρου, δεν αρκούσε μόνο η σκληρή δουλεία των αγροτών. Για να πετύχουν την καλοσοδειά χρειαζόταν να΄ χουν βοηθό και δυνάμεις που βρίσκονται έξω από τον άνθρωπο, τη θεία δύναμη και την ευχή. Πώς όμως θα πάρουν με το μέρος τους τις δύο αυτές δυνάμεις; Δύο είναι οι τρόποι, όπως μας διδάσκει η λαογραφία. Ο πρώτος είναι η προσφορά δώρων στο Θεό, ο σεβασμός και η προσευχή. Ο άλλος τρόπος είναι όχι πια να τον παρακαλέσει, αλλά να τον εξαναγκάσει, κατά κάποιο τρόπο, να βοηθήσει. Αυτό το κάνει η μαγεία.

Παροιμίες

Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα 'χεις.

Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη, πούλησ' το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια.

Αν δεν χορτάσει ο Οκτώβρης τη γη, πούλησ' τα βόδια σου και ‘γόρασε σιτάρι.

Αν δε βρέξει, πως θα ξαστερώσει;

Αν δε βρέξει, ας ψιχαλίσει, πάντα κάτι θα δροσίσει.

Οκτώβρης και δεν έσπειρες, οκτώ σπυριά δεν κάνεις.

Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός.

Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι.

Ο καλός ο νοικοκύρης, ο λαγός και το περδίκι, όταν βρέχει χαίρονται.

Μακριά βροντή, κοντά βροχή.

Το Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια.

Τ' άη - Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ΄μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό.

Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις.

Βαθιά τ' αυλάκια  να φουντώσουνε τα στάχυα.

Δεύτερο αλέτρι, δεύτερο δεμάτι.

Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις.

Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα.

Αι-Δημητράκη μικρό καλοκαιράκι.

Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη έχει οχτώ σειρές στ' αλώνι.

Οκτώβρης και δεν έσπειρες οκτώ σωρούς δεν έκανες.

 

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Γιορτές και Έθιμα Ρώσοι και Σλάβοι για τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου τον Οκτώβρη

Η γιορτή του Αγίου Δημητρίου σηματοδοτεί γι' αυτούς, όπως και για τους Έλληνες, το τέλος του καλοκαιριού και την αρχή του χειμώνα. «Έρχεται ο Άγιος Δημήτριος (Mitrovdan) καβάλα στο άσπρο άλογο» λέει μια σερβική παροιμία. Οι Ρώσοι λένε: «Τη μέρα του Αγίου Δημητρίου ο χειμώνας σκαρφαλώνει στο φράχτη» ενώ οι Βούλγαροι λένε πως την ημέρα αυτή  « ο μπάρμπα-Δημήτρης τινάζει τα άσπρα γένια του και από αυτά πέφτει το πρώτο χιόνι».

Στους Ουκρανούς και τους Λευκορώσους, μετά του Αγίου Δημητρίου σταματούσαν οι προξενιές. Σέρβοι και Βούλγαροι θεωρούν προστάτη των σπιτιών από ποντίκια και φίδια το «μαθητή» του αγίου Νέστορα, που σύμφωνα με το θρύλο σκότωσε το δράκοντα από τον οποίο έβγαιναν τα ποντίκια, τα φίδια και άλλα χθόνια ζώα.

Στη Βουλγαρία λένε: Η ημέρα του Αγίου Δημητρίου «λύνει και δένει», επειδή η ημέρα αυτή σηματοδοτούσε τη λήξη των καλοκαιρινών συμφωνιών, την πληρωμή των εργατών από τους εργοδότες, την εξόφληση χρεών και εργατών για τη μισή χρονιά και το κλείσιμο νέων συμφωνιών για την επόμενη περίοδο.

Έθιμα Αγίου Δημητρίου το μήνα Οκτώβριο

Δημήτρηδες υπάρχουν σχεδόν όσοι και Γιώργηδες, γιατί και οι δύο Άγιοι έχουν τιμηθεί εξαιρετικά απ' τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.  Καβάλα στ' άλογά τους - άσπρο, κάτασπρο του Αι-Γιώργη, κοκκινωπό του Αι-Δημήτρη - δείχνουν με τα όπλα που κρατούν πως είναι αποφασισμένοι να προστατέψουν τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους από κάθε κακό. Τους ίδιους και τις φαμίλιες τους, τα ζώα και τα χωράφια, ολόκληρο το βιος τους. Στο Τζαντό της Θράκης μεταμφιεσμένοι κρατώντας Ειρεσειώνες συνόδευαν την ξύλινη τζαμάλα (καμήλα) σε όλα τα σπίτια, ευχόμενοι «καλή σπορά».Οι λιτανείες για βροχή το μήνα Οκτώβριο (πρωτοβρόχια)

Ο Οκτώβρης είναι ο καταλληλότερος μήνας για σπορά. Για να σπείρει ο γεωργός πρέπει πρώτα να βρέξει- τα πρωτοβρόχια είναι απαραίτητα για τη σπορά. Κι αν δε βρέξει; Τι γίνεται τότε; Τότε γίνεται λιτανεία. Οι κάτοικοι του χωριού συγκεντρώνονται στην εκκλησία και, αφού διαβάσει ο παπάς ειδική ευχή, παίρνουν τις εικόνες και ξεχύνονται στον κάμπο, με τον παπά επικεφαλής να ψέλνει. Με τη λιτανεία-προσευχή και σεβασμό στο Θεό, οι αγρότες παρακαλούν το Θεό για να φέρει βροχή.

«Περπερούνα»

Υπάρχουν, όμως και μαγικά έθιμα που σκοπό έχουν όχι να παρακαλέσουν -όπως οι λιτανείες- το Θεό, αλλά να τον εξαναγκάσουν σε βοήθεια. Αυτά τα έθιμα έχουν σκοπό να προκαλέσουν βροχή με μαγικό τρόπο (μαγεία). Ένα από αυτά είναι η περπερούνα.

Η Περπερούνα ή Περπερού ή Πιρπιρού είναι ένα έθιμο που το κάνουν τα κορίτσια. Διαλέγουν ένα κοριτσάκι 8-10 ετών, συνήθως φτωχό ή ορφανό, και το στολίζουν με λουλούδια και πρασινάδα. Η πρασινάδα χρησιμεύει -όπως λένε στο Δρυμό της Μακεδονίας, ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη- «για να πρασινίσει ο κάμπος σαν τη Πιρπιρού». Όλη η παρέα των κοριτσιών, με την Πιρπιρού στη μέση, φτάνει σε σπίτι και τραγουδά το τραγουδάκι της Περπερούνας.

Στο Δρυμό λένε:

«Πιρπιρού, δροσούλα μου,

παρακάλσι τουν Θιο (Θεό)

για να δώσει μια βρουχή,

μια βρουχή βασιλικιά

δω στα στάρια, τα κριθάρια

στα λιανά τα παρασπόρια.

Μπάρις-μπάρις* του νιρό

Λιούμπις-λιούμπις** του κρασί

Κάθι στάχυ κι κιλό

Κάθι κούρβου (στοίβα) κι μιτρό»

*μπάρις-μπάρις το νιρό= βροχή πολύ δυνατή, μπόρα

** λιούμπις-λιούμπις το κρασί= μεγάλη ποσότητα κρασιού

Μόλις τελειώσει το τραγούδι, η νοικοκυρά του κάθε σπιτιού βγαίνει έξω και χύνει πάνω στο κεφάλι του παιδιού νερό και εύχεται : « Καλή βροχή να δώσει ο Θεός». Έπειτα δίνει ένα νόμισμα στο κοριτσάκι ή ό,τι άλλο έχει «για το καλό».

Σε άλλους τόπους της πατρίδας μας το έθιμο της Περπερούνας είναι κάπως διαφορετικό. Στον Πόντο λ.χ. αντί για παιδί, για να μην το καταβρέχουν και κρυώσει το καημένο, ντύνανε μια σκούπα. Έκαναν κάτι σαν σκιάχτρο και το γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας ένα άλλο τραγούδι. Οι νοικοκυρές περιέλουζαν αυτό το σκιάχτρο με νερό και φιλοδωρούσαν τα παιδιά που το κρατούσαν.

Άλλες μαγικές πράξεις για να έρθει βροχή τον Οκτώβριο.

Εκτός, όμως από το έθιμο της Περπερούνας, στο οποίο- όπως άλλωστε και στη λιτανεία- συμμετείχε όλο το χωριό, καθένας ξεχωριστά κάνει και τα δικά του μαγικά για να προκαλέσει βροχή. Αν λ.χ. ο γεωργός (ζευγάς) σε περίοδο ανομβρίας (ξηρασίας) βρει στο δρόμο του μια χελώνα, τη γυρίζει ανάσκελα και βάζει πάνω στην κοιλιά της ένα μεγάλο σβώλο χώμα.Ποια είναι η λογική πίσω από αυτήν την πράξη;

Να εξαναγκάσουν τη χελώνα να παρακαλέσει το Θεό να βρέξει, για να λιώσει ο σβώλος και να μπορέσει έτσι να γυρίσει στη θέση της, γιατί αλλιώς θα πεθάνει κάτω από βάρος του σβώλου.

 

Πηγή : https://mhne s-12.weebly.com/

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2023

 

Σαρακατσαναίοι, ήθη και έθιμα

Του Αθανασίου Καρυώτη

 



Ο Γάμος (Η Χαρά)

Οι Σαρακατσαναίοι ονόμαζαν τον γάμο χαρά, γιατί αποτελούσε το σημαντικότερο γεγονός στη ζωή τους. Στους ανύπαντρους ευχόταν την μέρα του γάμου «κι σ΄τα΄χαρές σας οι ανύπαντροι».

 

Οι Σαρακατσάνοι ακολουθούσαν αυστηρά την παράδοση και παντρεύονταν μόνο μεταξύ τους. Η ενδογαμία αυτή συνέβαλε στη διατήρηση της κλειστής κοινωνίας, των εθίμων και του τρόπου ζωής τους. Οι γάμοι γίνονταν με συνοικέσιο, που κανόνιζαν οι γονείς των παιδιών, ελάχιστοι  γάμοι γίνονταν από αγάπη όπως έλεγαν οι παλιοί, (πάρθκαν απ’αγάπ). Του γάμου ή της χαράς προηγούνταν ο αρραβώνας (συβάσματα.).

 

Αφού αποφασιζόταν το προξενιό και γινόταν κάποιες διαπραγματεύσεις μεταξύ των εμπλεκομένων οικογενειών, έδιναν “λόγο” και σε λίγες ημέρες γινόταν ο αρραβώνας “σύβασμα”, μια ιερή υπόσχεση, που η διάλυσή του ήταν μεγάλη προσβολή για ολόκληρο το σόι, ιδικά για το σόι του κοριτσιού. Ο αρραβώνας  γινόταν χωρίς την παρουσία των νέων, με την ανταλλαγή ενός κόκκινου μαντηλιού, που είχε επάνω το δαχτυλίδι. Στην κοπέλα δεν γνωστοποιούσαν επίσημα τον αρραβώνα, ενώ απεναντίας γίνονταν πανηγυρικά γνωστός στο γαμπρό και μάλιστα με ντουφεκιές όταν έφταναν στα κονάκια. Τα παιδιά έτρεχαν να  πουν το νέο  και πέταγαν τις σκούφιες  τους ψιλά  για να καταλάβει ο γαμπρός ότι η δουλειά έγινε.

 

Αμέσως μετά τον αρραβώνα, όριζαν και την ημέρα του γάμου, που συνήθως γινόταν το φθινόπωρο και πριν από τα Χριστούγεννα, δηλαδή πριν αρχίσει ο “γέννος”, και το καλοκαίρι, κυρίως τ’ Αι ‘λιά.

 

Προίκα δεν έδιναν οι Σαρακατσαναίοι, ή καλύτερα δεν τη ζητούσαν, καθώς γι΄ αυτούς μετρούσε πάνω απ΄ όλα ο άνθρωπος. Τα έθιμα του σαρακατσάνικου γάμου, η λεγόμενη “χαρά”, που διαρκούσε  μέρες, ήταν πάρα πολλά και αποτελούσαν ένα μοναδικό στο είδος τους θέαμα. Ήταν ένα γεγονός που έσπαγε, άλλωστε, τη μονοτονία της καθημερινότητας.

 

Ενδεικτικά θα αναφέρουμε τα καλέσματα, που ήταν απαραίτητα, αφού κανείς δεν πήγαινε στο γάμο απρόσκλητος. Άλλο ένα συμβολικό έθιμο ήταν τα προζύμια, που τα έπιαναν τρία παιδιά (δύο αγόρια και ένα κορίτσι ). Με μάνα και πατέρα.

 

Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν ο αποχαιρετισμός της νύφης, αφού επρόκειτο για πραγματικό αποχωρισμό  από το πατρικό κονάκι που μπορεί να μην το έβλεπε ποτέ ξανά.

 

Τη Δευτέρα του γάμου, ακολουθούσε ο χορός της νύφης στο κονάκι του γαμπρού με τα προικιά απλωμένα στην αυλή και ο αποχαιρετισμός από τους γονείς της .

 

Προζύμια

Πριν το γάμο έπιαναντα προζύμιαστο σπίτι του γαμπρού για να ζυμώσουν την «κ'λούρα» (κουλούρα) του γαμπρού. Τα προζύμια «έπιανε» μια κοπέλα ανύπαντρη, υγιής, με μάνα και πατέρα, που να μην ήταν ορφανή. Έτσι πίστευαν οι Σαρακατσάνοι πως ο γάμος θα ήταν ευλογημένος και χωρίς θανάτους.
Χαρακτηριστικό είναι το τραγούδι που συνόδευε το έθιμο:


"Ανάχλιο, ανάχλιο είν΄το νερό
κι αφράτο το προζύμι
κόρη ξανθιά τ' έπιανε
με μάνα και πατέρα
μ' αδέρφια με ξαδέρφια
με θειάδες με λαλάδες."


Σύμβολο και «σήμα κατατεθέν» του σαρακατσάνικου γάμου είναι ο φλάμπουρας,ο οποίος θεωρείται εξέλιξη του βυζαντινού λαβάρου.

 

Ο Φλάμπουρας

Το πιο χαρακτηριστικό, όμως, ήταν το ράψιμο του φλάμπουρα, που αποτελεί και την επίσημη αρχή του γάμου.  Το ξύλο του φλάμπουρα ήταν από αγριοτριανταφυλλιά (μαλιαροκολιά). Στο πάνω άκρο σχηματίζονταν σταυρός, στου οποίου τα τρία άκρα στερέωναν τρία μήλα, σύμβολο της γονιμότητας. Το ξύλο του φλάμπουρα τυλίγονταν με πολύχρωμες δαντέλες, ενώ το κύριο μέρος του ήταν η ελληνική σημαία, στολισμένη με φρέντζες και κορδέλες, φούντες και “χαρχαγγέλια”, τα οποία χτυπούσαν, όταν τον κουνούσαν στον χορό. Το ράψιμο του φλάμπουρα γινόταν από τον μπράτιμο, κοντινό άνθρωπο του γαμπρού, συνήθως αδελφός ή ανεψιός με μάνα και πατέρα, ενώ οι παρευρισκόμενοι τραγουδούσαν:

 

"Συ κύριε μπράτιμε

ράψε τον φλάμπουρα καλά

θα γείρει ράχες και βουνά

θα τον ξεσκίσουν τα κλαριά

θα τον γελάει η πεθερά

δεν θα μας δώσει τα προικιά.

Τίνος είν’ το μπαϊράκι

Τ’ άξιο και το κόκκινο

Του γαμπρού είν’ το μπαϊράκι

Τ’ άξιο και το κόκκινο

Ποιος το φτιάνει, ποιος το στήνει

Ποιος το ομορφοκοκκινίζει

Ο πατέρας μου το φτιάνει

Και το κατακοκκινίζει

Η μανούλα μου το φτιάνει

Και το ομορφοκοκκινίζει"

 

     

   


 Μετά το πέρας του ραψίματος, οι παρευρισκόμενοι κερνούσαν τον φλάμπουρα, με πρώτο τον μπράτιμο, και έλεγαν το παρακάτω τραγούδι:

 

"Κέρνα μπράτιμε κέρνα

κέρνα το μπαϊράκι

κέρνα το μπαϊράκι

και δώσ’ του ένα φλουράκι

κέρνα πατέρα κέρνα

κέρνα το μπαϊράκι

κέρνα το μπαϊράκι

και δώσ’ του ένα φλουράκι

κέρνα μανούλα κέρνα

κέρνα το μπαϊράκι

κέρνα το μπαϊράκι

και δώσ’ του ένα φλουράκι

 

Στο τέλος έστηναν χορό και “χόρευαν” τον φλάμπουρα.


Το τσελιγκάτο

Το τσελιγκάτο ήταν ένας συνεταιρισμός που φρόντιζε για την εκμετάλλευση της παραγωγής. Ήταν όμως και κοινότητα και συντεχνία, και οργανωμένος πυρήνας ζωής.
Η οργάνωση του τσελιγκάτου γινόταν με τέτοιο πνεύμα, ώστε σπάνια προέκυπταν διαφορές, που όταν όμως προέκυπταν  λύνονταν αμέσως και συμβιβαστικά. 

Το τσελιγκάτο αποτελούνταν από 20 έως 60 οικογένειες. Τα καλά και μεγάλα τσελιγκάτα έφταναν μέχρι 80 000 Γιδοπρόβατα και πάνω από 500 Άλογα όπως π χ τα τσελιγκάτα στα βουνά της Δράμας και της Θράκης. Επικεφαλής του ήταν ο κεχαγιάς (τσέλιγκας). Αυτός καθόριζε που θα στήνονταν τα καλύβια, δηλ. το μέρος που θα «κόνευαν». Η ομαλή λειτουργία του τσελιγκάτου στηριζόταν στην αρχή πως θα εργαζόταν όλοι, με πρώτο και καλύτερο  τον  τσέλιγκα, που έπρεπε να είναι πρότυπο για τους υπολοίπους και να εμπνέει σεβασμό. Να είναι ο πιο γραμματισμένος, κοινωνικός, μετριοπαθής, γενναίος, συνετός, σοφός και  παλληκάρι και πάνω από όλα τίμιος και ηθικός. Ο τσέλιγκας εκπροσωπούσε παντού το τσελιγκάτο, ρύθμιζε την κοινωνική και οικονομική ζωή του τσελιγκάτου.

Το εθιμικό Δίκαιο των Σαρακατσάνων και τα σ΄ναφικά δικαστήρια

Παλαιά οι Σαρακατσάνοι δεν λύνανε τις διαφορές τους στα δικαστήρια, αλλά με τις συμβουλές των γερόντων και την απόφαση του τσέλιγκα (του «κεχαγιά»). Επίσημα έγγραφα δεν υπήρχαν, ωστόσο η απόφαση ήταν εκτελεστή. Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να μην εφαρμόσει την απόφαση των γερόντων. Στον άγραφο νόμο υπάκουε και ο κεχαγιάς. Σε αντίθετη περίπτωση οι κυρώσεις για αυτόν ήταν βαρύτερες. Στα δικαστήρια αυτά, που γινότανε στο πλαίσιο του τσελιγκάτου και λεγότανε «σ΄ναφικά», μπορούσε να προσφύγει όχι μόνο ο αδικημένος, αλλά και όποιος τρίτος για λογαριασμό του αδικημένου.
Παράδειγμα «υπόθεσης» «σ΄ ναφικού» δικαστηρίου παραθέτει ο δικηγόρος- συγγραφέας Δημήτρης Γαρούφας στο βιβλίο του «Σαρακατσάνικη παράδοση. Η κληρονομιά μιας πανάρχαιας φυλής».
«Στο 1860 περίπου σ΄ένα τσελιγκάτο στη Ροδόπη, κάποιος αρχιτσέλιγκας ξέφυγε απ΄ τον σωστό δρόμο. Άρχισε να κλέβει τους άλλους και να συμπεριφέρεται βάναυσα και αλαζονικά. Στο τέλος ατίμασε και μια ορφανή κόρη εκμεταλλευόμενος τη σχέση που υπήρχε ανάμεσά τους και το γεγονός ότι ήταν ορφανή κι' απροστάτευτη, και για να αποφύγει την κατακραυγή την πάντρεψε στα γρήγορα χωρίς να ρωτήσει τους συγγενείς της. Επιπλέον φοβούμενος την οργή των μελών του τσελιγκάτου άρχισε να συνεργάζεται με τους Τούρκους. Τότε το ποτήρι ξεχείλισε. Μαζεύτηκαν οι γερόντοι για να τον δικάσουν. Και είναι η μοναδική δίκη που κρατήθηκαν πρακτικά, κατά κάποιο τρόπο, από κάποιον εγγράματο γέροντα, από τον Κωσταντή Δαλακούρα. Τον καταδίκασαν σε θάνατο για τα όσα έκανε και έστειλαν με αντιπροσωπεία την απόφαση στον Τούρκο διοικητή της περιοχής να την εκτελέσει. Ο τούρκος διοικητής αντέδρασε στην αρχή μα σαν είδε πως όλα τα τσελιγκάτα της περιοχής επέμειναν στην καταδίκη, εκτέλεσε την απόφαση και σκότωσε τον βάναυσο αρχιτσέλιγκα.»

 

Η εκπαίδευση στους Σαρακατσάνους

Χαρακτηριστικό για τους Σαρακατσάνους είναι ότι ήξεραν όλοι γράμματα. Στα τσελιγκάτα τους φρόντιζαν τα καλοκαίρια να έχουν πάντα κάποιο δάσκαλο. «Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Μενέλαος Λουντέμης, όταν μαθητής ακόμη στη Γ΄ Γυμνασίου δίδαξε στο Βέρμιο τα παιδιά των Σαρακατσάνων. Η μετάδοση των γνώσεων στους Σαρακατσάνους γινόταν με την άμεση και καθημερινή επαφή των νέων με τους μεγαλύτερους (αδέλφια, γονείς κ.ά.), στη δουλειά, στο σπίτι, μέσα από συζητήσεις και διηγήσεις. Έτσι, αποκτούσαν μια γενική μόρφωση. Εκτός, όμως, από τη γενική μόρφωση τα παιδιά (μόνο τα αγόρια) έπρεπε να αποκτήσουν βασική μόρφωση (ανάγνωση και αριθμητική), για να μπορούν να “λογαριάζονται”, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν, να μπορούν να ελέγχουν τα λογιστικά του τσελιγκάτου.

Για να μάθουν ανάγνωση και γραφή, τα παιδιά χρησιμοποιούσαν σουγιά, τον οποίο δεν αποχωρίζονταν ποτέ, και μ΄ αυτόν χάραζαν γράμματα και αριθμούς στους κορμούς των δέντρων ή σε κάποιο σανίδι. Από την περίοδο, όμως, που λειτουργούσαν τα τσελιγκάτα και μέχρι το 1945, τη βασική τους μόρφωση την αναλάμβανε κάποιος δάσκαλος ή ορισμένες φορές κάποιος απόφοιτος Γυμνασίου, κατά τους τρεις μήνες του καλοκαιριού. Τον δάσκαλο τον πλήρωναν κατ’ αποκοπή για το διάστημα αυτό που απασχολούνταν στο τσελιγκάτο. Τη σίτισή του αναλάμβαναν οι οικογένειες που είχαν παιδιά στο σχολείο, ενώ για τη διαμονή του υπήρχε το δασκαλοκάλυβο, δίπλα στο καλύβι που χρησιμοποιούσαν ως σχολείο. Το μάθημα γινόταν μέσα στο σχολείο ή και έξω, κάτω από δέντρα κοντά σε βρύσες. Τα τελευταία χρόνια της λειτουργίας τσελιγκάτων, η εκπαίδευση των Σαρακατσάνων έγινε πιο οργανωμένη, οπότε τα σχολεία εξοπλίστηκαν με θρανία και μαυροπίνακες. Σε τέτοια σχολεία πήραν τις πρώτες γνώσεις Σαρακατσάνοι, οι οποίοι, αργότερα, μετά τη διάλυση των τσελιγκάτων, έγιναν έμποροι, επιχειρηματίες, επιστήμονες, πολιτικοί.


Το έθιμο της «Σταυραδερφοσύνης» (αδελφοποίηση)

Η «σταυραδερφοσύνη», ή αδελφοποίηση είναι θεσμός του λαϊκού εθιμικού δικαίου. Ο αδελφικός δεσμός, που αναπτύσσεται μεταξύ δυο ατόμων και που πετυχαίνεται με κάποια συμβολική τελετή ή ιεροτελεστία. Δημιουργείται ένας ισχυρός δεσμός φιλίας, που συνεπάγεται τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σχέση μεταξύ πραγματικών αδελφών. Ο τρόπος που γίνεται κανείς σταυραδερφός είναι βασικά να χαρακτεί η φλέβα στο εσωτερικό του βραχίονα και των δυο που έχουν συμφωνήσει να αδελφοποιηθούν, και να πιούν λίγο αίμα, ο ένας από τον άλλο.
Στη δύσκολη ζωή τους οι Σαρακατσάνοι ήταν πάντοτε αντιμέτωποι με κινδύνους, προερχόμενους είτε από τα στοιχεία της φύσης, είτε από ληστές κλπ. Γι αυτό και είχαν ανάγκη από υποστήριξη. Έτσι το έθιμο της αδελφοποίησης ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στους Σαρακατσάνους. Στο πανάρχαιο έθιμο της «σταυραδερφοσύνης» αναφέρεται ο «σταυρωτός χορός», που χορεύεται ακόμη και σήμερα από τα χορευτικά των Σαρακατσαναίων.


Τα γκουρμπάνια

Το Γκουρμπάνι  ήταν μια εκδήλωση των Σαρακατσάνων με κύριο σκοπό την ευμενή επίδραση της θρησκείας, που αντιπροσωπεύει δυνάμεις, οι οποίες πρέπει να εκδηλωθούν για το καλό του τσελιγκάτου, της οικογένειας ή ενός προσώπου, ανάλογα το που ήταν ταμένο το “γκουρμπάνι”. Το “τάμα” γινόταν σε κάποιον άγιο, που πολλές φορές συνέπιπτε με το όνομα του εορτάζοντα, για να έχουν την εύνοιά του. Οι γιορτές, που κατά κύριο λόγο έταζαν το “γκουρμπάνι” οι Σαρακατσάνοι, ήταν κατά προτίμηση της Παναγίας, των Αγίων Αποστόλων, του Προφήτη Ηλία, του Άι Δημήτρη και του Άι Γιώργη. Στο “τάμα” έσφαζαν ένα αρσενικό αρνί, που το έψηναν στο γάστρο και καλούσαν τους γείτονες να το φάνε όλοι μαζί, πίνοντας ρακί ή κρασί. Τα ψητά και τους διάφορους μεζέδες (όχι μεγάλη ποικιλία) τα έβαζαν σε τάβλες, που είχαν στρώσει μέσα στο καλύβι. Οι καλεσμένοι, αφού χαιρετούσαν δίνοντας ευχές στον εορτάζοντα, καθόταν γύρω-γύρω στο καλύβι, έχοντας μπροστά τους την τάβλα. Επάνω στην τάβλα* έβαζαν σαν πρώτο μεζέ λίγες καραμέλες για τον καθένα. Αφού μαζεύονταν οι καλεσμένοι, άρχιζαν το τραγούδι, πίνοντας ρακί από το παγούρι, όλοι με τη σειρά. Τα τραγούδια που άρχιζαν το γκουρμπάνι “τα γκουρμπανίσια τραγούδια” όπως τα έλεγαν, ήταν ευχές για τον εορτάζοντα και ήταν καθορισμένα.

*Η ταύλα είναι στενόμακρο δίχρωμο βαμβακερό ύφασμα, στολισμένο με ταινίες και φούντες που σχημάτιζαν σταυρούς. Στρωνόταν κατάχαμα για τα γιορτινά πολυπρόσωπα γεύματα.



Η Σαρακατσάνικη Φορεσιά

Στις φορεσιές τους οι Σαρακατσάνοι χρησιμοποιούσαν πολλά συμβολικά στοιχεία. Οι ερευνητές πιστεύουν πως τα σχήματα, πάντα αυστηρά γεωμετρικά, πάνω στις γυναικείες κάλτσες συμβόλιζαν το σύμπαν.


 


Οι σαρακατσάνικοι χοροί  - Γενικά χαρακτηριστικά 

Οι Σαρακατσάνικοι χοροί χορεύονται πάντα χωρίς «κομπανία», με «το στόμα». Τραγουδιστές και χορευτές ταυτίζονται. Κάθε χορευτής έχει το δικό του τραγούδι, που το λέει όταν γίνει πρώτος και σύρει τον χορό. Χορεύουν πάντα χωριστά οι γυναίκες από τους άνδρες. Αν χρειαστεί να μπουν στον ίδιο κύκλο, τηρούνται κάποιοι κανόνες. Μπροστά οι άνδρες και πίσω οι γυναίκες. Επίσης, ο τελευταίος άνδρας του κύκλου πρέπει να είναι συγγενής της πρώτης γυναίκας με την οποία πιάνεται με μαντήλι. Ποτέ χέρι με χέρι. Έχουμε στον ίδιο κύκλο δυο παρέες αντίφωνες, αλλά μόνο έναν πρώτο . Λέει η πρώτη παρέα το πρώτο μέρος (μια μουσική φράση) του τραγουδιού και επαναλαμβάνει η δεύτερη το ίδιο, ενώ χορεύουν όλοι μαζί. Αντίφωνες παρέες, όπου απαιτείται μπορεί να είναι οι άνδρες πρώτη παρέα και οι γυναίκες δεύτερη ή αντίστροφα. Σε κάθε χορό οι κινήσεις των γυναικών είναι πολύ μετρημένες και σεμνές. Ποτέ η γυναίκα δεν πηδάει και τα καθίσματά της είναι ανεπαίσθητα, περισσότερο τσάκισμα παρά «κάτσα», ενώ τα μάτια είναι πάντα χαμηλά. Και στους άνδρες σπάνια έχουμε πήδημα ψηλά, ενώ πολύ συχνά έχουμε «κάτσα», δηλαδή κάθισμα. Πάντα στην «κάτσα» το κορμί είναι όρθιο, περήφανο. Σε κάθε χορό έχουμε τον πρώτο που διευθύνει και συντονίζει το τραγούδι και τις κινήσεις ολονών. Πρόκειται για θαυμαστή διαιώνιση του αρχαίου «προεξάρχοντος» και του υπόλοιπου χορού. Στο τραγούδι του χορού έχουμε κάποια επιφωνήματα, όπως «εχ! μωρέ!», «γιέ μου!, «ώ! πά!» κλπ., που παίζουν ρόλο συντονιστικό και πολλές φορές συμπληρώνουν το μέτρο.  Σχεδόν κυριαρχεί το βήμα «σύνθετο» με το βάρος του σώματος ριγμένο στο πίσω πόδι και ελαφρό σύρσιμο προς τα εμπρός. Είναι η προετοιμασία η επιφυλακτική πριν την τελική έφοδο. Κι έτσι οι περισσότεροι Σαρακατσάνικοι χοροί είναι πολεμικοί με επικό χαρακτήρα.

 

Πηγή: http://www.hxwsarakatsanwn.gr/